Για τις πασχαλινές αιρέσεις. Από τον Νικόλα Σεβαστάκη
Αφόρητα ενοχλημένος από τις αφώτιστες, τραχιές και ηλίθιες έξεις των πολλών, πιστεύει ότι υπερασπίζεται την οδό του αυθεντικά καλού.

 

Υπάρχει ένας τύπος ανθρώπου που εμφανίζεται επιθετικά, κυρίως τις γιορτές. Είναι αυτός που θέλει σώνει και καλά να πάει κόντρα στο «κοπάδι» και στις συνήθειές του. Αφόρητα ενοχλημένος από τις αφώτιστες, τραχιές και ηλίθιες έξεις των πολλών, πιστεύει ότι υπερασπίζεται την οδό του αυθεντικά καλού. Είτε συμμετέχει σε κάποιο «αντι-οβελιακό» κίνημα (κωμωδία της εαρινής σεζόν), ανατρέχοντας στο «meat is murder» του Μορισέι είτε περιγελάει τα εκκλησιαστικά τελετουργικά και την τσίκνα των ημερών. Οι γιορτές, που έχουν έναν συλλογικό και δημοφιλή χαρακτήρα και βεβαίως έχουν υποστεί ακραία τυποποίηση, προσφέρονται γι' αυτή την εκκεντρική κριτική. Με αυτή την έκφραση περιγράφω την επιθυμία να είσαι πάντα εναντίον, να διαφέρεις από το πλήθος και να συντάσσεσαι με τους λίγους και εκλεκτούς κατόχους της αλήθειας. Σε τελική ανάλυση, την επιθυμία να σκανδαλίζεις, απορρίπτοντας επιδεικτικά τις εδραίες πεποιθήσεις της πλειονότητας.


Είναι η λογική της σέχτας, που σε ορισμένες περιπτώσεις μπορεί να πάρει τον χαρακτήρα της αιρετικής αντίρρησης. Γιατί, φυσικά, κανένα έθιμο και καμιά τελετουργία δεν είναι και δεν πρέπει να είναι υπεράνω κριτικής. Η μοντέρνα εποχή και ο σύγχρονος δημοκρατικός πολιτισμός θεμελιώνονται στην κριτική σε κληρονομημένες συνήθειες, σε απαρασάλευτα έθιμα και καταπιεστικές δοξασίες. Οι αντιρρήσεις της κάθε μειοψηφίας πρέπει να προστατεύονται από την «τυραννία της πλειοψηφίας». Αυτό είναι το χρήσιμο μάθημα των δασκάλων της πολιτικής σκέψης που κατάλαβαν ότι στις μαζικές δημοκρατίες των νεότερων χρόνων υπάρχει πάντα ένας διπλός κίνδυνος: είτε η ανεξέλεγκτη και κομφορμιστική πλειοψηφία που καταπνίγει το άτομο, είτε ο φατριασμός και ο επηρμένος φανατισμός των μειοψηφιών.

 

Είναι η επιθυμία να δείξεις στους πολλούς την ηθική τους χρεοκοπία και την παρακμή του πολιτισμού τους. Η ιδέα δηλαδή πως ο εκκεντρικός σεχταριστής είναι ον ανώτερο ηθικά, πιο προχωρημένο πολιτισμικά και πιο ελεύθερο εσωτερικά, ώστε να εναντιώνεται στη θεότητα-Κοινή Γνώμη.


Αλλά ανάμεσα στη δημιουργική ανορθοδοξία και στους εκκεντρικούς σεχταριστές υπάρχει χάσμα. Γιατί αυτοί οι τελευταίοι, είτε κραυγάζουν εναντίον του εμβολιασμού, είτε βρίζουν την τσίκνα μετά κλαρίνου των Ελλήνων, είτε ανακαλύπτουν τη γελοιότητα κάθε λατρευτικής εκδήλωσης, το κάνουν με πνεύμα αυταρχικό και θεραπευτικό μένος. Δεν υπερασπίζονται την ελευθερία της μη υπακοής στο έθιμο (ή την ορθολογική κριτική στο έθιμο) αλλά επιδιώκουν τον προσηλυτισμό στις αρχές τους. Έχουν ουσιαστικά τη νοοτροπία του φανατικού καλόγερου και του πολιτικού επίτροπου μιας ολοκληρωτικής ιδεολογίας.


Υπάρχει και κάτι άλλο εδώ. Είναι η επιθυμία να δείξεις στους πολλούς την ηθική τους χρεοκοπία και την παρακμή του πολιτισμού τους. Η ιδέα δηλαδή πως ο εκκεντρικός σεχταριστής είναι ον ανώτερο ηθικά, πιο προχωρημένο πολιτισμικά και πιο ελεύθερο εσωτερικά, ώστε να εναντιώνεται στη θεότητα-Κοινή Γνώμη. Η βεβαιότητά του πως μέσα από την αντίθεσή του αναγεννιέται, ξεθάβοντας ένα κομμάτι νοήματος: την ανακούφιση από τη «στημένη κατάθλιψη» και την οικογενειακή ανία της εορταστικής ατμόσφαιρας.


Σε τελική ανάλυση, το θέμα εδώ δεν είναι η αντίσταση στη σφαγή των αμνών, στα εμβόλια ή σε άλλα «έθιμα της αγέλης». Είναι η αγωνία για το νόημα, για την έξοδο από ένα στυφό και αμήχανο παρόν.


Πώς μπορεί να ξεχωρίσει κανείς τη γόνιμη δημιουργική αμφιβολία και τη συνωμοσιολογική καχυποψία; Να διακρίνει αυτόν που μπορεί να θέλει ένα εναλλακτικό Πάσχα (για τους δικούς του, προσωπικούς λόγους) και τον δημόσιο κατήγορο της κρεοφάγου ανθρωπότητας ως γένους δολοφόνων; Αυτόν που θέλει να εξετάζει τα πράγματα από εκείνον που συλλέγει, με εμμονή, πειστήρια για τον αμαρτωλό κατήφορο των άλλων;

 
Η αγέλαστη εμμονή είναι ένα από τα κριτήρια για να ξεχωρίσουμε τις δύο στάσεις. Όπως και η ευκολία που έχει κάποιος να φτιάξει στράτευμα και μια «μαχητική» συλλογικότητα που θα επιτίθεται στους άλλους, υπενθυμίζοντάς τους τις πλάνες και τα εγκλήματά τους.


Το ίδιο το ερώτημα, όμως, δεν αφορά μόνο τη διαχείριση των πεποιθήσεων και τη συνύπαρξή μας σε ένα πολιτισμένο πλαίσιο. Είναι κάτι που νομίζω πως θα το βρίσκουμε συνέχεια μπροστά μας, το ότι αυτός ο «ακάθαρτος» κόσμος ερεθίζει το πάθος των καθαρολόγων και γεννά οπαδούς της μιας ή άλλης μεταμοντέρνας ιεραποστολής. Ξέρουμε πια πως τα ακραία κηρύγματα ευνοούνται από την αίσθηση πως ζούμε σε μια εποχή χωρίς σαφείς επιλογές στρατοπέδων και με άλυτους πολιτικούς γρίφους. Αναζητούνται έτσι καθαροί και ορατοί στόχοι μαζί με μια δόση πάθους και προσήλωσης στον σκοπό. Έστω και αν στόχος είναι ο δολοφόνος και ψήστης των αρνιών που σε λίγες μέρες θα απολαμβάνει τα τρόπαιά του ακούγοντας, άσματα νεο-δημοτικά στη διαπασών.

 

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO