ΑΠΟ ΤΟΝ M.HULOT. ΡΕΠΟΡΤΑΖ: ΜΑΡΙΑ ΠΑΠΠΑ, ΜΑΡΙΝΑ ΠΕΤΡΙΔΟΥ, ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΔΙΑΚΟΣΑΒΒΑΣ

 

Την πρώτη Δευτέρα του Αυγούστου, και εντελώς απροειδοποίητα, το ραδιόφωνο του BBC άλλαξε τη ροή του προγράμματός του και άρχισε να μεταδίδει συνεχείς ειδήσεις, όπως κάνει σε περίπτωση μιας φυσικής καταστροφής ή όταν πεθαίνει μια μεγάλη διασημότητα. Η αφορμή ήταν τα αποτελέσματα μιας έρευνας που είχε ανακοινωθεί μερικές μέρες πριν, που πιστοποιούσαν αυτό που όλοι είχαν αρχίσει να υποψιάζονται από καιρό: ότι το clubbing έχει αρχίσει να πεθαίνει. Σε μερικές περιοχές, μάλιστα, ήταν ήδη νεκρό. Περισσότερα από τα μισά κλαμπ της Βρετανίας έχουν κλείσει τα τελευταία δέκα χρόνια (από 3.144 το 2005 έχουν μείνει 1.733 το 2015) και όσα έχουν απομείνει δεν βλέπουν και τόσο ρόδινο το μέλλον. Αυτό είναι ένα παράδοξο, γιατί ταυτόχρονα η έρευνα παρουσίαζε μια εκρηκτική αύξηση της βρετανικής οικονομίας που σχετίζεται με τη νύχτα, στην οποία η αξία της υπολογιζόταν στις 66 δισ. λίρες. Το 6% του εγχώριου προϊόντος παράγεται από επιχειρήσεις που έχουν σχέση με τη νυχτερινή ζωή, οι οποίες απασχολούν 1,3 εκατομμύρια ανθρώπους, 500.000 περισσότερους από το 2002. Στην πραγματικότητα, δεν υπάρχει κρίση στη νυχτερινή ζωή και η διασκέδαση καλά κρατεί, απλώς άλλαξαν οι συνήθειες του κόσμου. Και οι νέες συνθήκες τούς έκαναν να γυρίσουν την πλάτη στα κλαμπ.


Αυτή η νέα κατάσταση που έχει δημιουργηθεί τα τελευταία χρόνια δεν ισχύει φυσικά μόνο για τη Βρετανία, και στην Αθήνα είναι ίδια και χειρότερη. Κι αν εκεί λειτουργούν τα μισά κλαμπ απ' όσα λειτουργούσαν πριν από δέκα χρόνια, στην Αθήνα δεν λειτουργεί κανένα. Μιλάμε για μεγάλα κλαμπ στην πόλη, που λειτουργούν σε σταθερή εβδομαδιαία βάση και μαζεύουν πολλά άτομα, όπως ήταν τα κλαμπ τις προηγούμενες δεκαετίες. Αυτήν τη στιγμή η Αθήνα έχει τους περισσότερους DJs απ' όσους είχε ποτέ και τα περισσότερα μπαρ και καφέ όπου μπορούν να παίξουν μουσική, αλλά δεν έχει ούτε ένα κλαμπ. Και κανένας από τους χώρους που υπάρχουν και φιλοξενούν πάρτι δεν είναι όπως τα κλαμπ των '90s ή έστω των '00s. Δεν μιλάμε για πολυχώρους, ελληνάδικα και κλαμπ της παραλιακής που μαζεύουν το κοινό των ελληνάδικων.

 

Factory: Αρχείο Βαλλιανάτου. Φωτό: Δημήτρης Ασπιώτης
Factory: Αρχείο Βαλλιανάτου. Φωτό: Δημήτρης Ασπιώτης

 

