Το ενδιαφέρον του δημοσιογράφου Νικόλα Ζηργάνου για την αρ- χαιοκαπηλία ως διεθνές κύκλωμα ξεκίνησε επίσημα το 1999, σε μια Ελλάδα που διέφερε πολύ από τη σημερινή: τα τελευταία είκοσι χρόνια το τοπίο ως προς το τι είναι ηθικό και παραδεκτό στον κόσμο των συλλεκτών αρχαιοτήτων αλλά και των μουσείων που επιθυμούν διακαώς να συνεχίσουν να εμπλουτίζουν τις συλλογές τους έχει αλλάξει ριζικά, κυρίως χάρη στους επαναπατρισμούς διάσημων κλεμμένων ευρημάτων σε Ελλάδα και Ιταλία από μερικά από τα μεγαλύτερα μουσεία και συλλέκτες του κόσμου. Ο Ζηργάνος, που δουλεύει είκοσι τρία χρόνια ως δημοσιογράφος (τα έντεκα στο διεθνές τμήμα της «Ελευθεροτυπίας») «κόλλησε». Η αρχαιοκαπηλία έγινε η εμμονή του: «Μαγεύεται κανείς, νομίζω, από την ελληνική τέχνη της αρχαιότητας, ακόμα και άνθρωποι αδαείς και μη ειδικοί, όπως εγώ. Υπήρχαν πολλοί αρχαιοκάπηλοι, που όταν τους έπιασαν έκλαιγαν, γιατί κινδύνευε να σπάσει αυτό που μετέφεραν». Μετά από ένα επιτυχημένο ντοκιμαντέρ (το «Κύκλωμα», σε συνεργασία με τον Ανδρέα Αποστολίδη) που προβλήθηκε το 2005, έπεσε στα χέρια του μια πληροφορία για ένα Χρυσό Στεφάνι από τη Μακεδόνια που είχε πουληθεί παράνομα στο Μουσείο Γκετί στην Καλιφόρνια. Μέσα από ένα δαιδαλώδες παζλ και μια υπόθεση που θυμίζει αστυνομικό μυθιστόρημα, με τη συνεργασία ενός δικτύου δημοσιογράφων (από τους «L.A. Times» μέχρι την «Daily Telegraph»), δικηγόρων, αστυνομικών και αρχαιολόγων απ' όλο τον κόσμο, ο Ζηργάνος συνέχισε να δουλεύει 4 χρόνια σε αυτή την ιστορία μέχρι να βρει την άκρη του νήματος. Πάνω στην έρευνα και στην ιστορία του βασίστηκε και το ντοκιμαντέρ «Οι τυμβωρύχοι των Θεών», μια συμπαραγωγή επτά ευρωπαϊκών χωρών. To στεφάνι που γύρισε στην Ελλάδα δεν ήταν παρά μόνο η αρχή. Σε μια Αθήνα χτισμένη πάνω σε θραύσματα πολιτισμών και με το Μουσείο της Ακρόπολης να έχει κάνει το δίλημμα των Ελγινείων πιο επίκαιρο από ποτέ, ο δρόμος για την επιστροφή αρχαιοτήτων έχει πια ανοίξει για τα καλά - το ίδιο και οι ερωτήσεις για ένα ιδιαίτερα κλειστό διεθνές κύκλωμα. Πώς λειτουργεί το κύκλωμα της αρχαιοκαπηλίας; Πώς βρίσκονται καινούργια ευρήματα σε διεθνή μουσεία; Τι ακριβώς συμβαίνει αυτήν τη στιγμή με τη διεκδίκηση των αρχαιοτήτων από μεγάλους συλλέκτες και μουσεία; Ποιος  μπορεί και ποιος δεν μπορεί να συλλέγει;

 

Περίμενες ότι το Στεφάνι θα επέστρεφε στην Ελλάδα;

