Τώρα να το πω ή θα φανεί πόζα; Οι γιορτές των Χριστουγέννων δεν μου πολυαρέσουν τα τελευταία αρκετά χρόνια. Για την ακρίβεια με μελαγχολούν, ειδικά στα πιο πολυσύχναστα σημεία αυτής της πόλης. Ίσως γιατί εκεί πλεονάζει όλος αυτός ο εντυπωσιακός στολισμός που σου υποβάλλει κάπως πειθαναγκαστικά την ιδέα της πάση θυσία διασκέδασης και την προσδοκία για γιορτινά τραπέζια με όρους λίγο τηλεοπτικής διαφήμισης: όλοι καλοντυμένοι, όλοι ευτυχείς, τσουγκρίζουν εξαιρετικό κρασί και ανταλλάσσουν δώρα γύρω από στολισμένα δέντρα που θα ζήλευε κι ο σχεδιαστής της βιτρίνας του Moschino στο Μιλάνο. Κι επιπλέον γιατί όλο αυτό το εορταστικό κλίμα λειτουργεί (και πώς θα μπορούσε να γίνει αλλιώς) με την εμπορική κεκτημένη ταχύτητα άλλων εποχών, όταν δεν «έκοβες» δώρα για να ανταποκριθείς έστω και με ένα ελάχιστο στην προσμονή των μικρότερων, ούτε υπολόγιζες στην τρίχα το κόστος του χριστουγεννιάτικου τραπεζιού. Ίσως όμως και επειδή, μεγαλώνοντας, συνειδητοποίησα ότι όλη αυτή η προσδοκία της γιορτινής διασκέδασης είναι συνήθως μια ψευδαίσθηση που αν της παραδοθείς, θα καταλήξεις κατά κανόνα κάπου στριμωγμένος, τσαλακωμένος κι εκνευρισμένος, αφού θα έχει προηγηθεί ο πατροπαράδοτος τέτοιες ημέρες καβγάς του μποτιλιαρίσματος («Χριστούγεννα πάντα τσακωνόμαστε! Και τι σου χρωστώ και τι μου χρωστάς. Μια τύφλα, εν τέλει, μοιραζόμαστε...»). Γι' αυτό, με τα χρόνια αποσυνδέθηκα σταδιακά από την ιδέα της πολυτελούς ή της έκτακτης γιορτινής Παραμονής και άρχισα να απολαμβάνω πιο εφικτές και λιτές συνθήκες. Και δυο φίλοι στο μπαράκι της γειτονιάς αρκούν.


«Όλο αυτό είναι σύμπτωμα... βαθιάς ενηλικίωσης» με προειδοποιεί ο πατέρας μου, χαμογελώντας λίγο πικρά, λίγο χαιρέκακα. Μα, ασφαλώς. Εξού και η τάση τέτοιες μέρες να επιστρέφω σε άλλα Χριστούγεννα που πέρναγα παιδί ή έφηβη, κυρίως σε πολυπρόσωπα τραπέζια που τότε βαριόμουν φρικτά και τώρα μου λείπουν ανεπιστρεπτί. Ανακαλώ αυτήν τη συγγενική πινακοθήκη με θείες, θείους και ξαδέλφια, αναγκαστικά φιλιά, άνοστα αστεία, ατελείωτα κουτσομπολιά, τις επικρίσεις της μάνας μου ψιθυριστά στην κουζίνα μη μας ακούσουν «γιατί έχεις τέτοια μούτρα;», την προσδοκία να συναντήσω μετά τον φίλο και τους φίλους μου στο τέλειο πάρτι ή στο τέλειο κλαμπ − που ποτέ δεν ήταν τέλειο παραμονή Πρωτοχρονιάς... Τότε κοίταγα το ρολόι πότε θα τελειώσει η υποχρέωση και τώρα μου λείπει εκείνο το τελετουργικό, εκείνη η γλύκα κι εκείνη η πινακοθήκη προσώπων που έφυγαν, που άλλαξαν, που αντικαταστάθηκαν από τα παιδιά τους, συγγενείς κι αυτά, με τα οποία όμως δεν έχουμε πια εκείνο τον «παλιομοδίτικο» τρυφερό σύνδεσμο.