ΠΩΣ ΦΤΑΣΑΜΕ ΣΤΗΝ ΚΡΙΣΗ

«Πώς έφτασε η Βρετανία σε αυτή την κρίση του clubbing;» αναρωτιέται η «Guardian» σε ένα μεγάλο άρθρο για τον θάνατο του clubbing. «Το mainstream (δηλαδή η δημοφιλής κουλτούρα) ποτέ δεν ήταν περισσότερο επικεντρωμένο στη χορευτική μουσική και η house μουσική –κάποτε αντικουλτούρα που ακουγόταν μόνο σε rave πάρτι και πειρατικούς σταθμούς– έχει εδώ και χρόνια γίνει ο ήχος των μεγάλων δρόμων. Όλα τα εμπορικά μαγαζιά παίζουν αποκλειστικά χορευτική μουσική κάθε είδους και τα φεστιβάλ έχουν ριζώσει τόσο βαθιά στις συνήθειες των ανθρώπων, όσο και τα Χριστούγεννα. Το ετήσιο ταξιδάκι για να πάρεις ναρκωτικά και ν' ακούσεις τους Chemical Brothers είναι τόσο φυσιολογικό για τους περισσότερους, όσο το να αφήνεις στο παράθυρο ένα ποτήρι γάλα για τον Αϊ-Βασίλη». Παρ' όλα αυτά, κανείς δεν ενδιαφέρεται πια για τα κλαμπ. «Μπορεί να φαίνεται ότι είναι υπόθεση μόνο μερικών ηδονιστών, αλλά η επιδείνωση της κατάστασης των κλαμπ ήταν ανελέητη. Τα κλαμπ είναι τα πιο ευάλωτα θύματα της αναβάθμισης, επειδή είναι δύσκολο να αμυνθούν, οι πιο πολλοί άνθρωποι που δεν πηγαίνουν σε αυτά τα βλέπουν απλώς ως δημόσια ενόχληση. Τα τελευταία χρόνια εκατοντάδες κλαμπ έκλεισαν έπειτα από συγκρούσεις και αντιπαραθέσεις με τους κατοίκους κάθε περιοχής. Οι Αρχές τούς συμπεριφέρονται όπως σε ένα παιδί με κουκούλα που στέκεται έξω από ένα μαγαζί, ψάχνοντας λόγους για να το διώξουν. «Είναι κυρίως η απαγόρευση του τσιγάρου, σε συνδυασμό με την πολύ μικρότερη ανοχή στον θόρυβο, που κάνει την κατάσταση όλο και χειρότερη» λέει ο Andy Peyton, ο promoter του XOYO, ενός από τα τελευταία μεγάλα κλαμπ του Λονδίνου. «Μια καταγγελία για φασαρία μπορεί να βάλει την άδειά σου σε κίνδυνο. Μάλιστα, δεν αγνοούν πια καμία, ακόμα και για τον παραμικρό θόρυβο. Οι απαγορεύσεις του καπνίσματος οδηγούν τον κόσμο έξω από το μαγαζί. Όλοι βγαίνουν και στέκονται μπροστά στην είσοδο για να καπνίσουν κι αυτό μπορεί να οδηγήσει μια βραδιά στο τέλος της πολύ νωρίς». Το παράδοξο με την άνθηση της νυχτερινής ζωής τη στιγμή που τα κλαμπ κλείνουν μπορεί εύκολα να εξηγηθεί αν προσέξεις πόσα μικρά μαγαζιά έχουν ανοίξει εκεί όπου υπήρχαν παλιά μεγάλα κλαμπ: μπαρ με κοκτέιλ, ντιζαϊνάτες παμπ με άδειες για ποτά μέχρι αργά, μικρά εστιατόρια και γκουρμέ φαγητό του δρόμου. Τώρα, που τα πιο πολλά μέρη κλείνουν στη μία το βράδυ, κανένας δεν αισθάνεται την ανάγκη να μείνει έξω μέχρι τις 6 το πρωί.

 

Στην πραγματικότητα, δεν υπάρχει κρίση στη νυχτερινή ζωή και η διασκέδαση καλά κρατεί, απλώς άλλαξαν οι συνήθειες του κόσμου. Και οι νέες συνθήκες τούς έκαναν να γυρίσουν την πλάτη στα κλαμπ.