Κοίταξε, όλα ξεκίνησαν από έναν αστυνομικό που δεν θέλησε ποτέ να αποκαλύψει το όνομά του, ο οποίος ένα βράδυ μού είπε «έλα, μωρέ, είναι μπλεγμένο και το ελληνικό κράτος» και μου έδωσε έναν φάκελο με κάποια χαρτιά. Ένα από αυτά ήταν η πρόταση της Ελληνικής Αστυνομίας προς το υπουργείο Πολιτισμού να διώξουν την έφορο του Μουσείου Γκετί, Μάριον Τρου, ως ύποπτη για αρχαιοκαπηλία, και το υπουργείο απαντούσε ότι «δεν επιθυμούμε τη δίωξή της». Τι δουλειά έχει η αστυνομία να ρωτάει κάτι τέτοιο και φυσικά τι δουλειά έχει το υπουργείο Πολιτισμού να απαντάει ότι δεν επιθυμεί τη δίωξή της; Αυτή η υπόθεση είχε αραχνιάσει σε έναν φάκελο επί χρόνια. Στην αρχή βρήκα μια κατάθεση στην Interpol ενός Έλληνα της Γερμανίας, ο οποίος φαινόταν να συστήνει στους αρχαιοκάπηλους τη Μάριον Τρου για την αγορά του Στεφανιού. Στη συνέχεια βρήκα μια πολαρόιντ φωτογραφία του Στεφανιού που είχε σταλεί σε έναν Ιταλό αρχαιοκάπηλο. Μετά μίλησα με καραμπινιέρους στην Ιταλία και αστυνομικούς στη Γερμανία, οι οποίοι μου έδωσαν απλόχερα τη βοήθειά τους, την ίδια εποχή που η ελληνική πολιτεία μού έκλεισε την πόρτα. Ήταν ένα παζλ. Μάζευα ψηφίδες και πληροφορίες και κάποια στιγμή κατάλαβα πως δεν είναι ένα πρόβλημα που μπορείς να το αντιμετωπίσεις μόνο εντός συνόρων. Θέλει κοινή στρατηγική, κι έτσι χτίστηκε σιγά σιγά αυτή η προσέγγιση Ελλάδας και Ιταλίας. Κερδίσαμε όλοι από αυτή την ιστορία. Μέσω της δημοσιότητας που πήρε η υπόθεση του Στεφανιού ευαισθητοποιήθηκαν άνθρωποι σε όλο τον κόσμο, πανεπιστήμια, δικαστικοί, απλοί πολίτες, και το κέρδος ήταν πολύ μεγάλο. Εξάλλου, η δίκη αυτή, ανεξάρτητα από το ότι δεν καταδικάστηκε η Τρου, έφερε στην επιφάνεια τον πανομοιότυπο τρόπο με τον οποίον λειτουργεί αυτό το κύκλωμα. Σχεδόν σε όλες τις υποθέσεις εμπλέκονται τα ίδια δέκα άτομα. Υπάρχουν δέκα ντίλερ και πέντε μουσεία που κρατάνε το 80% της παγκόσμιας αγοράς.

 

Ποιος ακριβώς είναι ο τρόπος που δουλεύει αυτό το κύκλωμα; Υπάρχει πατέντα;

Η κλασική περίπτωση είναι ότι ένας γεωργός, ένας κτηνοτρόφος ή ένας ψαράς πέφτει είτε επίτηδες είτε κατά λάθος πάνω σε κάτι σημαντικό. Αυτοί συνήθως το στοκάρουνε και ψάχνουν να βρουν έναν ενδιάμεσο που θα το μεταφέρει στο εξωτερικό. Σε μια Ευρώπη χωρίς σύνορα και τελωνεία, εύκολα μια νταλί- κα από την Ελλάδα, η οποία μεταφέρει φρούτα, μπορεί να κουβαλήσει και μερικές αρχαιότητες. Δεν είναι ούτε άνθρωποι ούτε ναρκωτικά, οπότε ούτε μυρίζουν ούτε ανιχνεύονται. Ξεφορτώνονται συνήθως είτε στο Μόναχο είτε στο free port της Γενεύης σε μια transit περιοχή. Εκεί αποθηκεύονται σε έναν duty free χώρο, όπου κοιμούνται, περιμένουν τους αγοραστές, ενώ παράλληλα τρέχουν και οι ημερομηνίες παραγραφής. Το αντικείμενο «ξεπλένεται» με τριγωνικές συναλλαγές μεταξύ offshore εταιρειών - συνήθως ο πρώτος και ο τελευταίος αποδέκτης είναι το ίδιο πρόσωπο. Από κει και πέρα, αφού περάσουν τρία με πέντε χρόνια, το αντικείμενο φεύγει και πάει στις αγορές, στο Λονδίνο, τη Νέα Υόρκη, το Τόκυο, και πουλιέται σε δημοπρασίες. Πλέον, αυτός που το 'χει αγοράσει το 'χει «ασπρίσει» - έχουν περάσει 3-4 αγοραστές πριν από αυτόν, έστω και εικονικοί, αλλά αυτός μπορεί να ισχυριστεί ότι το αγόρασε καλή τη πίστει.

