Πιερ Παολο Παζολίνι: Μπαλάντα των μανάδων

 

Αναρωτιέμαι τι μάνες είχατε.

Εάν σας έβλεπαν τώρα στη δουλειά
σ’ έναν άγνωστο για εκείνες κόσμο,
μπλεγμένους σ’ έναν κύκλο, που ποτέ δεν κλείνει,
από εμπειρίες τόσο διαφορετικές από τις δικές τους,
τι βλέμμα θα είχαν στα μάτια τους;
Εάν ήταν κοντά σας, την ώρα που γράφετε
το άρθρο σας, κομφορμιστές και πομπώδεις,
ή όταν το δίνετε σε συντάκτες που υπέκυψαν
σε κάθε συμβιβασμό, θα καταλάβαιναν άραγε ποιοι είστε;

Μάνες τιποτένιες, με τον αρχαίο φόβο
στο πρόσωπο, εκείνον που σαν κακό αλλοιώνει και θολώνει τα χαρακτηριστικά, που τα απομακρύνει απ’ την καρδιά,

που τα κλείνει μες στην παλιά ηθική άρνηση. Μάνες τιποτένιες, οι κακομοίρες, που ανησυχούν μήπως τα παιδιά τους δεν μάθουν καλά το μάθημα του εξευτελισμού: να βρουν μια θεσούλα, να είναι

προσγειωμένα, να μην προσβάλλουν τους προνομιούχους,

ν’ αμύνονται μπροστά στον οίκτο.

Μάνες μετριότητες, που έμαθαν
με κοριτσίστικη ταπεινοσύνη, για μας,
ότι διαθέτουμε ένα μόνο, ξεκάθαρο χαρακτηριστικό,
με ψυχές που μέσα τους ο κόσμος είναι καταδικασμένος να μην προσφέρει ούτε πόνο, ούτε χαρά.
Μάνες μετριότητες, που δεν είχαν ποτέ
για σας ούτε μια λέξη αγάπης,
παρά μόνο μια αγάπη άθλια άφωνη,
ζωώδη, και μ’ αυτή σας μεγάλωσαν,
αδύναμους μπρος στα πραγματικά καλέσματα της καρδιάς.

Μάνες δουλοπρεπείς, συνηθισμένες από αιώνες να σκύβουν χωρίς αγάπη το κεφάλι,
να μεταδίδουν στο έμβρυό τους
το αρχαίο, ντροπιασμένο μυστικό

της ικανοποίησης με τα αποφάγια της γιορτής. Μάνες δουλοπρεπείς, που σας δίδαξαν
πώς μπορεί να είναι ευτυχισμένος ο δούλος μισώντας όποιον είναι, όπως εκείνος, αλυσοδεμένος, πώς μπορεί νε είναι, προδίνοντας, ευτυχισμένος

και σίγουρος, κάνοντας εκείνο που δεν λέει.

Μάνες άγριες, που προσπαθούν να υπερασπιστούν εκείνο το λίγο που σαν αστές κατέχουν,
την ομαλότητα και το μισθό,
με τη λύσσα σχεδόν εκείνου που εκδικείται

ή που τον περιζώνει μια παράλογη πολιορκία. Μάνες άγριες, που σας δίδαξαν:
Επιβιώστε! Να σκέφτεστε τον εαυτό σας! Μην λυπάστε και μη σέβεστε ποτέ

κανένα, να φωλιάζει μέσα σας το ένστικτο του αρπακτικού!

Να τες, τιποτένιες, μετριότητες, δουλοπρεπείς,

άγριες, οι μάνες σας!

Που δεν ντρέπονται να σας θεωρούν
– με το μίσος σας – πράγματι ανώτερους,
μιας και δεν είναι αυτή εδώ παρά μία κοιλάδα των δακρύων. Μ’ αυτό τον τρόπο σας ανήκει αυτός ο κόσμος:
παρά τα αντίθετα πάθη σας
ή τις εχθρές σας πατρίδες, εκείνο που σας κάνει αδέρφια είναι η βαθιά σας άρνηση
να είσαστε διαφορετικοί: να πάρετε την ευθύνη
του άγριου πόνου να είστε άνθρωποι.

 

(1962)
 
Μετάφραση: Χρήστος Αλεξανδρίδης