Δεν μπορείς να ρίχνεις αποκλειστικά την ευθύνη για το κλείσιμο των κλαμπ στις δυνάμεις που το πολεμούν, όμως η μαύρη αλήθεια είναι ότι η όρεξη γι' αυτού του είδους τη διασκέδαση έχει εξαφανιστεί. Όταν πληρώνεις 9.000 λίρες τον χρόνο για να πας στο πανεπιστήμιο, είναι πολύ δύσκολο να μπορείς να βγαίνεις κάθε βράδυ. Πολλοί νέοι άνθρωποι στις πόλεις πρέπει να ζήσουν με τον σύντροφό τους και να αποκατασταθούν πολύ νωρίτερα απ' ό,τι υπό άλλες συνθήκες, για να μοιραστούν ένα κρεβάτι και το ενοίκιο. Και όταν ζεις με τον σύντροφό σου, είναι πολύ πιο πιθανό να πάτε σινεμά ή για φαγητό, παρά σε μια βραδιά με techno. Η ανεργία των νέων είναι σε χειρότερα επίπεδα από ποτέ, πράγμα που σημαίνει ότι υπάρχουν πολύ λιγότερα λεφτά για νυχτερινή έξοδο, και αυτοί που δουλεύουν παίρνουν τόσο λίγα, που δεν τους φτάνουν να βγάλουν τον μήνα. Αναγκάζονται να ψάξουν και για δεύτερη δουλειά και να δουλεύουν «αντικοινωνικές» ώρες. Το ξενύχτι της Παρασκευής και η έξοδος όλο το Σαββατοκύριακο, όπως παλιά, δεν υπάρχει καν ως επιλογή. Οι πιο πολλοί πάνε για ένα ποτό σε ένα μπαρ, πίνουν κάνα δυο μπίρες και ονειρεύονται να πάνε σε ένα καλοκαιρινό φεστιβάλ για να τα δώσουν όλα. Όλα τα μπαρ έχουν πια δικό τους DJ που παίζει τη μουσική που θα ήθελες ν' ακούσεις, που είναι και δωρεάν, και όλοι είναι ικανοποιημένοι με αυτό – η εποχή που θα πήγαιναν σε ένα μεγάλο κλαμπ έχει περάσει προ πολλού. Και αν θέλει κάποιος, μία στο τόσο πάει σε ένα πάρτι ή σε ένα μεγάλο event, το κλαμπ σε σταθερό χώρο είναι αυτό που εξαφανίζεται.


Όλα τα παραπάνω ισχύουν κι εδώ, είναι όμως αυτοί οι λόγοι που οδήγησαν στον θάνατο του clubbing στην Αθήνα;

 

Φωτό: Σπύρος Στάβερης/ LIFO
Φωτό: Σπύρος Στάβερης/ LIFO

 

Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΟΥ CLUBBING ΣΤΗΝ ΑΘΗΝΑ

«Το ζήτημα του πώς τα πράγματα άλλαξαν τόσο γρήγορα και τόσο εντυπωσιακά (προς όλες τις κατευθύνσεις και όχι μόνο αναφορικά με την πτώση και τον θάνατο του clubbing) είναι μια ενδιαφέρουσα ερώτηση» λέει ο Γιάννης Παπαϊωάννου, μουσικός και δημοσιογράφος. «Στις αρχές της δεκαετίας του '90, το να πηγαίνεις να χορέψεις σε κάποιο πάρτι ήταν σαν να είχες βρει την είσοδο σε μια γαμάτη μυστική κοινωνία. Όταν το ραδιόφωνο σε είχε ποτίσει με την μπαμπαδίστικη και νερόβραστη britpop των Oasis, η χορευτική μουσική των πάρτι είχε όλη την κοινωνική αποξένωση του punk και την επιδημία της ψυχεδέλειας. Κι εδώ θεωρώ πως βρίσκεται το βασικό μέρος του προβλήματος, στο γεγονός ότι η χορευτική μουσική ήταν απολύτως συνδεδεμένη με τα ναρκωτικά. Αυτό σήμαινε έτσι κι αλλιώς ότι θα είχε μια σύντομη διάρκεια ζωής για τους περισσότερους: όσο υπέροχα και αν ήταν τα RN (=Really Nice, η γονεϊκή συνταγή που γέννησε τα Μitsubishi το 1997), απλώς δεν μπορείς να παίρνεις ecstasy κάθε Σαββατοκύριακο για περισσότερο από μερικά χρόνια. Κι όταν η λάμψη χάνεται από την εμπειρία του ecstasy, τότε η λάμψη χάνεται και από τη χορευτική μουσική και από τον χώρο στον οποίο χορεύεις. Αυτό, βέβαια, δεν θα ήταν πρόβλημα αν ο κύκλος των νέων μυημένων αυξανόταν, μένοντας πιστός στο αγαπημένο ναρκωτικό των raves, και δεν τολμούσε να κάνει ένα μεγάλο βήμα και να περάσει σε πιο "μεγάλα" και ακριβότερα σπορ χημικής διασκέδασης για το Σαββατοκύριακο. Είναι γνωστό ότι η κοκαΐνη δεν σε καθηλώνει στην πίστα, αντίθετα σε στήνει κάθε 10 λεπτά στις ουρές για την τουαλέτα, με αποτέλεσμα η ατμόσφαιρα στα κλαμπ στη δεκαετία των '00s να απεικονίζει ένα κοινό που κάθεται και πίνει και δεν τολμάει να κουνηθεί στον ρυθμό, ενώ ο DJ μπορεί να τα δίνει όλα στα decks. Και κάπως έτσι το clubbing έχασε για πάντα τη σφραγίδα του cool, ανταλλάσσοντάς την με τα ανταλλακτικά οφέλη όλων των εμπορικών προϊόντων που διαφήμιζε».

