Δεν μου αρέσει η έκφραση «πολιτική ορθότητα». Κυρίως επειδή στη σύγχρονη εποχή έχει γίνει ζηλευτός ο ρόλος του κακού παιδιού, του αντισυμβατικού και αιρετικού στυλ, η αντίθεση στην πολιτική ορθότητα κρύβει συχνά κάτι άλλο: την επιθυμία ορισμένων να επιστρέψει, κατά κάποιον τρόπο, ένας συγκεκριμένος «παλαιός κόσμος». Μια νοσταλγία δηλαδή για τις ιεραρχικές και πατερναλιστικές αξίες που ρύθμιζαν κάποτε τη ζωή στο σχολείο, στον στρατό, στην οικογένεια, στις μικρές κοινότητες. Πολλοί άνθρωποι της βαθιάς δεξιάς στην Αμερική ή στην Ευρώπη αναζητούν πια ευκαιρία να πουν με τον τρόπο τους αυτό που είπε πρόσφατα ο Αλέν Ντελόν, πως μισεί τον σημερινό κόσμο και την κοινωνία έτσι όπως πηγαίνει.


Ο εύλογος όμως σκεπτικισμός για τον όρο «πολιτική ορθότητα» και η διαφωνία με μερικούς από τους κατηγόρους του είναι η μισή αλήθεια. Γιατί εδώ και καιρό υπάρχει σοβαρό πρόβλημα με κάποιες τάσεις του ριζοσπαστικού προοδευτισμού, ιδίως στις αγγλοσαξονικές χώρες.

 

Το όνειρο για κοινή ευημερία και συμβίωση των διαφορετικών έχει δώσει τη θέση του στη διαρκή προστριβή ανάμεσα σε ομάδες που διεκδικούν. Και όσο οι ομάδες διεκδικούσαν εισοδήματα και ευκαιρίες ή όσο τα άτομα ονειρεύονταν να γίνουν μέρος μιας μεγάλης Ιστορίας (διατηρώντας τις δικές τους παραδόσεις ή αποστατώντας από αυτές), η προοδευτική ιδέα μπορούσε να είναι σχετικά απλή. 


Ποιο είναι αυτό το πρόβλημα; Ένας ριζοσπαστικός μοραλισμός που εκδηλώνεται με επιθέσεις σε ιστορικές προσωπικότητες, σε μορφές της δυτικής παράδοσης και έργα της νεότερης εποχής. Ένα κύμα κατεδαφιστικού ζήλου που στοχεύει στην «κάθαρση» της Ιστορίας από τους σεσημασμένους (σύμφωνα με κάποιους ερευνητές, διανοούμενους, ακτιβιστές). Για να το πω αλλιώς: η κινητήρια ιδέα εδώ είναι πως η Ιστορία της Δύσης και του λευκού ανθρώπου αποτελεί μια ιστορία κατά συρροή εγκλημάτων, βίαιων αποκλεισμών και γενοκτονίας. Όχι, όπως θα περίμενε κανείς, ότι μεγάλα εγκλήματα συνυπήρξαν με συναρπαστικές δημιουργίες ‒έργων και θεσμών– αλλά ότι το κακό ήταν εν τέλει αυτό που σφράγισε το δυτικό πεπρωμένο και τα λεγόμενα καλά του. Πίσω από κάθε φιλόσοφο του συμβολαίου και της ελευθερίας, ένας αποικιοκράτης, ένας ρατσιστής, ένας κερδοσκόπος (ως γνωστόν, ο Ντιντερό έπαιζε στο χρηματιστήριο!).


Δεν φτάνουν όλοι μέχρι εκεί. Πολλοί liberals (φιλελεύθεροι της Αριστεράς) δεν απορρίπτουν ολόκληρες περιοχές της κλασικής και δυτικής σοφίας. Κάποιοι ριζοσπάστες, επίσης, προβάλλουν και το επιχείρημα ότι μελετούν κριτικά τους κλασικούς, τη δυτική σκέψη και τον αστικό πολιτισμό. Το κάνουν πράγματι. Αλλά, όπως οι παραδοσιακοί κομμουνιστές κριτικοί (των δεκαετιών του '40 ή του '50), έτσι και οι ριζοσπάστες, αυτό που κυρίως επιδιώκουν είναι η σκηνοθεσία μιας μεγάλης δίκης. Να διεξαγάγουν μια Νυρεμβέργη του πνεύματος όπου θα καταδικαστούν ο «ρατσιστής» Τόμας Τζέφερσον, ο «απατεώνας» Τζον Λοκ, ο «μισογύνης» Καντ και πάει λέγοντας.

