Δεν επρόκειτο ούτε για pret-a-porter de lux ούτε φτηνό ρούχο όπως των Zara. Ούτε κόστιζε όσο τα designer  clothes αλλά ούτε vintage ήταν. Αποτέλεσε όμως την πιο διάσημη γραμμή μόδας μιας ολόκληρης εποχής. Έκφραση πρωτοποριακή και μαζική που πάντρεψε τα swinging ‘60s  του Λονδίνου με την ιταλιάνικη τρέλα, τη σεξουαλική απελευθέρωση και τη κοινωνική απενοχοποίηση, το κιτς με το γκλαμ, την έκρηξη της γενιάς της Disco με τη χαρά της ζωής. Όλα αυτά ήταν η Fiorucci, η μάρκα ρούχων που κυριάρχησε στις δεκαετίες του ’70 και του ’80 στην Ιταλία καταρχήν κι αργότερα σε ολόκληρο τον κόσμο. Με σήμα κατατεθέν τα δίδυμα αγγελάκια του Ραφαήλ και προπύργιο το ανεπανάληπτο μαγαζί του Μιλάνου, ένα μετεφηβικό λούνα παρκ που αργότερα μετεφυτεύτηκε στο Λονδίνο, στην Νέα Υόρκη και στις μητροπόλεις όλου του πλανήτη. Όραμα και δημιουργία του Έλιο Φιορούτσι ο οποίος έφυγε την περασμένη Δευτέρα 20 Ιουλίου στην ηλικία των 80 ετών αλλά που στην πραγματικότητα υπήρξε ένας αιώνιος έφηβος μέχρι το τέλος, και κυρίως ορκισμένος vegan και ακτιβιστής των δικαιωμάτων των ζώων.

 

Όλα αυτά ήταν η Fiorucci, η μάρκα ρούχων που κυριάρχησε στις δεκαετίες του '70 και του '80 στην Ιταλία καταρχήν κι αργότερα σε ολόκληρο τον κόσμο. Με σήμα κατατεθέν τα δίδυμα αγγελάκια του Ραφαήλ και προπύργιο το ανεπανάληπτο μαγαζί του Μιλάνου, ένα μετεφηβικό λούνα παρκ που αργότερα μετεφυτεύτηκε στο Λονδίνο, στην Νέα Υόρκη και στις μητροπόλεις όλου του πλανήτη.

 

Γεννημένος στις 10 Ιουνίου του 1935, ξεκίνησε να δουλεύει στα 17 του στο κατάστημα παπουτσιών του πατέρα του συμμετέχοντας κι αυτός στην πρώτη μεταπολεμική γενιά τ στην αναγέννηση της πατρίδας του από τα συντρίμμια του ολέθρου που μόλις είχε τελειώσει.  Παπουτσάς δεν έγινε ποτέ του, αν και οι πρώτες του ιδέες έκαναν θραύση στο οικογενειακό μαγαζί, ούτε όμως σχεδιαστής ρούχων ή μόδιστρος. Αυτό που έμελε να γίνει και να αναδειχθεί ως τέτοιος, ήταν ένας πανέξυπνος έμπορος, ένας παγκόσμιος γκουρού του στυλ και της μόδας. Το πρώτο του μαγαζί το άνοιξε το 1968 φέρνοντας πρώτος στην Ιταλία τις φίρμες της  Carnaby Street και μέσα σε λίγα χρόνια εξελίχτηκε σε αυτό που ο ίδιος αποκαλούσε «ένα πάρκο ψυχαγωγίας των νεωτερισμών». Πράγματι, εκεί στα μέσα, των απίστευτα μακρινών πια ‘70s, ήταν το απόλυτο ξεφάντωμα στυλ και απόδρασης από την πραγματικότητα. Ένα κατάστημα όπου το εναλλακτικό ανακατευόταν με το κιτς και το λαμπερό, το vintage με το έθνικ, τα στρας με τα casual. Κυκλοφορούσες μέσα σε αυτό, ανέβαινες κατέβαινες σκάλες ανάμεσα σε σιντριβάνια και υπό τους δυνατούς ήχους μουσικής που επέλεγε στα deck του ο dj κάτι που δεν συνέβαινε ακόμα πουθενά αλλού εφόσον ήταν μια από τις πρωτοποριακές ιδέες του ίδιου. Δεκάδες εικοσάχρονα  καθόντουσαν έξω στα πεζούλια και φλερτάρανε επί της Vittorio Emmanuele  παραδίπλα από όλα τα καθωσπρέπει καταστήματα της ιταλικής alta moda. Ένα καταφύγιο της νέας γενιάς Ιταλών και Ιταλίδων όπου προμηθευόντουσαν να πιο απίθανα t-shirts, σάκους μεταφοράς ρυζιού μεταποιημένα σε μπλούζες, παλτά από το Αφγανιστάν, τζην σε όλα τα χρώματα εμπνεύσεως επίσης του δαιμόνιου Μιλανέζου, αξεσουάρ σε φλούο χρώματα, ανταύγειες μαλλιών, καουμπόικες μπότες Lurex στα πιο αδιανόητα χρώματα, τα ρούχα της ΒΙΒΑ του Λονδίνου, παρεμφερής μάρκα με ανάλογα πρότυπα σημείο αναφοράς της αγγλικής μόδας, μικροέπιπλα, καλλυντικά, δίσκους βινυλίου και πολύχρωμα κιλίμια.