 

Τα μεγάλα κλαμπ ήδη από τις αρχές της προηγούμενης δεκαετίας μύριζαν «μούχλα», διασκέδαση με το ζόρι, και εκμετάλλευση, μια ρετσινιά που ίσως τα συνοδεύει ακόμα.


«Η Ελλάδα δεν είναι φιλική προς τα κλαμπ για τρεις βασικούς λόγους» λέει ο Βαγγέλης Καμαράκης, ένας από τους διοργανωτές των πάρτι Yes it does! Sure it Does!: «Ο πρώτος είναι ότι υπάρχει ήδη μια κυρίαρχη κουλτούρα βραδινής διασκέδασης, αυτή που συνδέεται με την ελληνική μουσική. Τα κάπως πιο "δυτικότροπα" κλαμπ στις καλύτερες στιγμές τους ανταγωνίστηκαν στα ίσια αυτή την κουλτούρα, αλλά ως εκεί. Ο δεύτερος λόγος είναι ότι η Ελλάδα είναι μια χώρα με υπέροχο κλίμα, που σου επιτρέπει να μην κλείνεσαι σε εσωτερικούς χώρους πολλούς μήνες τον χρόνο. Ο τρίτος, και ίσως ο βασικότερος, είναι η επέλαση του concept café/μπαρ/κλαμπάκι/τσιπουράδικο/brunch, που, σε συνδυασμό με τη χαλαρή νομοθεσία και την εφαρμογή της, επιτρέπει στους Έλληνες να παραμένουν σε έναν χώρο, που αρχικά έχει διαμορφωθεί ως café, έως τις 7-8 το πρωί, αν το θέλουν, ακούγοντας δυνατή μουσική. Στον χώρο αυτό η είσοδος είναι δωρεάν και τα ποτά φθηνά σε σύγκριση με τα κλαμπ. Επίσης, στις "καλές εποχές της νύχτας" κανείς δεν θα τους έριχνε πόρτα, επειδή δεν συνοδεύονταν. Αν συνδυάσει κανείς και τους 3 παράγοντες, πιθανώς να σκεφτεί ότι για τους Έλληνες ξενύχτηδες το clubbing δεν είναι αναγκαιότητα αλλά επιλογή. Ο ξενύχτης Γερμανός, Γάλλος, Αμερικανός που θέλει να συνεχίσει το βράδυ του, αφού κλείσουν τα μπαρ το αργότερο στις 2-3 η ώρα, θα πάει αναγκαστικά σε κλαμπ, ο Έλληνας όχι απαραιτήτως. Αν βάλει κανείς στην εξίσωση και τον παράγοντα "οικονομική κρίση", καταλήγει πως για τους επιχειρηματίες ένα κλαμπ είναι μια επένδυση με πολύ υψηλό ρίσκο, διότι οι πιθανοί πελάτες είναι απλώς πιο λίγοι. Θα μου πει κάποιος: μα στα '90s πώς τα καταφέρναμε; Η απάντηση είναι πως τα καταφέρναμε περίφημα τότε που η ηλεκτρονική μουσική σε όλες της τις εκφάνσεις ήταν φρέσκια, είχε δυναμική μεγάλη, ήταν μέρος της κουλτούρας της αλλαγής, κάπως σαν το ροκ εν ρολ τις προηγούμενες δεκαετίες. Μετά, όλο αυτό, σχεδόν νομοτελειακά, έκανε τον κύκλο του. Εμείς φροντίσαμε ωστόσο να του βγάλουμε την ψυχή, φτιάχνοντας τεράστιους, άψυχους χώρους για να παίζουν οι progressive house DJs (την περίοδο που ήταν της μόδας βρίσκεται το χρονικό σημείο, κατά τη γνώμη μου, που ξεκίνησε το κακό) και μετά τύποι σαν τον Tiesto, για ανθρώπους που στοιβάζονταν σαν τις σαρδέλες και οι οποίοι είχαν πληρώσει έναν σκασμό λεφτά στην είσοδο και 10-12 ευρώ για μια μπόμπα ποτό. Τα μεγάλα κλαμπ, ήδη από τις αρχές της προηγούμενης δεκαετίας, μύριζαν "μούχλα", διασκέδαση με το ζόρι, και εκμετάλλευση, μια ρετσινιά που ίσως τα συνοδεύει ακόμα».

