ΣΥΝΑΝΤΑΩ τη Λίνα Νικολακοπούλου μια Τετάρτη πρωί. Έχουμε ραντεβούν σε ένα ορισμένο καφέ, αλλά εκείνη κάθεται αλλού - σε ένα καφέ στη στοά της Κοραή. Όταν φτάνω έχει ήδη κάτσει σε μια άβολη πλαστική καρέκλα. Ο λόγος της συνάντησής μας είναι το νέο της project, «Ένας λόγος παραπάνω». Η Νικολακοπούλου καλεί ανθρώπους των γραμμάτων και των τεχνών (ανάμεσά τους ο Γιώργος Βέλτσος, ο Ντίνος Χριστιανόπουλος και η Ρέα Γαλανάκη) για μια ανοιχτή συζήτηση στο αμφιθέατρο του Gazarte κάθε Δευτέρα βράδυ. Προχτές παρακολούθησα μια από τις συναντήσεις. Σε ένα μακρόστενο τραπέζι στο κέντρο της σκηνής καθόταν ο καθηγητής Εγκληματο- λογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών Γιάννης Πανούσης -δεξιά κι αριστερά του κάθονταν ο Άρης Σκιαδόπουλος και η Λίνα Νικολακοπούλου- και οι δυο με κόκκινα τετράγωνα γυαλιά. Το ακροατήριο αποτελούνταν από τους πιο ετερόκλητους ανθρώπους : φοιτητές, διανοούμενους, έναν βαρύκoο ηλικιωμένο που επαναλάμβανε αυτιστικά κάθε φράση του Πανούση, εργαζόμενους, νοικοκυρές και ζευγάρια. Το κοινό -44 άτομα ακριβώς- που καθόταν διάσπαρτο σε κόκκινα βελούδινα καθίσματα συμπάθησε τον Πανούση που μίλησε για τη ζωή του και το αντικείμενό του πειστικά και χωρίς καμία σοβαροφάνεια: κουνούσαν το κεφάλι τους καταφατικά με τα λεγόμενά του, γελούσαν με τα αστεία του. Παρ' όλα αυτά, τώρα που έχω τη Νικολακοπούλου απέναντί μου, δυο είναι οι βασικές μου ερωτήσεις: για ποιον λόγο διοργανώνει αυτές τις συναντήσεις; Και, κυρίως, γιατί γράφει τόσο λίγο πια;

ΤΗ ΡΩΤΑΩ πώς ξεκίνησε η ιδέα για το «Ένας λόγος παραπάνω». «Ήταν μια επιθυμία φανερή από πέρσι που ξεκίνησα να καλώ κάθε Τετάρτη ποιητές στο Zoom. Αυτό που με ενδιαφέρει έμενα όσο θα προχωράει ο καιρός είναι να γίνει σαφές ότι υπάρχει ένας χώρος, μια συγκεκριμένη ώρα, που θα μπορεί το κοινό να έρθει, με συνθήκες ηρεμίας, για να ακούσει κάποιους ανθρώπους». Προετοιμάζεται διεξοδικά για κάθε τέτοια συνάντηση: διαβάζει βιβλία, ψάχνει στο ίντερνετ και μετά θέλει να μην έχει ούτε σημειώσεις όταν έρθει η ώρα της συνάντησης. «Είμαι η πιο διψασμένη απ' όλους» μου λέει. Μου μιλάει λίγη ώρα για την κρίση - αυτός ήταν εξάλλου και ο βασικός λόγος που ξεκίνησε αυτές τις συναντήσεις. «Πρέπει πλέον να έχεις μια μισθάρα, αλλιώς αισθάνεσαι άφθονα φτωχός. Ζούμε μια εκσυγχρονισμένη φτώχια. Εκεί που μου έφταναν κάποια πράγματα για να μην πανικοβληθώ, τώρα δεν μου φτάνει τίποτα. Ζούμε σε ένα σύστημα που θέλει να μας κάνει ανενεργούς, φριχτούς καταναλωτές», μου λέει καπνίζοντας. «Μη με αναγκάζεις να σούρνομαι τρεις ώρες και να κάνω τον λογιστή, μετά άλλες τρεις ώρες να κάνω τον κομμωτή και μετά, το βράδυ, να πουλάω πίτσες. Μη με σαλαμοποιείς έτσι». Και τι θα κάνουμε πια; Τι θέλεις από μένα σύστημα;», αναρωτιέται οργισμένη την ώρα ακριβώς που από πίσω μας περνάει μια πορεία του ΠΑΜΕ. «Ορίστε», μου λέει και μου δείχνει τα πανό. «Ορίστε».