 

Η Ελβετία δηλαδή «ξεπλένει» αρχαιότητες;

Το αντικείμενο φεύγει με κανονικά παραστατικά και ο ντίλερ υπογράφει μια δήλωση του νόμου 105 που λέει «χώρα προέλευσης: Ελβετία!». Όταν πια φτάσει στο Άμστερνταμ ή τη Νέα Υόρκη, πουλιέται σε ένα μεγάλο μουσείο ή σε έναν μεγάλο συλλέκτη. Πολλές φορές έχει συμβεί αυτό από τη στιγμή που το αντικείμενο βρίσκεται σε μια αποθήκη στην Ελβετία. Έχεις τη φωτογραφία του αντικειμένου, το βγάζεις στην αγορά σαν φωτογραφία, το βλέπουν οι κατάλληλοι αγοραστές κι αν τους αρέσει αρκετά και είναι αρκετά σημαντικό, πάνε και το βλέπουν και από κοντά στην Ελβετία και το παραγγέλνουν.

 

Τι έχει επιστραφεί στην Ελλάδα εκτός από το Στεφάνι του Γκετί;

Μαζί με το Στεφάνι από το Γκετί ήρθε μια καταπληκτική αρχαϊκή κόρη, που βρίσκεται στο Αρχαιολογικό Μουσείο της Αθήνας, μια στήλη από μαύρο ασβεστόλιθο, που σήμερα είναι στο Αρχαιολογικό Μουσείο της Θήβας, ένα όχι και τόσο σημαντικό κομμάτι που σήμερα βρίσκεται στο Αρχαιολογικό Μουσείο Θάσου. Από την ιδιώτη συλλέκτη Shelby White επιστράφηκαν μια στήλη που βρήκε το άλλο της μισό και βρίσκεται στο Αρχαιολογικό Μουσείο της Βραυρώνας κι ένα καταπληκτικό χάλκινο αντικείμενο από τη Μακεδονία. Επιστράφηκαν κομμάτια από τη Γερμανία, από τη Σουηδία, μέχρι και οι Ούγγροι θέλησαν να μας επιστρέψουν κομμάτια αυτοβούλως. Μια λήκυθος επέστρεψε από την Ελβετία μετά από ενέργειες του Γληγόρη, του αστυνομικού που ήταν υπεύθυνος για την αρχαιοκαπηλία, και του δικηγόρου Ηλία Μπίσια. Υπάρχουν αρκετές πολύ μεγάλες επιτυχίες που πέρασαν μάλλον στο ντούκου. Και οι Ιταλοί έχουν πάρει εκατοντάδες κομμάτια πίσω, ανάμεσά τους την Αφροδίτη της Μοργκαντίνα, τον Κρατήρα του Ευφρονίου και άλλα, πολύ σημαντικά κομμάτια.

 

Ποια μουσεία είναι ύποπτα ξανά και ξανά;

Μα δεν υπάρχει κανένα μουσείο στον κόσμο που να έχει πάρει ελληνικές αρχαιότητες οι οποίες να μην έχουν ανασκαφεί παράνομα. Δεν μπορείς να ξέρεις τι είναι παραγεγραμμένο, τι είναι παλιά συλλογή, τι είναι του 1800, τι είναι το «βρήκα στη σοφίτα του παππού μου ένα αγγείο». Αλλά όταν ανασκάφηκαν αυτά τα αγγεία, ανασκάφηκαν με παράνομο τρόπο, κάποιοι τα ιδιοποιήθηκαν κακώς και τα έβγαλαν και παράνομα από τη χώρα. Προφανώς, δεν ζητάς πίσω οτιδήποτε υπάρχει σε όλα τα μουσεία, αλλά καλό είναι να έχουμε μια επίγνωση ότι όλα όσα βρίσκονται εκεί είναι παράνομα. Νομικά, δεν μπορείς πια να τα διεκδικήσεις. Τα Ελγίνεια, ας πούμε, ίσως θα 'πρεπε να γυρίσουν πίσω απλώς για να 'ναι ακέραιο όλο αυτό το μνημείο και να μην είναι μοιρασμένο σε 100 μεριές.