 

Όταν άνοιξε υποκατάστημα  στο Λονδίνο  εκτοξεύτηκε αμέσως στη διεθνή σκηνή σαν κοινωνικό φαινόμενο, κάτι σαν τουριστικό αξιοθέατο ενώ το αντίστοιχο του Μανχάτταν το 1975 σε μια εποχή που μεσουρανούσε το  Studio 54, στην East 59th Str. γινόταν λαϊκό προσκύνημα χαρακτηρίζοντας το daytime Studio 54. Εισάγοντας ρούχα που ο Φιορούτσι είχε εμπνευστεί από τους δρόμους της ίδιας της Νέας Υόρκης  ενώ ήταν ο πρώτος που λάνσαρε το ΄82 τα streched jeans και τα leopard prints. Τις πύλες του πέρασαν όλες οι μεγάλες διασημότητες της εποχής, από την Τζάκι Ωνάση μέχρι τον βασιλιά της Ισπανίας, κι από την Λωρήν Μπακόλ μέχρι τη νεαρή ακόμα Μαντόνα της οποίας ο αδελφός δούλευε μάλιστα εκεί. Ο Άντυ Γουόρχολ βρήκε το ιδανικό του μαγαζί να μπαινοβγαίνει, ο Κιθ Χέρινγκ έκανε τις πρώτες του εικαστικές επεμβάσεις, κι ο Κένυ Σαρφ άνοιξε μέσα στους χώρους του μεγάλη έκθεση την οποία εγκαινίασε με περφόρμανς ο Κλάους Νόμι. Και τον Σεπτέμβρη του 1981 ο Φιορούτσι οργανώνει τη μεγάλη συναυλία επανένωσης των Σάιμον και Γκαρφάνκελ στο Σέντραλ Παρκ. Εντωμεταξύ έστελνε τους κατασκόπους του έξω στους δρόμους, τα καφέ και τις ντίσκο να ανακαλύπτουν νέες τάσεις και νέες ιδέες, φέρνοντας τις αμέσως μέσα στα μαγαζιά του ή εισάγοντας τις και αναπαράγοντας τις σε κολεξιόν με την υπογραφή της διάσημης φίρμας που έφτανε μέχρι τα πανέρια των πρώτων νεανικών μαγαζιών της Αθήνας και της Θεσσαλονίκης αλλά και ολόκληρης της υφηλίου. Το απόλυτο νεανικό οικουμενικό τρεντ μιας  εποχής πριν το lifestyle ανεβάσει τον πήχη και τις τιμές στα ύψη.

 

 

 

Μέχρι που οι ντισκομπάλες σταμάτησαν να περιστρέφονται και να αντανακλούν την νεανική ορμή εκείνης της γενιάς του ’70 κι αφού αντικαταστήθηκαν από άλλες δίνες και άλλους ήχους. Στο μεταξύ ο Φιορούτσι ξεκίνησε συνεργασία με την Benetton και έναν Ιρανό μεγαλοεπιχειρηματία, επιλογές που τον έφεραν σε αδιέξοδο και το 1986 αναγκάζεται να κλείσει την αλυσίδα μαγαζιών Fiorucci κρατώντας το label. Το οποίο αργότερα πούλησε στη γιαπωνέζικη Edwin Co. πιστεύοντας ότι θα έδινε νέα ώθηση στην εταιρία του κάτι που δεν συνέβη αφήνοντας του μια γεύση απογοήτευσης. Πριν 11 χρόνια έκανε την τελευταία του απόπειρα με την Love Thearapy αφού σαν μότο του είχε πάντοτε ότι «Η μεγαλύτερη ανάγκη του ανθρώπου είναι να τον αγαπούν». Ούτε αυτή η ετικέτα έφτασε ποτέ την επιτυχία των αυθεντικών Fiorucci. Ίσως να τον είχε ξεπεράσει πια η εποχή, αν και η διάθεση του για επιχειρηματικές πρωτοβουλίες δεν έπαψε ποτέ μέχρι τέλους. Είχε παρόλ’αυτά πετύχει να ντύσει εκατομμύρια νέων και να αποδώσει την εικόνα της πιο απελευθερωμένης και πιο δημοκρατικής περιόδου της Δύσης.