 

Factory, +Soda, αξέχαστες βραδιές στα Οινόφυτα μέχρι το ξημέρωμα. Νύχτες που πέρασαν και δεν θα ξαναζήσει η Αθήνα. Φωτό: Σπύρος Στάβερης/ LIFO
Factory, +Soda, αξέχαστες βραδιές στα Οινόφυτα μέχρι το ξημέρωμα. Νύχτες που πέρασαν και δεν θα ξαναζήσει η Αθήνα. Φωτό: Σπύρος Στάβερης/ LIFO

 

ΧΑΜΕΝΟΙ ΣΤΗ ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ

«Η γενιά του ελληνικού clubbing, η γενιά που βγήκε εκτός εαυτού, όχι στο φοιτητικό αμφιθέατρο αλλά στο "άλλο", του Βασίλη Τσιλιχρήστου, έχει σαρανταρίσει» λέει η Έφη Αλεβίζου, δημοσιογράφος. «Επίσης, έχει βγάλει προ πολλού άσπρα μαλλιά, αφού αρχικώς τα έβαψε πράσινα (για όποιον θυμάται τον Αχιλλέα στo Avant Garde της οδού Λεμπέση) ή ροζ, πολύ πριν από την περούκα της Σκάρλετ Γιόχανσον στην ταινία Χαμένοι στη μετάφραση. Οι δε DJs της γενιάς αυτής φέρουν με υπερηφάνεια την καλοδεχούμενη, σταφιδιασμένη πτώση ενός ώριμου αχλαδιού της κατηγορίας Κάιζερ ή ενός ντιριντάχτα ξεμωραμένου μπλιμπλικιού του Sven Vath. Ο πανδαμάτωρ χρόνος, και τα λοιπά και τα λοιπά. Σημαντικό χαρακτηριστικό της ντόπιας αυτής ποικιλίας διασκεδαζόντων είναι ότι διαμόρφωσαν την όποια κλαμπίσια κουλτούρα τους παράλληλα με την μπουζουκένια καλλιέργειά τους, αφού μπουζούκια και rave συμπορεύτηκαν στη χώρα τούτη, αγκαζέ με την άνοδο του Χρηματιστηρίου, των glossy εντύπων, τη μεταμεσονύκτια trash TV και την πασοκική γενναιοδωρία. "Ανήκω στα '90s, σ' εμένα και στα όνειρά μου" θα μπορούσε να είναι μια πιθανή επιφυλλίδα της εποχής, αν δεν ήταν μέρος από τραγούδι του Γιώργου Μαζωνάκη, ο οποίος, επίσης πιστός στα καλέσματα των τότε καιρών, τα έσπαγε μέχρι πρωίας στο +SODA. Ένα πρώιμο candy crash soda saga υφαινόταν με αληθινούς χαρακτήρες, σε πραγματικό χρόνο, πολλά beats per minutes και καθολική συμμετοχή. "Σε τι πάρτι ήσουν, παιδί μου;" με ρώτησε ένα πρωινό Κυριακής, νωρίς το μεσημέρι δηλαδή, η μητέρα μου. "Σε ένα πάρτι όπου ήταν όλη η Αθήνα, μαμά" της απάντησα και πήγα για ύπνο. Το δεύτερο στην ιστορία των πάρτι των Οινοφύτων μόλις είχε λάβει τέλος. Τα άλογα είχαν γυρίσει στον στάβλο, το σανό ξεκουραζόταν και ο Άλεξ προετοίμαζε το επόμενο. Ο καιρός πέρασε, η Αθήνα άφησε τα ταβάνια για τα ντιβάνια των ψυχαναλυτών, τα κλαμπ συρρικνώθηκαν σε μέγεθος και κοινό, τα φαρμακεία και οι φούρνοι γιγαντώθηκαν, η κουλτούρα του clubbing άρχισε να μυρίζει σαν υπερώο καμένου κομμωτηρίου, οι σκυλάδες νίκησαν παρασύροντας στους κύκλους του τσιφτετελιού τους ψευτοηλεκτρονικάδες με tribal τατού, η μουσική πρωτοπορία σνόμπαρε το παραδοσιακό clubbing πειραματιζόμενη με υπέροχα ακοινώνητους ήχους που ξεπηδούν από προγράμματα στο Book Mac Pro και όταν μεγαλώσουν θέλουν να γίνουν social, το αυτί των hipsters δεν ίδρωσε και η έκφραση "σκάβει", ως χαρακτηρισμός της τελειότητας, θάφτηκε μαζί με κάποιο CD του Carl Cox».

 

Εκτός από τυφλό ηδονισμό, σε ένα κλαμπ έβρισκες ασφάλεια, διαφυγή, την αίσθηση ότι ανήκεις κάπου, και τα πράγματα που εμφανίζονταν μέσα από αυτή την κοινωνικοποίηση ήταν θεαματικά, πραγματικά προχωρημένα.

 


«Τη δεκαετία του '90 ο κάθε ιδιοκτήτης, όπως ο Μελετόπουλος με το Εργοστάσιο και το Άτομο, που μετά έγιναν Camel και U-Matic, είχε διακοσμητή, συγκεκριμένα τον Δημήτρη Παπαϊωάννου, που μετά σκηνοθέτησε την Τελετή Έναρξης των Ολυμπιακών Αγώνων» λέει ο Χρήστος Καλοπήτας, διοργανωτής των θρυλικών Jungle Parties. «Η διακόσμηση πάντα άλλαζε, το ποτό ήταν καλύτερο και γενικά ήταν καλύτερη η συμπεριφορά προς τον πελάτη, που πέρναγε καλά. Δεν έκανες ένα μαγαζί για να βγάλεις λεφτά. Σήμερα έχουν χαθεί όλα αυτά, δεν υπάρχει το flyer, η αφίσα που συνηθίζαμε να κάνουμε εμείς, που συνεχίζει στην Ευρώπη ή στην Ίμπιζα. Το εικαστικό κομμάτι, που ήταν βασικό στοιχείο, χάθηκε εντελώς. Εδώ το clubbing έγινε μια επιχείρηση. Ο θάνατος του clubbing, όμως, έχει σχέση και με την οικονομική κρίση. Παλιά, ο κόσμος που πήγαινε στο Εργοστάσιο είχε λεφτά να βγαίνει Δευτέρα, Τρίτη. Μετά, αυτό έγινε Παρασκευή ή Σάββατο και μετά καθόλου».


«Πιστεύω πως το μεγαλύτερο κακό έγινε όταν άρχισαν να μπαίνουν τα ελληνικά στα προγράμματα αρκετών κλαμπ» λέει η Φώφη Τσεσμελή, DJ. «Παλιότερα, υπήρχε διαχωρισμός. Αν ήθελες ν' ακούσεις ελληνική μουσική, θα πήγαινες σε κάποια πίστα ή σε κάποια μουσική σκηνή κατηγορίας ανάλογης με το γούστο σου. Αν ήθελες να χορέψεις δυνατά, πήγαινες σε κάποιο κλαμπ. Αυτό που ξεκίνησε ως πλάκα ή ως highlight μιας ξέφρενης βραδιάς μάς οδήγησε σε όλα αυτά τα υβρίδια μαγαζιών, τα "σούπερ μάρκετ", όπως χαρακτηριστικά τα αποκαλώ, στα οποία ακούς τα πάντα και, πλέον, είναι αμφίβολη και η ποιότητα. Σημαντικό ρόλο έπαιξε, επίσης, το ότι και η Ελλάδα ακολούθησε την πορεία του παγκόσμιου clubscene. Μετά τη χρυσή εποχή των 00's επήλθε μια σχετική πτώση. Πολλά μαγαζιά-κολοσσοί έκλεισαν και όλη η σκηνή έκανε μια μικρή παύση, για να πάρει μια νέα τροπή. Τώρα, τα κλαμπ είναι κερδοσκοπικές επιχειρήσεις και πίσω τους βρίσκονται επιχειρηματίες που δραστηριοποιούνται σε αυτό τον τομέα. Παλιότερα, θεωρώ πως οι περισσότεροι επιχειρηματίες δεν έμπαιναν στη νύχτα για πλάκα. Είχαν ένα όραμα. Είχαν ταξιδέψει στο εξωτερικό, είχαν δει τι γίνεται εκεί, οι περισσότεροι είχαν γνώση της μουσικής κι έρχονταν να υλοποιήσουν μια ιδέα, ένα πρότζεκτ. Άλλος ένας λόγος είναι η (ποπ) υποκουλτούρα στο lifestyle και στη μουσική, με την οποία βομβαρδίζουν το κοινό καθημερινά τα περισσότερα media στον κόσμο. Μάθαμε στο ευκολοχώνευτο, στο αναμασημένο (από το εξωτερικό), στο μέτριο, και ο πήχης συνεχώς κατεβαίνει. Συνεπώς, η μουσική παίζει δευτερεύοντα ρόλο. Ένας επιχειρηματίας, λοιπόν, προτιμά να πάρει έναν DJ (από τους εκατοντάδες που υπάρχουν πλέον) με γνώμονα την εξοικονόμηση χρημάτων (αφού παίζουν και με ελάχιστα για να κάνουν το κομμάτι τους) ή γιατί έχει κόσμο να του φέρει, λες και είναι PR-τζής. Οι γνώσεις, οι ικανότητες και οι δυνατότητες αυτών των ανθρώπων είναι περιορισμένες κι έτσι βγαίνεις για να ακούσεις μέτρια ή κακή μουσική, κατεβασμένη από το ΥouΤube... Γιατί να βγεις, λοιπόν; Δεν είναι τυχαίο που στα περισσότερα μαγαζιά ο κόσμος δεν χορεύει κι απλώς συνυπάρχει μ' ένα ποτό στο χέρι».

 

Φωτό: Σπύρος Στάβερης/ LIFO
Φωτό: Σπύρος Στάβερης/ LIFO

 

NO SEX, NO CLUBBING

O Γρηγόρης Βαλλιανάτος, ιδιοκτήτης του θρυλικού Factory, δίνει μια άλλη διάσταση στο θέμα: «Δεν έχει πεθάνει το clubbing, έχει μεταλλαχθεί. Ίσως χρειάζεται να διακρίνουμε συνιστώσες στην εξέλιξή του. Η πρώτη φαντάζομαι ότι είναι το ψωνιστήρι, το οποίο έχει υποκατασταθεί από το κινητό τηλέφωνο. Δεν αναφέρομαι μόνο στο σεξ, γιατί ίσως έτσι περιορίζομαι στο γκέι κοινό, αλλά γενικότερα στην επικοινωνία, στο socializing. Πλέον, με το τηλέφωνο δημιουργείται μια κοινωνική συνθήκη μέσω της οποίας σου ανοίγονται εικόνες, ήχοι, πόρτες, φάτσες. Άλλαξε ο τρόπος που ο καθένας "κυνηγάει", διότι αυτά που σου προσφέρει η τεχνολογία είναι πολύ πιο αποτελεσματικά, πιο ευρέα, και δίνουν τη δυνατότητα της πρωτοβουλίας. Ο κόσμος δεν έχει πάψει να βγαίνει, απλώς βγαίνει μέρα (με το τηλέφωνό του). Αυτή η εξήγηση είναι καταλυτική, όλες οι άλλες πάσχουν. Ωστόσο, δεν μπορούμε να συγκρίνουμε τους σημερινούς ανθρώπους των smartphones με τους ανθρώπους εκείνων των εποχών, πρόκειται για άλλο είδος. Θαυμάζω αυτούς που μπορούν να φτιαχτούν εγκεφαλικά, να καυλώσουν μέσα από το μόνιτόρ τους, αυτό είναι το μέλλον. Ο άνθρωπος πρέπει να μάθει να επιβιώνει στην εποχή του. Σίγουρα πολλά παιδιά δεν μπορούν πια να διασκεδάσουν χωρίς το τηλέφωνό τους. Δεν θα τους πω εγώ αν αυτό είναι καλό ή κακό. Αρνούμαι πεισματικά! Στα '80s το clubbing ήταν πολύ εκλεκτικό, πιο "ταξικό-κοσμικό". Αστική τάξη, άνθρωποι που κυκλοφορούσαν, τουρίστες, διάσημοι καλεσμένοι. Η Αυτοκίνηση και το Εργοστάσιο του Μάκη Σαλιάρη ήταν θρυλικά μαγαζιά. Στα '90s τα κλαμπ είχαν καλό ήχο, μουσική που δεν ήταν αποδεκτή απ' όλους –μετά μπήκαν τα ελληνικά κι εξισορρόπησε το πράγμα–, πολλά ναρκωτικά, που τότε ήταν ακόμα πιο δυνατά, και γενικά μια ατμόσφαιρα που δεν την έβρισκες αλλού. Υπήρχαν μεγάλα μαγαζιά που είχαν προσέξει τη διακόσμηση, είχαν επενδύσει στην επικοινωνία, στον ωραίο ήχο. Το clubbing χαρακτηριζόταν από "θρησκευτική" κατάνυξη, μια αίσθηση εκκλησίας, στοιχείο που πλέον έχει αλλάξει. Από το 2000 κι έπειτα αρχίζει η αλλαγή. Οι ακριβές παραγωγές δεν βγαίνουν, υπάρχει μια πόλωση. Σήμερα δεν υπάρχουν μεγάλα μαγαζιά. Γίνονται πολλά ιδιωτικά πάρτι και τα μεγάλα ονόματα έρχονται κατά περίπτωση, σε ειδικούς χώρους. Φυσικά, το γεγονός ότι έχει εκλείψει η καθημερινή διασκέδαση οφείλεται και στην ανεργία. Ο κόσμος προτιμά να σαπίζει στο σπίτι μέχρι να φτάσει στην κανονική κατάθλιψη ή να βγει σε πολύ μικρά μαγαζιά, στα οποία βέβαια δεν περιμένεις να ακούσεις μουσικάρες, εκτός από συγκεκριμένες εξαιρέσεις. Έχει κλείσει ένας κύκλος, έχουμε επιστρέψει στις αρχές των '80s, αλλά για άλλους λόγους. Ο κόσμος τότε ήταν κλεισμένος στο σπίτι, τώρα είναι "ανοιγμένος" στο σπίτι, κάνει τα περισσότερα πράγματα από εκεί, πιο πολλά απ' όσα έκαναν οι άλλοι έξω, στο μεσοδιάστημα».