 

Τι διεκδικεί η Ελλάδα αυτήν τη στιγμή;

Η Ελλάδα διεκδικεί διάφορα κομμάτια, είτε με επιστολές είτε με δικαστική συνδρομή είτε μέσω αστυνομικής συνεργασίας. Υπάρχουν, βέβαια, δυο υποθέσεις που αργούν. Στο Μουσείο Carlos της Ατλάντα βρίσκονται ένα άγαλμα ελληνιστικό της Τερψιχόρης κι άλλα δύο ευρήματα για τα οποία υπάρχουν όχι μόνο στοιχεία αλλά και μαρτυρίες κάποιων ότι τα είδαν στην Ελλάδα πριν φυγαδευτούν στο εξωτερικό, υπάρχουν φωτογραφίες των αρχαιοκάπηλων και καταθέσεις, και αντί να ασκηθεί δίωξη σε αυτό το μουσείο και να μας παρακαλούν γονατιστοί να τα γυρίσουν πίσω και να μην πάθουν τίποτα, η υπόθεση αραχνιάζει στα συρτάρια. Δεν καταλαβαίνω πώς είναι δυνατόν να έχουν περάσει τρία χρόνια από τότε που το έβγαλε η «Ελευθεροτυπία» πρωτοσέλιδο κι έγινε η προκαταρκτική εξέταση, να έχει πάει στον εισαγγελέα, και η υπόθεση να μην προχωράει.

 

Εκτός από την πολιτιστική ζημιά που προκαλεί η αρχαιοκαπηλία, υπάρχει πάντοτε και η οικονομική.

Καταρχάς, κατά τη διαδικασία της παράνομης εκσκαφής που γίνεται και γρήγορα και από ανθρώπους που δεν ξέρουν, καταστρέφεται αυτό που λέμε context: το περιβάλλον, οι πληροφορίες που συνυπάρχουν με το αντικείμενο. Για το Μακεδονικό Χρυσό Στεφάνι του Γκετί που σήμερα βρίσκεται στο Αρχαιολογικό Μουσείο ελάχιστα πράγματα ξέρουμε. Εάν το βρίσκαμε στον ασύλητο τάφο μαζί με όλα τα άλλα κτερίσματα, τις ταφές, τα κόκαλα, θα γνωρίζαμε ένα σωρό πράγματα που θα πλούτιζαν τη γνώση μας για εκείνη την περίοδο και την κοινωνία που το έφτιαξε. Δεν είναι ένα αντικείμενο τέχνης απο- κομμένο από το κοινωνικό περιβάλλον και την ιστορία που το γέννησε. Υπάρχει όμως κι ένας άλλος παράγοντας, o οικονομικός. Στα Αηδόνια έξω από τη Νεμέα ένα ολόκληρο χωριό έσκαβε επί έξι μήνες. Ο παπάς, ο αστυνόμος, ο δάσκαλος, όλοι μαζί έσκαψαν πάνω από 17 θολωτούς μεγάλους μυκηναϊκούς τάφους: μεγάλα δωμάτια γεμάτα χρυσά και κεραμικά αντικείμενα. Μέσα σε έξι μήνες πούλησαν όλα τα ευρήματα. Πολύ αργότερα η Αρχαιολογική Υπηρεσία έκανε μια σωστή δουλειά, μια κανονική ανασκαφή στα ευρήματα των τάφων, και βρήκε μια γωνίτσα ασύλητη και χάρη σ' αυτήν, πέραν του ότι τεκμηρίωσαν ότι αυτά που βγήκαν στο εξωτερικό προέρχονται από την περιοχή, τακτοποίησαν αυτά που έλειπαν και τα γύρισαν πίσω ο Σακελλαράκης, η Ρωμιοπούλου, η Βαλάκου, η Δημακοπούλου. Αυτός ο μικρός θησαυρός τώρα έχει μια ολόκληρη πτέρυγα στο Αρχαιολογικό Μουσείο της Νεμέας, το οποίο δέχεται κάθε χρόνο χιλιάδες επισκέπτες. Σκέψου ότι αυτό το χωριό είναι πια ρημαγμένο κι έχει πλέον μόνο δυο γέρους, δεν υπάρχει τίποτα. Αν είχε σήμερα δεκαεφτά ασύλητους μυκηναϊκούς τάφους, θα ήταν ένα από τα μεγαλύτερα ανοιχτά μουσεία στον κόσμο και θα είχε εκατομμύρια επισκέπτες για πάντα. Δηλαδή, αυτοί πούλησαν όλο το μέλλον των παιδιών τους κι όλο το παρελθόν τους για ένα κομμάτι ψωμί. Επίσης, εάν όλα τα ευρωπαϊκά, αμερικανικά, γιαπωνέζικα μουσεία μπορούν να αγοράζουν από την ελεύθερη παράνομη αγορά όλα τα αριστουργήματα της ελληνικής και της ρωμαϊκής περιόδου τα οποία έχουν ανασκαφεί παράνομα, να τα εκθέτουν, να τα μελετούν, να κάνουν εκθέσεις, δεν υπάρχει κανένας λόγος να πάει κάποιος τουρίστας στην Αθήνα ή στη Ρώμη. Ας αφήσουμε τα ιδεολογήματα, τη φιλοπατρία ή την ύβριν ότι σκάβεις τους τάφους των προγόνων σου. Ας μείνουμε στην καταστροφή του περιβάλλοντος και στην οικονομική ζημιά που έχει η κοινωνία ή η χώρα.