ΘΥΜΑΜΑΙ ΟΤΙ στη συνάντηση κάλεσε τους πνευματικούς ανθρώ- πους της εποχής να μιλήσουν για την κρίση, φέρνοντας ως παράδειγμα τον Θεοδωράκη. Αναρωτιέμαι δυνατά αν έχει καλέσει έστω και έναν άνθρωπο κάτω των 50 σε αυτές τις συναντήσεις. «Θέλω να καλέσω τον ράπερ Ραψωδό Φιλόσοφο και τους atenistas. Νιώθω, όμως, ότι σε αυτές τις κρίσιμες φάσεις είναι πάντα οι μεγάλοι άνθρωποι που έχουν περάσει τόσo πολλά, πείνες, θανάτους, μαυρίλα, Κατοχή, που έχουν μια ματιά στα πράγματα λίγο πιο αποστασιοποιημένη». «Αυτές τις συζητήσεις τις κάνετε για σας ή επειδή έχετε την ανάγκη να προσφέρετε κάτι;», τη ρωτάω. «Και για μένα. Και εγώ επαληθεύομαι», μου λέει. «Μήπως αυτό ακούγεται σαν δημόσια ψυχανάλυση;». «Ναι. Αλλά, όταν σου δίνεται μια ευκαιρία, πρέπει να την παίρνεις, έστω και για να κάνεις την επαλήθευσή σου. Εμπεριέχεται κι αυτό που είπες και αν έχω κάτι καταλάβει θέλω να το πω, να το δώσω».

ΟΙ ΓΟΝΕΙΣ ΤΗΣ Λίνας Νικολακοπούλου -ο πατέρας στρατιωτικός, η μητέρα δασκάλα- ήθελαν να γίνει τραπεζικός υπάλληλος. Έκανε την άρρωστη για να μην πάει στις εξετάσεις της τράπεζας. «Με προέτρεπαν να κάνω κάτι που θα ήταν ανθρώπινο από ωράριο και θα είχε καλές αποδοχές. Εκείνο το πρωί που ήταν να δώσω τις εξετάσεις έκανα ότι είμαι του θανατά. Ο πατέρας μου κατάλαβε, αλλά μου είπε, "κάνε ότι θέλεις"». Βρέθηκε στην Πάντειο το 1977. «Ένα μόνο τμήμα υπήρχε τότε, Πολιτικές και Κοινωνικές Επιστήμες, και το πιο αγαπημένο μας μέρος ήταν το αμφιθέατρο που κάναμε πρόβες. Ήμουν εγώ, ο Σταμάτης ο Κραουνάκης και ο Μανώλης Παντελιδάκης, ο σκηνογράφος. Μόνο ο Παντελιδάκης τέλειωσε τη σχολή. Eγώ χρωστάω ακόμα δώδεκα μαθήματα». Η συνάντησή της με τον Σταμάτη Κραουνάκη ήταν μοιραία. Του έδωσε στίχους με το που συναντήθηκαν κι εκείνος τους μελοποίησε γρήγορα. «Μετά, πήγε σκοινί κορδόνι. Για μένα ήταν τρομερή τύχη να συναντήσω τον Σταμάτη στα 19 μου. Είναι όπως όταν κάνει κανείς παιδιά μικρός - κάναμε πολύ ωραία πράγματα κι ακόμα έχουμε αυτήν τη γλύκα ότι ζούμε και γελάμε. Είναι μεγάλη υπόθεση να μην ατονήσει το συναίσθημα με τα χρόνια». Τη ρωτάω αν έχουν τσακωθεί ποτέ. «Ουυυ, πολύ», λέει και κουνάει τα χέρια της καταφατικά. «Το μεγαλύτερο διάστημα που έχουμε πάει χωρίς να μιλάμε είναι μήνες, ίσως κάνα εξάμηνο. Mε τους ανθρώπους που πιστεύω τσα- κώνομαι πολύ. Εγώ τσακώνομαι μόνο όπου ελπίζω, γιατί, αν δεν ελπίζω, δεν μπαίνω καν στον κόπο». Η τελευταία δουλειά που έκαναν μαζί ήταν το «Ανθρώπων Έργα» το 1993. «Κάποια στιγμή έπρεπε ο καθένας μας να ακολουθήσει τον εαυτό του. Αν αποφεύγαμε αυτές τις σειρήνες που μας καλούσαν, δεν θα καταλαβαίναμε ποτέ αληθινά καλά ο καθένας τον εαυτό του». Ξανασυναντήθηκαν το 2005 για τα «Ισόβια» του Μανώλη Μητσιά, αλλά όχι με την επιτυχία που θα περίμενε κανείς. Τώρα ξανακάνουν κάτι μαζί. «Πήγα να δω μια συναυλία της Ελένης Καραΐνδρου στο Μέγαρο Μουσικής και πριν μπει στην αίθουσα είδα ότι ο Σταμάτης μού είχε αφήσει μήνυμα στο κινητό, τραγουδώντας μια μελωδία. Το άκουσα στον δρόμο και είπα κάτι γερό έχει γίνει εδώ. Μετά που το άκουσα με την ησυχία μου ήμουν σίγουρη ότι ήταν κάτι σπουδαίο. Μακάρι να βγάλουμε κάποια ωραία τραγούδια ακόμα».