Τα κλαμπ, όμως, είχαν πάντα διαφορετικό ρόλο στην κοινωνία από αυτόν που έχουν τα πάρτι και τα φεστιβάλ. Το κλαμπ ήταν ένας σταθερός χώρος όπου οι άνθρωποι που ήξερες ή θα ήθελες να γνωρίσεις επέστρεφαν κάθε εβδομάδα. Ήταν ένα μέρος αλληλοϋποστήριξης και αλληλεγγύης για όλους, ό,τι κι αν ήσουν, όπου gay, άνθρωποι διαφορετικού χρώματος, διαφορετικής εθνικότητας, άνθρωποι που θεωρούνταν «κοινωνική ανωμαλία», συναντιούνταν και συναναστρέφονταν και το κλαμπ γινόταν ένα μέρος με τεράστια κοινωνική σημασία. Εκτός από τυφλό ηδονισμό, σε ένα κλαμπ έβρισκες ασφάλεια, διαφυγή, την αίσθηση ότι ανήκεις κάπου, και τα πράγματα που εμφανίζονταν μέσα από αυτή την κοινωνικοποίηση ήταν θεαματικά, πραγματικά προχωρημένα.


Χωρίς τα κλαμπ, χάνεις την ευκαιρία να αναπτύξεις νέες σκηνές και να πειραματιστείς. Όλες οι σημαντικές υποκουλτούρες των τελευταίων 40 χρόνων, μέχρι το τέλος των '00s, γεννήθηκαν εκεί μέσα. Η μόδα, τα νέα μουσικά είδη, τα ναρκωτικά, οι νέες τάσεις. Μπορεί ο θάνατός τους να μη σημαίνει και το τέλος της νυχτερινής ζωής, αλλά αλλάζει εντελώς το είδος της διασκέδασης που σου επιτρεπόταν να έχεις. Η ζωή θα συνεχιστεί και χωρίς αυτά, αλλά η διασκέδαση έχει γίνει βαρετή και νερόβραστη. Και αυτό θα κάνει πολύ καιρό να αλλάξει.

 

+SODA: Αρχείο Μπάμπη Μουζάκη
+SODA: Αρχείο Μπάμπη Μουζάκη

 

15 κλαμπ που άλλαξαν τον τρόπο διασκέδασης στην Aθήνα


Εργοστάσιο στη Βουλιαγμένης ('80s). Ο ναός στη χρυσή εποχή του αθηναϊκού clubbing. Ήταν στεγασμένο σε ένα παλιό εργοστάσιο, ενώ τα καλοκαίρια πήγαινε κοντά στο αεροδρόμιο του Ελληνικού.


Mad Club στην Πλάκα ('80s), και αργότερα στη Συγγρού ('90s)


Highway στην πλατεία Μαβίλη ('80s) και το Faz στον ίδιο χώρο ('90s).


Αυτοκίνηση στην Κηφισίας ('80s)


Club Tessera στην Πειραιώς, με τα πρώτα techno after-parties ('90s)


+Soda ('90s)


Amfiteatro στην παραλιακή ('90s)


Factory στην Ομόνοια ('90s), με θρυλικά πάρτι που έχουν αφήσει ιστορία για τον πρωτοποριακό, free loving χαρακτήρα τους.


Φάρμα στα Οινόφυτα ('90s)


Babes in Toyland ('90s)


Άλσος με τα Sunrise parties ('90s)


Άτομο, Camel και Umatic ('90s)


Ρώσικη ντίσκο στο Σύνταγμα ('00s)


Venue ( '00s)


Luv ('00s)