ΓΙΑ ΑΡΚΕΤΑ ΜΕΓΑΛΟ χρονικό διάστημα το ΚΙΝ.ΑΛ. καταγράφει μια παγιωμένη και αμετάβλητη πολιτική επιρροή. Η οποία, από τη μια το κατοχυρώνει ως την τρίτη πολιτική δύναμη στη χώρα, από την άλλη δεν αφήνει πολλές υποσχέσεις για κάτι περισσότερο. Αντιθέτως, η γερασμένη εκλογική του βάση και η ισχνή επιρροή του στις νέες ηλικίες δημιουργούν προβληματισμό για τις μακροχρόνιες προοπτικές του κόμματος.

 

Ξεκινώντας την ανάλυση ένα βήμα πιο πίσω, μια μεγάλη ευκαιρία για το ΚΙΝ.ΑΛ. να διεκδικήσει έναν πιο ουσιαστικό ρόλο στα πολιτικά μας πράγματα χάθηκε στις τελευταίες εκλογές. Όταν με τη ΝΔ σίγουρη νικήτρια και τον ΣΥΡΙΖΑ προερχόμενο από το σοκ των ευρωεκλογών δεν κατάφερε να διεκδικήσει ένα ποσοστό που θα το έκανε όχι απλώς τρίτο κόμμα αλλά τρίτο πόλο. Η ευκαιρία εκείνη χάθηκε για το ΚΙΝ.ΑΛ. (κυρίως λόγω ατολμίας και λανθασμένων επιλογών της ηγεσίας του), που έμεινε σε ρηχά νερά, ο ΣΥΡΙΖΑ έβγαλε σφυγμό και στις εκλογές της 7ης Ιουλίου εδραίωσε καθοριστικά τη θέση του ως δεύτερου πόλου του «ήπιου» ή «ατελούς» δικομματισμού της εποχής μας.

 

Τον τελευταίο ενάμιση χρόνο σχεδόν όλες οι δημοσκοπήσεις αποτυπώνουν μια πανομοιότυπη εικόνα για το ΚΙΝ.ΑΛ. Η πολιτική του επιρροή είναι στάσιμη. Η «ιδιοκτησία» πολιτικών θέσεων ανύπαρκτη. Οι όποιες πολιτικές ταυτίσεις υπάρχουν στηρίζονται στην ισχυρή συναισθηματική σύνδεση κάποιων ψηφοφόρων μεγαλύτερης ηλικίας με το παλιό κραταιό ΠΑΣΟΚ. Αυτό μετατρέπει το ΚΙΝ.ΑΛ. σε «κόμμα της μνήμης». Μπροστά, όμως, σε πάει η προοπτική για την επόμενη μέρα. Η σύγκριση ΚΚΕ-ΣΥΡΙΖΑ ως προς αυτό είναι ενδεικτική...

 

Οι ψηφοφόροι του ΣΥΡΙΖΑ στη συντριπτική τους πλειοψηφία έχουν ταυτιστεί οριστικά με τον ΣΥΡΙΖΑ και ξορκίζουν την παλιά σχέση τους με το ΠΑΣΟΚ. Είναι σαν να μην υπήρξε ποτέ.

 

Οι δημοσκοπήσεις, όμως, καταγράφουν και κάποια στρατηγικά δεδομένα που φαίνονται σχεδόν δεσμευτικά για την ηγεσία του χώρου. Η αξιολόγηση της κυβέρνησης της ΝΔ από τους ψηφοφόρους του ΚΙΝ.ΑΛ. είναι, προς το παρόν τουλάχιστον, ιδιαίτερα θετική. Η δημοτικότητα του πρωθυπουργού εντός των ψηφοφόρων του ΚΙΝ.ΑΛ. είναι υψηλή. Τα αντι-ΣΥΡΙΖΑ αισθήματα των ψηφοφόρων του ΚΙΝ.ΑΛ. παραμένουν έντονα, καθώς η πλειοψηφία τους βλέπει πιο αρνητικά τον ΣΥΡΙΖΑ απ' ό,τι τη ΝΔ. Αντίστοιχα και οι ψηφοφόροι του ΣΥΡΙΖΑ –αν και στην πλειοψηφία τους προέρχονται από το ΠΑΣΟΚ– έχουν ισχυρά αντι-πασοκικά αισθήματα, επιβεβαιώνοντας ότι το ψυχικό ρήγμα που δημιουργήθηκε τα τελευταία χρόνια δεν έχει επουλωθεί.