ΓΙΑ ΠΕΡΙΠΟΥ ΕΙΚΟΣΙ ΧΡΟΝΙΑ η Νικολακοπούλου έβγαζε τη μια επιτυχία μετά την άλλη - κοιτώντας τη δισκογραφία της, δεν μπορείς παρά να αναφωνήσεις: «κι αυτό; Κι αυτό;». Έχει γράψει άλμπουμ-σταθμούς για το ελληνικό τραγούδι με μια μπρωτόγνωρη παραγωγή για τα δεδομένα οποιασδήποτε εποχής (μόνο το 1988 κυκλοφόρησαν το «Δικαίωμα» με την Άλκηστις Πρωτοψάλτη, το «Μαμά Γερνάω» με την Τάνια Τσανακλίδου, το «Προσωπικά» με την Ελένη Δήμου, η «Νυχτερινή Κυβέρνηση» με τη Δήμητρα Γαλάνη τον Γιώργο Νταλάρα και τη Μαρία Φωτίου), κερδίζοντας και την εκτίμηση των γύρω της και την εμπορική επιτυχία. «Τα τραγούδια μου σε ένα 70% μου αρέσουν. Τα αναγνωρίζω για τέχνη μου, για παιδιά μου, για ακριβές μου απόπειρες». Όχι ότι έλειπαν και οι επικριτές - η Νικολακοπούλου κατηγορήθηκε ότι είναι μελό, ότι έδωσε φωνή σε νοικοκυρές που έκλαιγαν με τα μπικουτί πάνω από τη σιδερώστρα τους, τραγουδώντας το «Μαμά Γερνάω». «Επί είκοσι χρόνια έλεγαν "για νέα στιχουργός, καλή είναι". Φυσικά και είχε σχέση το ότι ήμουν γυναίκα ή ότι ήμουν μικρή. Πάντοτε, όμως, σκεφτόμουν έναν τρόπο για να μη μου τη βγαίνει κανένας. Μου έβαζαν τα διόδια από κει κι εγώ έβγαινα από την άλλη, από κει που δεν με περίμενε κανένας». Τη ρωτάω αν την πείραζε που την έβλε- παν έτσι. «Με πείραζε δεν με πείραζε, αυτή ήμουν. Πίστευα ότι αφού εγώ νιώθω έτσι, και κάποιοι άλλοι θα νιώθουν έτσι. Δεν μπορεί να είμαι μόνη μου, θα υπάρχουν κι άλλοι». Μετά το 1993, και αφού έκλεισε η μεγάλη της συνεργασία με τον Κραουνάκη, ίσως όχι τυχαία, ξεκίνησε και η προσωπική της αναζήτηση - το διάβασμα βιβλίων ψυχολογίας, φιλοσοφίας, πατερικών κειμένων. «Όταν ξεκινάς, όλα είναι πολύ φρέσκα και μαγικά. Όταν αρχίζεις και καταλαβαίνεις πολλά -τι κρύβεται πίσω από καθετί- αρχίζεις και βαραίνεις. Έπρεπε να πετάξω από πάνω μου όλα αυτά τα οποία καταλάβαινα και ήξερα κι έτσι προσπάθησα να καταλάβω την ανθρώπινη φύση και να κατανοήσω το δικαίωμα της επιλογής μου χωρίς όμως να είμαι βέβαιη ότι θα επιβραβευτώ γι' αυτό που διάλεξα». Τη ρωτάω αν ψάχνει την επιβράβευση και μου λέει ότι όλοι την ψάχνουν, ότι κανείς δεν κάθεται να διαβάζει ως τα χαράματα, αν δεν ψάχνει την επιβράβευση.