 

 

Κι ύστερα είναι και τα άλλα, τα μικρά μπαλκόνια των πυκνοκατοικημένων, λαϊκότερων συνοικιών, με την τρυφερότητα των απολύτως κιτς Αϊ-Βασίληδων που σκαρφαλώνουν απέξω στο μικρό κάγκελο. Για να πάνε πού; Δίπλα στη χρησιμοποιημένη σφουγγαρίστρα και στην παπουτσοθήκη που έχει σκουριάσει στη γωνιά του μπαλκονιού;


Χριστουγεννιάτικα βίτσια της «βαθιάς ενηλικίωσης» έχω δύο ακόμα. Πρώτον, σε αντίθεση με τον δημόσιο στολισμό του κέντρου της πόλης, με συγκινούν τα χριστουγεννιάτικα δέντρα στους εργασιακούς χώρους, όταν αυτοί ερημώνουν το βράδυ. Αυτά μου ασκούν μια απροσδιόριστη έλξη. Να, όταν σε βιτρίνες ή μεγάλα παράθυρα διακρίνεις στο σχεδόν σκοτάδι δεντράκια που τα λαμπάκια τους εκτινάσσουν, εντελώς μάταια, μικρές ριπές φωτός σε σιωπηρούς τοίχους, άδειες εισόδους, άδειους χώρους υποδοχής.

 
Αντιστοίχως, μου αρέσει να χαζεύω, κυρίως σε γειτονιές ξένες, όχι τη δική μου, το αντιφέγγισμα των δέντρων στα παράθυρα. Στα βόρεια προάστια είναι συνήθως αυτά τα μεγάλα, γεωμετρικά αρχιτεκτονημένα, μοντέρνα μπαλκόνια. Και μέσα, αν είναι τραβηγμένες οι κουρτίνες, διακρίνονται συνήθως λιτά, μοντέρνα έπιπλα και δέντρα βγαλμένα σαν από περιοδικό decoration. Μετά είναι τα μπαλκόνια του αστικού κέντρου, πιο μικρά, αυστηρά και περίκλειστα, στις πολυκατοικίες της Βασιλίσσης Σοφίας π.χ. ή στις παλιότερες κατοικίες των Ιλισίων ή της ευρείας ακτίνας του Κολωνακίου. Με σχεδόν πάντα τραβηγμένες τις κουρτίνες κι ένα αδιόρατο τρεμοπαίξιμο από τα φωτάκια στο πανί τους, με όρους καθωσπρέπει, τα εν οίκω μη εν δήμω. Κι ύστερα είναι και τα άλλα, τα μικρά μπαλκόνια των πυκνοκατοικημένων, λαϊκότερων συνοικιών, με την τρυφερότητα των απολύτως κιτς Αϊ-Βασίληδων που σκαρφαλώνουν απέξω στο μικρό κάγκελο. Για να πάνε πού; Δίπλα στη χρησιμοποιημένη σφουγγαρίστρα και στην παπουτσοθήκη που έχει σκουριάσει στη γωνιά του μπαλκονιού; Ή μέσα στο καθιστικό, δίπλα στο πολυφορτωμένο δέντρο με όλα τα λίγο κραυγαλέα παραφερνάλια, αλλά και τις μεγάλες προσδοκίες, εκεί δίπλα στον λίγο βουλιαγμένο καναπέ όπου κοιμάται κάποια γιαγιά;


Κι αλήθεια, ίσως αυτό να είναι το πιο σταθερό χριστουγεννιάτικο βίτσιο μου. Να χαζεύω τα μπαλκόνια και να φαντάζομαι τι γιορτές να κάνουν εκεί μέσα. Ποιοι να μένουν; Τι ιστορίες κουβαλούν; Τι θα μαγειρέψουν; Τι θα φορέσουν; Τι μουσική θα παίζει; Πώς να μυρίζει το σπίτι; Τι να εύχονται για την καινούργια χρονιά αυτά τα διαφορετικά μπαλκόνια της πόλης; Κι αν μπορούσα να ακούσω τις ευχές τους σαν τον άγγελο στο μετρό στα «Φτερά του Έρωτα» του Βιμ Βέντερς (αυτή η σκηνή θα με γοητεύει για πάντα), τι θα άκουγα; Χρήματα, ασφαλώς. Να βρω έναν άνθρωπο. Να μετακομίσω. Να πάω καλά στις εξετάσεις. Να μην έχω τίποτα, Θεέ μου. Να πάω ένα ταξίδι. Να βρω μια δουλειά. Να βρω μια δουλειά στο εξωτερικό. Να μ' αγαπάει... Αχ, ας είναι μια καλύτερη χρονιά αυτή....


Ναι, ας είναι μια καλύτερη χρονιά αυτή...