 

Πιστεύετε ότι οι άλλες χώρες διεκδικούν καλύτερα από μας;

Η Ελλάδα έχει κάνει ένα άλμα σε αυτό τον τομέα τα τελευταία χρόνια. Βεβαίως, αυτό οφείλεται σε μεγάλο βαθμό και στην ιταλική εμπειρία. Οι Ιταλοί πραγματικά είναι τοπ στον συγκεκριμένο τομέα. Έχουν μια σταθερή, διαχρονική, εξαιρετικά αποτελεσματική πολιτική στο συγκεκριμένο θέμα. Έχουν μια απίστευτα τεχνολογικά και επιχειρησιακά προηγμένη υπηρεσία για την προστασία της πολιτιστικής κληρονομιάς, που είναι μια υπηρεσία -πρότυπο διεθνώς.

 

Αναφέρατε τον όρο «αρχαιοπωλείο». Στην Ελλάδα υπάρχουν αρχαιοπωλεία;

Ναι, υπάρχουν κάποια τέτοια καταστήματα που λειτουργούν με ειδική άδεια - κυρίως στην οδό Πανδρόσου στο Μοναστηράκι. Εισάγουν αρχαιότητες συνήθως από οίκους δημοπρασιών του εσωτερικού. Το νόμιμο εμπόριο είναι σχεδόν ανύπαρκτο βέβαια σε σχέση με το παράνομο. Τη δεκαετία του '60 και του '70 η οδός Πανδρόσου ήταν κάτι σαν τη Γουόλ Στριτ των αρχαιοκάπηλων. Όλα τα μεγάλα ονόματα της αρχαιοκαπηλίας είχαν μαγαζί-αντικερί και στα κρυφά πέρναγαν από τα χέρια τους χιλιάδες κομμάτια.

