Οι δημοσκοπήσεις της τελευταίας περιόδου είναι πολύ άσχημες για την κυβέρνηση. Και αυτό δεν έχει να κάνει τόσο με την υστέρησή της στην παράσταση νίκης και στην πρόθεση ψήφου, που σε αυτήν τη φάση (και με τόσο υψηλά ποσοστά αναποφάσιστων) δεν αποτελούν τα πλέον κρίσιμα δημοσκοπικά δεδομένα. Το μεγαλύτερο πρόβλημα για την κυβέρνηση εντοπίζεται στα ποιοτικά στοιχεία των ερευνών.

 

Συγκεκριμένα:

- Υπάρχει ιδιαίτερα χαμηλός βαθμός ικανοποίησης από τη δράση της κυβέρνησης, ακόμα και μεταξύ των υποστηρικτών της, τόσο ως προς τη συνολική εικόνα όσο και σε επιμέρους τομείς.

 

Η έλλειψη προσδοκιών είναι στοιχείο που δημοσκοπικά συναντάται σε κυβερνήσεις που βρίσκονται σε αποδρομή, όχι σε κυβερνήσεις 5 μηνών.


- Υπάρχει υψηλή απογοήτευση, χαμηλός δείκτης προσδοκιών και αρνητική ψυχολογία, τόσο σε συλλογικό όσο και σε ατομικό επίπεδο. Η έλλειψη προσδοκιών είναι στοιχείο που δημοσκοπικά συναντάται σε κυβερνήσεις που βρίσκονται σε αποδρομή, όχι σε κυβερνήσεις 5 μηνών.


- Ακόμα και μεταξύ των νυν και πρώην ψηφοφόρων του ΣΥΡΙΖΑ, ένα μεγάλο τμήμα θεωρεί ότι η καλύτερη κυβερνητική λύση δεν είναι η κυβέρνηση του κόμματός τους αλλά μιας μορφής οικουμενική κυβέρνηση. Αυτό υποδηλώνει παραδοχή αποτυχίας αλλά και ψυχολογικής «παραίτησης».


- Ο ίδιος ο κ. Τσίπρας έχει πάψει να αποτελεί πανίσχυρο ατού. Είναι χαμηλότερα από τον κ. Μητσοτάκη σε δημοτικότητα, ενώ υπολείπεται (ή είναι στα ίδια επίπεδα) στον δείκτη «καταλληλότητας για πρωθυπουργός». Είναι ίσως η πρώτη φορά στα 20 χρόνια που υποβάλλεται το συγκεκριμένο ερώτημα, που ο εν ενεργεία πρωθυπουργός δεν υπερτερεί του αντιπάλου του.

 

 

Εκτός, όμως, από τα ευρήματα αυτά, υπάρχει μια ακόμα κρίσιμη ποιοτική παράμετρος, η έλλειψη στίγματος και στόχου. Αυτό αποτυπώνεται εξαιρετικά ανάγλυφα στην έρευνα και ανάλυση της Prorata για την «Εφημερίδα των Συντακτών», στην οποία η κυβέρνηση φαίνεται να διαψεύδει οποιαδήποτε προσδοκία για οποιοδήποτε θέμα. Στα σχετικά ερωτήματα που τέθηκαν, η κυβέρνηση δεν θεωρείται ούτε αποτελεσματική, ούτε διεκδικητική, ούτε αντισυστημική, ούτε καν αριστερή.


Δυσαρεστεί έτσι τόσο εκείνους που την ψήφισαν, πιστεύοντας τα όσα είχε υποσχεθεί προεκλογικά, όσο και εκείνους που δεν τα είχαν πιστέψει αλλά την ψήφισαν απλώς για να τιμωρήσουν τους αντιπάλους της ή για να δοκιμάσουν κάτι διαφορετικό. Τους πρώτους τους χάνει στο επίπεδο της διάψευσης, τους δεύτερους σε αυτό της αποτελεσματικότητας.

 

Τι μας δείχνουν, λοιπόν, όλα τα παραπάνω;
Ότι η κυβέρνηση εμφανίζει στοιχεία πρόωρης πολιτικής κόπωσης. Μέσα σε έναν χρόνο; Ναι, διότι δεν ήταν ένας φυσιολογικός χρόνος, αλλά περίοδος υψηλής έντασης, έξω από κάθε κανονικότητα. Αυτό προκαλεί κόπωση, ακόμα και στους υποστηρικτές της κυβέρνησης. Το 35% του Σεπτεμβρίου είναι λιγότερο ένθερμο από το 36% του Ιανουαρίου. Μοιάζει περισσότερο με τη δεύτερη 4ετία που κατά κανόνα έδιναν οι πολίτες στον προ κρίσης πολιτικό κύκλο, με τη διαφορά ότι εδώ δόθηκε σε 8 μήνες μόλις.

 

Είναι αναστρέψιμη η κατάσταση για την κυβέρνηση ή έχει μπει σε μια τροχιά αναπόδραστης φθοράς;
Ναι, είναι αναστρέψιμη. Ο ΣΥΡΙΖΑ έχει ακόμα κάποια ισχυρά στοιχεία, με βασικότερο αυτό των πολιτικών και ψυχολογικών ταυτίσεων που οικοδόμησε τα προηγούμενα χρόνια με συγκεκριμένα κοινωνικά στρώματα. Στα ατού της είναι, επίσης, το σαφές προβάδισμά του στις νέες ηλικίες. Η ΝΔ, επίσης, μπορεί να προηγείται, αλλά δεν ενθουσιάζει. Θέλει κι εκείνη πολλή δουλειά για να δείξει ότι είναι εναλλακτική λύση και όχι απλώς κάτι λιγότερο επικίνδυνο.


Η οποιαδήποτε προσπάθεια, όμως, αντιστροφής του κλίματος απαιτεί ένα στρατηγικό ξεκαθάρισμα από πλευράς κυβέρνησης. Να αποφασίσει πώς θα πορευτεί, πού θα ρίξει βάρος, ως τι θα επαναδιεκδικήσει την εμπιστοσύνη των ψηφοφόρων. Διότι αυτήν τη στιγμή, προσπαθώντας να είναι τα πάντα, δεν είναι τίποτα.


Και, ας μη γελιόμαστε, το βασικότερο όλων είναι η αποτελεσματική κυβερνητική διαχείριση. Αν αυτή δεν υπάρχει, έστω στοιχειωδώς, η οποιαδήποτε συγκρουσιακή στρατηγική με υπαρκτούς ή κατασκευασμένους εχθρούς δεν μπορεί να υποστηριχθεί. Θα αποτύχει, όπως εξάλλου προειδοποιούν οι σημερινές δημοσκοπήσεις.