ΚΑΠΟΤΕ ΦΟΒΟΤΑΝ την παρελθοντολαγνεία, τα αφιερώματα, μετά της πέρασε: πέρσι έφτιαξε μια κασετίνα με τα τραγούδια της, ενώ το 2004 δέχτηκε τον Αργυρό Σταυρό του Τάγματος του Φοίνικα. «Ο Χριστιανόπουλος θα έλεγε "να τα βράσω". Eγώ το πήρα σαν σημάδι, σαν κάτι να μου λεγε "στάσου όρθια και προχώρα"».

ΑΠΟ ΤΙΣ ΑΡΧΕΣ ΤΟΥ 2000 άρχισε να γράφει λιγότερο και με λιγότερη επιτυχία. «Ποτέ δεν είσαι στην καλύτερή σου χαρά την ώρα που κάτι βλέπεις ότι δεν απλώνει. Για μένα ένα είναι το κλειδί: να μη σου φταίει ο κόσμος ούτε να κακιώνεις μαζί του εκείνη την ώρα, γιατί μετά διαστρέφεσαι και γίνεσαι τιμωρητικός και σκληρός. Για ποιο πράγμα; Να είσαι τίμιος με τον εαυτό σου και να πεις ότι εγώ αυτό ήθελα να κάνω και να ευχαριστήσεις τους 2.000 ή τους 4.000 που ξοδεύτηκαν».

ΘΕΛΩ ΝΑ ΤΗ ΡΩΤΗΣΩ το προφανές. Γιατί δεν γράφει δηλαδή; «Γιατί ήθελα να ξαναβρώ κάτι που να με συγκινήσει, να μου πάρει το χέρι και να το βάλει πάνω σε μια σελίδα χαρτί. Όταν γράφεις πάρα πολλά πράγματα, αρχίζει πάνω σου μια διάκριση. Δεν θες να γράφεις για να γράφεις. Παλιά αναρωτιόμουν γιατί σταματάνε όταν μεγαλώνουν οι άλλοι άνθρωποι. Έλεγα εγώ δεν θα σταματήσω ποτέ. Τώρα καταλαβαίνω ότι είναι κύκλοι αυτοί, κλείνει ένας και μέχρι να ανοίξει ο καινούργιος πρέπει να αντέξεις το ότι πιθανόν δεν θα ξαναγράψεις. Πρέπει να δεις τι είναι αυτό που σου αρέσει, με ποιους μπορείς να ταιριάξεις, ίσως με νεότερους ανθρώπους, να ξανακάνεις ένα πάντρεμα. Τώρα πια νομίζω ότι έχω μέσα μου μια ησυχία ώστε να επιτρέψω στον εαυτό μου να σκεφτεί το καινούργιο όνειρο και λίγο λίγο να το κάνω πραγματικότητα».