 

Αυτό πότε άλλαξε;

Κοίτα, αυτό που ήταν ηθικά και κοινωνικά παραδεκτό το '70 δεν είναι σήμερα, υπάρχουν άλλα στάνταρ πια. Πάρε για παράδειγμα τα κυκλαδικά εδώλια που είναι μοναδικής αισθητικής. Μέχρι τη δεκαετία του '50 η αντίληψη των αρχαιολόγων ήταν ότι επρόκειτο για πρώιμη βάρβαρη τέχνη - κανείς δεν ενδιαφερόταν. Όταν τη δεκαετία του '50 ξεκίνησε το κίνημα του μοντερνισμού, τα κυκλαδικά απέκτησαν αγορά. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να συληθούν οι Κυκλάδες επί δύο δεκαετίες σε απίστευτο βαθμό. Γιατί ξέρουμε τόσο λίγα για τον πολιτισμό των Κυκλάδων; Όχι μόνο επειδή δεν είχαν γραφή αλλά κυρίως επειδή ελάχιστες ανασκαφές έγιναν νόμιμα. Εκείνη την περίοδο το κράτος δεν μπορούσε να προστατέψει την πολιτιστική του κληρονομιά ούτε να εμποδίσει την ασύστολη κλοπή που γινόταν. Κατανοώ ως λογική ότι στη δεκαετία του '50 ή του '60 μπορεί να βρισκόταν ένας ιδιώτης ο οποίος για το καλό του τόπου, της τέχνης ή της πατρίδας τα μάζευε για να μη φύγουν. Σήμερα, όμως, που υπάρχει μια ευνομούμενη πολιτεία, που υπάρχουν οι κατάλληλες συνθήκες κι έχουν αλλάξει η νοοτροπία και οι ηθικοί κώδικες των μουσείων, δεν μπορώ να δεχτώ ότι ένας ιδιώτης μπορεί να ψωνίζει από την ελεύθερη αγορά, να τα δωρίζει μετά στα μουσεία και να μην τρέχει τίποτα.

 

Μόνιμη απορία για πολύ κόσμο, πάντως, είναι πώς ακριβώς βγάζει κανείς άδεια συλλέκτη.

Ρωτήστε τον κ. Μητσοτάκη. Εκατοντάδες Έλληνες έχουν συλλογές στο σπίτι τους. Τώρα, πόσοι από αυτούς έχουν άδεια συλλέκτη και τι κάνουν είναι άλλο θέμα.

 

Οι ιδιωτικές συλλογές, βέβαια, ανήκουν σε επιφανείς ανθρώπους. Είναι κανείς διατεθειμένος να ασκήσει δίωξη;

 

Μα δεν χρειάζεται να τους ασκήσεις δίωξη. Θα ήταν απαράδεκτο να ζητήσεις απ' όλους τους ιδιώτες συλλέκτες και τα ιδιωτικά μουσεία και ενδεχομένως και μερικά δημόσια του εξωτερικού που έχουν ελληνική τέχνη να σου τα επιστρέψουν όλα πίσω. Πρέπει, όμως, να υπάρχουν κάποιοι κανόνες πια. Έτσι κι αλλιώς, ό,τι χρονολογείται πριν από τη δεκαετία του '70 είναι πια πέραν διεκδίκησης, και ηθικά και νομικά. Εγώ μιλάω για ανθρώπους που ξεκινούν να συλλέγουν σήμερα. Ας είναι καταγεγραμμένες οι συλλογές, ας δημοσιεύουν οι αρχαιολόγοι, δεν μπορεί σήμερα μουσεία και ιδιώτες συλλέκτες να συνεχίσουν να ζητάνε κλεμμένα. Δεν υπάρχει, από συστάσεως του ελληνικού κράτους, οποιαδήποτε άδεια εξαγωγής ελληνικών αρχαιοτήτων, εκτός κι αν είναι κάτι δανεικό για μια έκθεση. Όλες αυτές οι συλλογές είναι με κάποιον τρόπο παράνομες. Το ότι οχυρώνονται πίσω από νομικά τερτίπια σημαίνει ότι δεν ξερουν πως τα αντικείμενα είναι κλεμμένα; Πρόκειται για μια κοροϊδία. Καταλαβαίνω ότι τα μουσεία θέλουν να κάνουν εκθέσεις. Έχουν ανάγκη να προσελκύσουν το κοινό και να αλλάζουν τις εκθέσεις τους, να αλλάζουν τα αντικείμενα που έχουν, να τα εμπλουτίζουν. Ας δημιουργήσουμε μαζί εκθέσεις, ας τις εξάγουμε, ας στέλνουμε κάθε χρόνο εκ- θέσεις, δημοσιεύσεις, ανασκαφές μαζί. Θα ήταν εσωστρεφές και βλακώδες να θέλουμε να κρατήσουμε τα πάντα για πάρτη μας. Η πολιτιστική κληρονομιά ανήκει σε όλους, αλλά πρέπει να σταματήσουν τα ξένα μουσεία να αγοράζουν κλεμμένες αρχαιότητες. Φαντάζομαι ότι είναι γνωστό ποιοι είναι αρχαιοκάπηλοι και ποιοι συλλέγουν, πια. Ναι, αλλά το θέμα είναι ότι άλλο να ξέρεις, άλλο να μπορείς να το αποδείξεις και άλλο να μπορείς να καταδικάσεις, γιατί ίσως να έχει περάσει  μια πενταετία, μια δεκαετία, ανάλογα με τον χρόνο που έχει ορίσει μια χώρα για παραγραφή. Το θέμα δεν είναι να βάλεις τον κόσμο φυλακή, αλλά να είσαι σε θέση να αλλάξεις την αντίληψη των ανθρώπων και να επέμβεις πάνω στην αγορά. Εάν μειώσεις τη ζήτηση από τα μεγάλα μουσεία και τους μεγάλους συλλέκτες, θα μειωθεί και η προσφορά.