 

Ως ένα σημείο, φυσικά, κάποια πράγματα εξηγούνται. Σε πολλές χώρες η παραδοσιακή κοινωνική αριστερά ήταν εξαιρετικά ισχνή και πρακτικά ανύπαρκτη έξω από ορισμένα μεγάλα αστικά κέντρα. Στο κενό της φύτρωσε μια νέα αριστερά που στράφηκε προς τα πολιτισμικά τεκμήρια, την εκπαίδευση και την κριτική. Αυτό έγινε στη συνέχεια ένα είδος επαγγελματικής και πολιτικής ταυτότητας για πολλούς νέους ακαδημαϊκούς που κινούνταν σε έναν χώρο έντονων θεσμικών πιέσεων και τρελού ανταγωνισμού. Η ανασφάλεια ταυτότητας είναι, άλλωστε, ένα θέμα που μπορεί να το αισθανθούν και να το καταλάβουν περισσότεροι στις κοινωνίες της ακραίας τεχνολογικής επιτάχυνσης και των ευάλωτων μεσαίων στρωμάτων. Οι μητροπόλεις με τις 180 και 200 εθνότητες, τη θρησκευτική κατάτμηση, τα πολεοδομικά και φυλετικά γκέτο δεν ευνοούν πια τις κλασικές ιστορίες ενσωμάτωσης και πολιτικής ενότητας.

 

Το όνειρο για κοινή ευημερία και συμβίωση των διαφορετικών έχει δώσει τη θέση του στη διαρκή προστριβή ανάμεσα σε ομάδες που διεκδικούν. Και όσο οι ομάδες διεκδικούσαν εισοδήματα και ευκαιρίες ή όσο τα άτομα ονειρεύονταν να γίνουν μέρος μιας μεγάλης Ιστορίας (διατηρώντας τις δικές τους παραδόσεις ή αποστατώντας από αυτές), η προοδευτική ιδέα μπορούσε να είναι σχετικά απλή. Είτε περιοριζόταν στη μετριοπαθή αναζήτηση για ίσες ευκαιρίες είτε προχωρούσε μακρύτερα και έβαζε πιο φιλόδοξους στόχους. Όλα αυτά όμως δεν είχαν ακόμα σχέση με το ξαναγράψιμο της Ιστορίας και την κάθαρση του παρελθόντος.


Ο ριζοσπαστικός μοραλισμός, δηλαδή η άποψη πως αυτό που χρειαζόμαστε σήμερα είναι επιδεικτικές μάχες με όλες τις αδικίες από καταβολής, είναι όψιμη ανακάλυψη. Πάει παράλληλα με την αναζήτηση του unhealthy, του επιβλαβούς και των κακών έξεων. Εδώ ψάχνει κανείς να βρει ενόχους στην ιστορία της σκέψης, στην κουλτούρα μέχρι και στον ίδιο τον τρόπο που μιλάμε μεταξύ μας. Αφού η εξουσία βρίσκεται παντού και όλοι βεβαίως συμμετέχουμε στα παιχνίδια της, η ευθύνη σου είναι να καταγγέλλεις και να ξεσκεπάζεις. Έτσι λέει αυτό το ευαγγέλιο.


Πάντα έβρισκα όμως κάπως θλιβερό το να ασχολούμαι με ένα έργο ή ένα πρόσωπο μόνο και μόνο για να ξεσκεπάσω την απάτη, τις ντροπές του, τις ενοχές ή τα κρίματά του. Το κάνουμε, φυσικά, όλοι και είναι μέσα στους άτυπους κανόνες της συνομιλίας μας με το παρελθόν και το παρόν. Και όταν φυσικά νιώθουμε ότι αξίζει τον κόπο, ότι έχει πραγματικά πολιτικό νόημα, η καταγγελία είναι απαραίτητη. Η μανία όμως να υποδείξει κάποιος στην παρελθούσα Ιστορία το σαβουάρ βιβρ της σημερινής ζωής έχει κάτι γελοίο. Και εκτρέφει την ανελεύθερη πολιτικοποίηση των πάντων, από τις συζητήσεις στο σίριαλ «Φιλαράκια» μέχρι τους αποικιακούς διοικητές που πρωταγωνιστούν στις ιστορίες του Σόμερσετ Μομ. Άφθονο υλικό προς αποδόμηση και δογματική νουθεσία.


Αν ήταν να καταγγείλουμε το παρελθόν για τις ανισότητες και τα δεινά που φιλοξένησε, θα 'πρεπε μάλλον να το αποκηρύξουμε μια και καλή. Να μην αφήσουμε παρά ελάχιστα ίχνη και όλα τα υπόλοιπα να γίνουν απλώς εκθέματα σ' ένα Μουσείο Τρόμου για σκανδαλισμένους ηθικολόγους. Και αυτό θα ήταν τελικά το καλύτερο δώρο για κείνους που θέλουν να γυρίσει απλώς πίσω το ρολόι της δημοκρατίας.

 

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO