Τι είναι τα Βαλκάνια; O Σέρβος Ζλάταν Ζούριτς, ένας από τους ήρωες του καινούργιου μυθιστορήματος του Δημοσθένη Κούρτοβικ Τι ζητούν οι βάρβαροι, αποκαλεί τα Βαλκάνια «ξερωγιασμένο τσαμπί σταφύλια». Αλλά και «δόκανο» με «κάθε αλεπού που πιάνεται σε αυτό να κόβει με τα δόντια το πόδι της για να ξεφύγει». Ο συγγραφέας και κριτικός λογοτεχνίας Δημοσθένης Κούρτοβικ συνθέτει μια σαγηνευτική τοιχογραφία των Βαλκανίων μέσα από τη συνάντηση τριών παλιών φίλων, ενός Έλληνα, ενός Σέρβου κι ενός Βούλγαρου στα μακεδονικά σύνορα. Αφορμή της συνάντησής τους είναι η αναβάθμιση ενός διαγωνισμού βαλκανικής λογοτεχνίας. Στο μυθιστόρημα Τι ζητούν οι βάρβαροι, η μνήμη, ζητήματα σχετικά με την εθνική ταυτότητα ή τις κοινές παραδόσεις των βαλκανικών κρατών συνυπάρχουν με ιστορικές φαντασιώσεις, παρεξηγήσεις αλλά και με τη μυστηριώδη δύναμη του έρωτα. Σε απόσταση, πάντοτε, από τις συνήθεις έριδες εθνικιστών και προοδευτικών.

Η κυκλοφορία του βιβλίου σας συμπίπτει με μια ακόμα βαλκανική αναταραχή και το Σκοπιανό να κυριαρχεί. Πώς ερμηνεύετε την ένταση στην περιοχή;

Η περίπτωση της FYROM είναι κάτι σαν ιστορική σουπερνόβα: Βλέπουμε με καθυστέρηση το φως ενός άστρου που έσβησε πριν από πολύ καιρό. Το άστρο αυτό είναι η εθνογένεση, η διαδικασία δημιουργίας ενός έθνους. Στην υπόλοιπη Ευρώπη η διαδικασία αυτή έχει συντελεστεί εδώ και τουλάχιστον έναν δύο αιώνες, γι' αυτό σήμερα μας φαίνεται αλλόκοτη και αυθαίρετη, όταν τη βλέπουμε να επαναλαμβάνεται στους γείτονές μας. Η δημιουργία εθνικής συνείδησης γίνεται με την ανάμειξη ιστορικών δεδομένων και μύθων. Το ίδιο συμβαίνει με τα Σκόπια. Το πρόβλημα για την περιοχή είναι ότι η εθνογένεση των Σλαβομακεδόνων, με τον τρόπο που είπα, θέτει υπό αμφισβήτηση την επίσημη εθνική ιστορία των γειτονικών κρατών, άρα εκ των πραγμάτων λειτουργεί αποσταθεροποιητικά. Αυτό είναι που κρύβεται πίσω από τη διαμάχη για το όνομα.

Η συνύπαρξη Ελλήνων, Βούλγαρων, Σέρβων, Αλβανών και Τούρκων μοιάζει εφικτή και ώριμη στο μυθιστόρημά σας. Έχω την αίσθηση ότι η αποκαλούμενη «επίσημη πολιτική», σχεδόν όλων των κρατών, συντηρεί εντέχνως το φανατισμό. Και αφήνει τη νηφαλιότητα στους λογοτέχνες, σε κλειστούς κύκλους διανοουμένων, σε... εκκεντρικές μειονότητες.

Η συμφιλίωση, στο τέλος του μυθιστορήματός μου, εκφράζεται με μια σκηνή όπου ζωντανοί και πεθαμένοι χορεύουν μαζί μακεδονίτικους χορούς. Τα φαντάσματα των πεθαμένων ζητούν τη συμφιλίωση, οι ζωντανοί όμως δεν μπορούν να βάλουν στην άκρη τις διαφορές τους, γιατί τους εμποδίζει η ανάμνηση των πεθαμένων, του παρελθόντος. Το κατορθώνουν μόνο στην κορύφωση ενός γλεντιού, όπου εκδηλώνουν τους καημούς τους, τον βαθύτερο εαυτό τους, τις ομοιότητές τους. Η υπερλειτουργία της Ιστορίας στα Βαλκάνια οφείλεται στην υπερλειτουργία της μνήμης. Ο Νίτσε έχει πει ότι για να φτιάξεις κάτι καινούργιο πρέπει να ξεχάσεις πολλά παλιά πράγματα. Αυτό, όπως φαίνεται, είναι δύσκολο στην περιοχή μας. Όχι, ως λογοτέχνης δεν είμαι υπέρ της νηφαλιότητας, είμαι υπέρ της ευαισθησίας που διακρίνει τις «ασιδέρωτες» γωνιές του ρούχου που ονομάζουμε πραγματικότητα.

Αν και αναφέρεστε σε γεγονότα και ζητήματα που θα έκαναν πολλούς θερμοκέφαλους Βαλκάνιους να αλληλοβρίζονται επί μήνες, η ανάγνωση του βιβλίου σας ρέει ανάλαφρα. Αποφεύγετε να τρομάξετε τον αναγνώστη ή μήπως προτείνετε, εμμέσως, μια διαφορετική προσέγγισης της Ιστορίας;

Ποτέ δεν χάιδεψα τους αναγνώστες μου, ποτέ δεν προσπάθησα να τους καθησυχάσω. Πιστεύω, όμως, πως η λογοτεχνία πρέπει να μετουσιώνει ακόμα και τις οδυνηρότερες εμπειρίες σ' έναν γοητευτικό μύθο, να υποβάλλει σύνθετες, ακόμα και δυσάρεστες ή αντιφατικές αλήθειες μέσα από μια συναρπαστική ιστορία. Δεν μου αρέσουν τα βιβλία που κάνουν τον αναγνώστη να σκοντάφτει ολοένα, να βασανίζεται σε κάθε πρόταση, να αισθάνεται βλάκας. Θέλω να προβληματίζεται ο αναγνώστης όταν τελειώσει αυτό που διάβασε με ευχαρίστηση.

Σημαντικό ρόλο στο βιβλίο σας έχει η χρήση της γλώσσας, αυτή η «εσπεράντο» από ελληνικές, σέρβικες, βουλγάρικες και αγγλικές λέξεις αλλά και η επισήμανση των κοινών μύθων των βαλκανικών κρατών. Θεωρείτε ότι τέτοιου είδους στοιχεία αποκαλύπτουν διαυγέστερα την ιστορική αλήθεια;

Ναι, οι βαλκανικοί λαοί έχουν πολλές κοινές παραδόσεις, οι γλώσσες τους έχουν επηρεαστεί πολύ η μια από την άλλη, οι νοοτροπίες τους μοιάζουν. Και παρ' όλα αυτά, ή ίσως ακριβώς γι' αυτό, θέλουν να αισθάνονται μοναδικοί. Όταν συναντιούνται δυο Βαλκάνιοι από διαφορετικές χώρες, ιδιαίτερα χώρες με μακρά παράδοση ιστορικής αντιπαλότητας, ανακαλύπτουν με έκπληξη, συγκίνηση αλλά και ανησυχία ότι μοιάζουν σε πολλά. Αυτό για το λογοτέχνη είναι γόνιμη πρόκληση.

Το μυθιστόρημα σας συντίθεται αρμονικά από ποικίλα λογοτεχνικά είδη. Συνέβαλε στη δημιουργία αυτού του λογοτεχνικού παζλ το γεγονός ότι εκτός από πεζογράφος είστε και κριτικός λογοτεχνίας;

Μπορεί, όπως επίσης το ότι υπήρξα παραγωγικός μεταφραστής. Με τις δύο αυτές ιδιότητες διάβασα πολλή λογοτεχνία, ελληνική και ξένη, και προπαντός σκέφτηκα πάνω σ' αυτή περισσότερο από όσο ένας μη επαγγελματίας αναγνώστης. Αυτό, όμως, αφορά τεχνικά ζητήματα. Η καλή τεχνική από μόνη της δεν δημιουργεί καλή λογοτεχνία. Ο συγγραφέας πρέπει να έχει μια αίσθηση αφηγηματικής ισορροπίας και πλαστικότητας, που προηγείται της τεχνικής, όπως η αίσθηση της κίνησης στο χορό.

Ποιοι είναι τελικά και τι ζητούν οι βάρβαροι;

Βάρβαροι είναι οι αρχαϊκοί Βαλκάνιοι που όχι μόνο βρίσκουμε απέναντί μας, αλλά και ανακαλύπτουμε μέσα μας. Γενικότερα, είναι οι πρωτόγονες πλευρές μας, που αντιστέκονται στην εξημέρωση. Αυτό που ζητούν είναι να ακουστεί και η δική τους φωνή, να υπολογιστούν και οι δικές τους ανάγκες στον σύγχρονο παγκοσμιοποιημένο πολιτισμό. Ή, για να το πω διαφορετικά, ζητούν να εκπολιτιστούν διατηρώντας κάτι από τη βαρβαρότητά τους.