 

Μετά από επτά έντονες εκλογικές αναμετρήσεις την τελευταία δεκαετία (πέντε εθνικές και δύο ευρωεκλογές) και παρά τις προσπάθειες να ξαναστηθούν γέφυρες μεταξύ των δύο χώρων, ΠΑΣΟΚ - ΚΙΝ.ΑΛ. και ΣΥΡΙΖΑ φαίνεται να έχουν χωρίσει οριστικά και αμετάκλητα τα πολιτικά τους τσανάκια. Οι ψηφοφόροι του ΣΥΡΙΖΑ στη συντριπτική τους πλειοψηφία έχουν ταυτιστεί οριστικά με τον ΣΥΡΙΖΑ και ξορκίζουν την παλιά σχέση τους με το ΠΑΣΟΚ. Είναι σαν να μην υπήρξε ποτέ. Εξού και το ότι τα περί πιθανού «επαναπατρισμού» ψηφοφόρων στο ΚΙΝ.ΑΛ., αν αυτό μετακινηθεί πιο αριστερά, αποτελούν ψευδαισθήσεις.

 

Οι παραπάνω διαπιστώσεις λειτουργούν σχεδόν δεσμευτικά για την ηγεσία του ΚΙΝ.ΑΛ. Γιατί μπορεί σε επίπεδο ηγετικών στελεχών μια μερίδα να εμφανίζεται φιλικότερη προς τον ΣΥΡΙΖΑ, αλλά η βάση του κόμματος κινείται στην ακριβώς αντίθετη κατεύθυνση. Μια απόπειρα της ηγεσίας του ΚΙΝΑΛ να οδηγήσει το κόμμα πιο κοντά στον ΣΥΡΙΖΑ, κόντρα στη βάση του κόμματος, θα προκαλούσε τεράστιες αντιδράσεις και θα αποτελούσε ένα εξαιρετικό πολιτικό δώρο στον κ. Μητσοτάκη.

 

Στη διαχείριση αυτής της πραγματικότητας, προκύπτουν δύο υπαρξιακού τύπου ζητήματα για τα στελέχη του ΚΙΝΑΛ. Το πρώτο αφορά τα στελέχη μεγαλύτερης ηλικίας, που επί δεκαετίες έκαναν καριέρα «κόντρα στη δεξιά». Προσεγγίζουν το σήμερα μέσα από μια αντιπαράθεση που οι εξελίξεις έχουν ξεπεράσει και οι ψηφοφόροι τους δεν συμμερίζονται, ακόμα και τώρα που εξέλιπαν οι δραματικές συνθήκες της περίοδου 2011-2015. Το δεύτερο αφορά τη δυσκολία ενός κόμματος που ακόμα κουβαλά τις μνήμες μιας κραταιάς εποχής να προσαρμοστεί στρατηγικά –αλλά και ψυχολογικά– στον πολιτικό ρόλο που το σημερινό ποσοστό του Κινήματος επιβάλει.

 

Η διαχείριση των δύο αυτών ζητημάτων περνά μέσα από τη συνειδητοποίηση και τελικά την αξιοποίηση του ρόλου που μπορεί να έχει το ΚΙΝ.ΑΛ. στο σημερινό τοπίο. Η λέξη-κλειδί είναι «χρησιμότητα». Το ΚΙΝ.ΑΛ. έχει τη δυνατότητα να αυτοπροβληθεί και να εδραιωθεί ως το κατεξοχήν κυβερνητικό κόμμα της χώρας, ως ο απαραίτητος και χρήσιμος εταίρος κάθε κυβέρνησης. Ως το πολιτικό αντίβαρο απέναντι στα αρνητικά είτε του ενός είτε του άλλου μεγάλου κόμματος. Να αναδείξει το τι εκείνο πρεσβεύει, χωρίς να ετεροκαθορίζεται. Και να εδραιωθεί έτσι ως ένας σταθερός πόλος εξουσίας, εκφραστής συγκεκριμένων κοινωνικών ομάδων και δυνάμεων, ικανών να αναπαράγουν και να αυξάνουν την πολιτική του επιρροή.

 

Η ευρωπαϊκή ιστορία είναι γεμάτη από παραδείγματα τέτοιων κομμάτων. Εξάλλου, αυτό επιδιώκουν και σήμερα όλα τα κεντρογενή/σοσιαλδημοκρατικά κόμματα στις περισσότερες χώρες. Στην Ελλάδα ένα κόμμα του ευρύτερου κεντρώου χώρου, με εκλογική επιρροή του 6-8%, ξορκίζει την προοπτική κυβερνητικών συνεργασιών με τους απαξιωτικούς όρους «δεκανίκι» και «ουρά», προτιμώντας έτσι την αυτοπεριθωριοποίησή του αντί για την ανάδειξή του σε δυναμικό πόλο διαμόρφωσης πολιτικής, με μια σύγχρονη και διακριτή πολιτική ατζέντα. Μετατρέποντας, τελικά, το υπαρξιακό πρόβλημα μερίδας στελεχών του σε πολιτικό.

 

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO.

 

Το νέο τεύχος της LiFO δωρεάν στην πόρτα σας με ένα κλικ.