 

Πώς θα μειωθεί η ζήτηση;

Η ζήτηση έχει ήδη πέσει για τις αρχαιότητες που δεν έχουν προέλευση. Το καλύτερο παράδειγμα μου το είπε ο Ιταλός εισαγγελέας Πάολο Φέρι. Έπιασαν μια σπείρα αρχαιοκάπηλων οι οποίοι βρήκαν ένα μνημείο αφιερωμένο στους μονομάχους κοντά στο Κολοσσαίο: τεράστιες μαρμάρινες πλάκες πάνω στις οποίες ήταν ζωγραφισμένοι οι μονομάχοι, ένα μοναδικό κι εξαιρετικά σημαντικό κομμάτι. Τέσσερα χρόνια έψαχναν οι αρχαιοκάπηλοι να το πουλήσουν και δεν έβρισκαν αγοραστή. Αυτό που συνέβη τα τελευταία δέκα χρόνια επηρέασε σημαντικά την αντίληψη των εφόρων των μουσείων, των συλλεκτών και των διοικητικών συμβουλίων των μουσείων της αγοράς, ότι πρέπει να αγοράζουν μόνο κομμάτια που έχουν προέλευση, που μπορούμε να διαπιστώσουμε ότι υπήρχαν πολλά χρόνια στα χέρια κάποιου ιδιώτη. Αν δεις και πρόσφατους καταλόγους μεγάλων οίκων, θα καταλάβεις ότι τα κομμάτια που βγάζουν πια έχουν πολύ συγκεκριμένη περιγραφή. Σου λένε, το κομμάτι αυτό το 1936 ανήκε στη συλλογή του βαρόνου Ψ. Στο παρελθόν είχαν ξεσαλώσει. Πουλούσαν ένα αριστούργημα κι έλεγαν «στα χέρια Ελβετού συλλέκτη» χωρίς ονόματα, χωρίς τίποτα. Ε, αυτό σταμάτησε. Γιατί οι επιτυχίες των Ιταλών ανάγκασαν τα μουσεία να επιστρέψουν, ντροπιασμένα πολλές φορές, κομμάτια στην Ελλάδα, και αυτό είχε ως αποτέλεσμα να αλλάξουν και αντίληψη. Το Γκετί, ας πούμε, δεν νομίζω ότι είναι το ίδιο πια. Δεν έγιναν όλοι Παναγίες, έγιναν πιο προσεκτικοί, δεν θέλουν να εμπλακεί το όνομά τους, δεν θέλουν να μπουν σε δικαστικές περιπέτειες, ούτε να χάσουν τα κομμάτια τους. Περνάμε πια σε μια άλλη εποχή. Ακριβώς επειδή μειώθηκε η ζήτηση, μειώθηκε και η προσφορά. Είναι μεγάλη επιτυχία αυτό. Υπάρχει μείωση της αγοράς και μια αλλαγή της αντίληψης παγκοσμίως από κράτη, οργανισμούς και ιδιώτες μέχρι ντίλερ.