Πέτυχα τις προάλλες σε συνδρομητικό κανάλι τις κινηματογραφικές Τρωάδες του Κακογιάννη και έμεινα να χαζεύω πολύ περισσότερη ώρα απ’ όση αναλογεί κανονικά σ’ ένα φευγαλέο ζάπινγκ-διάλειμμα. Παρένθεση: Ο πιο βασικός, πραγματικά, λόγος για να ξοδεύει κανείς τα υπερπολύτιμα χρήματά του για συνδρομητικού τύπου τηλεοπτική πλατφόρμα είναι για να καταφέρνει πού και πού ένα ανώδυνο διάλειμμα για τσιγάρο/γεύμα/οτιδήποτε μπροστά στην τηλεόραση, κάνοντας ανέμελο και άμυαλο ζάπινγκ, χωρίς τον κίνδυνο να του ανέβει το αίμα στο κεφάλι και να του πεταχτούν τα μάτια έξω από την τοξική ντέκα της δημόσιας και ιδιωτικής τηλεόρασης – διαφορετικών αποχρώσεων καθηλωμένης νοσηρότητας καθεμία. Δύο πράγματα, λοιπόν, για την ταινία. Η Ειρήνη Παππά είναι super hot στον ρόλο της Ελένης – ενδεχομένως να την έχουμε υποτιμήσει αισθησιακά, μπορεί και όχι, ήταν πριν από την εποχή μου, οι πρεσβύτεροι θα είχαν πιο έγκυρη άποψη επί του θέματος. Αυτή που ήταν εκπληκτική όμως και χωρίς να ψαρώνει διόλου από τις επιβλητικές σκιές της Κάθριν Χέμπορν (Εκάβη) και της Βανέσα Ρέντγκρεϊβ (Ανδρομάχη) πλάι της ήταν η Ζενεβιέβ Μπιζόλντ, πιτσιρίκα στον ρόλο της κλονισμένης Κασσάνδρας που δεν αντέχει πια να ξερνάει προβολές συμφορών, ήττας, θανατικού, πόνου κι απόγνωσης και να μην της δίνει κανείς σημασία.

 

Υπάρχει τελικά ένα κοινό πεδίο αντίληψης μεταξύ των ανθρώπων που έχουν μεγαλώσει με την ιδέα μιας κοινής Ευρώπης (είτε είναι Ισλανδοί, είτε Έλληνες, είτε Πολωνοί) που δεν συνάδει απαραίτητα με το θολό όραμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και εξακολουθεί να περιλαμβάνει όμως αδιαπραγμάτευτες αξίες που έχουν γερές βάσεις και μπορούν να λειτουργήσουν ως ισχυρό ανάχωμα στην επέλαση του κύματος ακραίου και φασίζοντος εθνολαϊκισμού που απειλεί να μας καταπιεί.

 

Θυμήθηκα εκείνα το σημείο της Υποταγής του Ουελμπέκ, όπου ο αφηγητής ξεχνάει προς στιγμήν τις ιδέες αυτοχειρίας, τις σχέσεις που είχε και του είπαν μια ωραία πρωία «σόρι, γνώρισα κάποιον» («κι εγώ κάποιος δεν είμαι;» αναρωτιέται από μέσα του με απόγνωση) ή τις έντονες επιθυμίες του για παρά φύσει (anal ντε) σεξουαλικές εξορμήσεις, και αναφέρεται στους «δημοσιογράφους της κεντροαριστεράς», τους οποίους παρομοιάζει με τους Τρώες που συστηματικά έγραφαν στα τέτοια τους τις προφητείες της Κασσάνδρας, αιωνίως βολεμένοι στη στραβομάρα και στην αφηρημένα προοδευτική κοσμάρα τους: «Τελικά, είναι μάλλον απίθανο να κατανοήσουν οι άνθρωποι που έχουν ζήσει και ευημερήσει υπό τη σκέπη ενός δεδομένου κοινωνικού συστήματος την οπτική εκείνων που αισθάνονται ότι αυτό το σύστημα δεν τους προσφέρει απολύτως τίποτα και μπορούν να αναλογιστούν την καταστροφή του χωρίς κανένα ζόρι».    

 

Προφανώς και δεν ήταν ο πρώτος και σίγουρα όχι ο τελευταίος που θίγει το ζήτημα. Εδώ και καιρό έχει ανεπίσημα κηρυχτεί περίοδος κυνηγιού (open season, που λένε και στα αγγλικά) της κεντροαριστεράς ή της σοσιαλδημοκρατίας, η οποία ως τρόπος πολιτικής σκέψης και μοντέλο εξουσίας βάλλεται πανταχόθεν, όπως βάλλεται και η ιδέα του «ευρωπαϊκού πολιτισμού» γενικότερα. Ήταν κι αυτή μια ιδέα που επιστρατεύτηκε για να αντιπαρατεθεί στις βίαιες προκλήσεις που βίωσε η Γηραιά Ήπειρος τον περασμένο αιώνα μέχρι και το τέλος του Ψυχρού Πολέμου και τώρα πλέον μοιάζει με απομονωμένο μαυσωλείο στο περιθώριο μιας εύφλεκτης παγκόσμιας κατάστασης ή μπορεί να βρει τον τρόπο να επιτύχει στο μέλλον κάποιου τύπου σωτήριο comeback; Αυτά συζητάγαμε κάποια πρωινά και με κάποιους Ευρωπαίους συναδέλφους σε πρόσφατο ταξίδι στη Χαβάη για λογαριασμό αυτού εδώ του μέσου (θα ακολουθήσει εκτενές θέμα). Για τις επικείμενες εκλογές στη Γαλλία, για τον Τραμπ, για την άνοδο του εθνικισμού, για το προσφυγικό και για το αν έχουν κάποια βάση οι φήμες που θέλουν τον Κριστιάνο Ρονάλντο γκέι. Ευρωπαϊκοί διάλογοι, οι Βορειοαμερικανοί δεν συμμετείχαν, δεν το έχουν με τις καφενόβιες κουβέντες (και με τον καφέ επίσης), είναι από άλλο ύφασμα, πώς να το κάνουμε. Δεν βγάλαμε άκρη φυσικά, ήταν εξαιρετικά παρήγορη πάντως η διαπίστωση ότι υπάρχει τελικά ένα κοινό πεδίο αντίληψης μεταξύ των ανθρώπων που έχουν μεγαλώσει με την ιδέα μιας κοινής Ευρώπης (είτε είναι Ισλανδοί, είτε Έλληνες, είτε Πολωνοί) που δεν συνάδει απαραίτητα με το θολό όραμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, εξακολουθεί να περιλαμβάνει όμως αδιαπραγμάτευτες αξίες που έχουν γερές βάσεις και μπορούν να λειτουργήσουν ως ισχυρό ανάχωμα στην επέλαση του κύματος ακραίου και φασίζοντος εθνολαϊκισμού που απειλεί να μας καταπιεί.