Χρειάζονται κυρίως προσωπική άποψη, όραμα και ρίσκο.
Χρειάζονται κυρίως προσωπική άποψη, όραμα και ρίσκο.

 

«Τι Φεστιβάλ θέλουμε;». Μάλλον λάθος ερώτημα. Και, όπως και να 'χει, πολύ-πολύ χρησιμότερο θα ήταν αυτό: «Τι Φεστιβάλ θέλω;». Αρκεί να το απαντήσει ο καλλιτεχνικός διευθυντής, μόνος του!


Αλλά, εξηγούμαι. Από την αρχή. Διότι ο Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος και οι συνεργάτες του, στο πλαίσιο του νέου τους ρόλου, κλήθηκαν να εκπονήσουν πρόγραμμα για το πολύπαθο Ελληνικό Φεστιβάλ σε χρόνο-ρεκόρ. Και τα κατάφεραν, αξιοπρεπέστατα θεωρώ. Ο Θεοδωρόπουλος, βέβαια, προειδοποίησε πως ο ίδιος θα κριθεί ουσιαστικά από του χρόνου, καθώς η τωρινή του αποστολή δεν θα μπορούσε παρά να έχει τα χαρακτηριστικά μιας κάποιας βιαστικής διεκπεραίωσης. Σωστά. Αλλά, τότε,τι χρειαζόταν μια συζήτηση με θέμα «τι Φεστιβάλ θέλουμε»; Και μάλιστα, μια συζήτηση με διοργανωτή το ίδιο το Φεστιβάλ, που, λογικά, ύστερα απ' αυτό, οφείλει να λάβει υπ' όψιν τις απαντήσεις που δόθηκαν; Λάθος, το ξαναλέω.


Το ίδιο ερώτημα τέθηκε και από διάφορα έντυπα που συγκέντρωσαν απόψεις «ανθρώπων του χώρου». Λάθος, το λέω τρίτη φορά και να με συγχωρείτε. Διότι όσο δημοκρατικός κι Αριστερός και αν είναι ο επικεφαλής ενός τέτοιου θεσμού, όταν παραδίδει το θεμελιώδες ερώτημα που αφορά την αποστολή του στην κρίση των άλλων, κινδυνεύει να την πάθει σαν τον Νασρεντίν Χότζα και τον φούρνο του – ρώτησε ο Χότζας όλους τους γνωστούς του πώς θεωρούσαν ότι έπρεπε να τοποθετήσει τον καινούργιο του φούρνο και καθένας επέλεξε διαφορετικό σημείο του ορίζοντα. Και, τελικά, έβαλε ο Χότζας τον φούρνο του πάνω σε ρόδες και τον στριφογύριζε.

 

Ο Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος και οι συνεργάτες του, στο πλαίσιο του νέου τους ρόλου, κλήθηκαν να εκπονήσουν πρόγραμμα για το πολύπαθο Ελληνικό Φεστιβάλ σε χρόνο-ρεκόρ. Και τα κατάφεραν, αξιοπρεπέστατα θεωρώ.


Αλλά τέτοιες θέσεις καλλιτεχνικής ευθύνης δεν χρειάζονται «ρόδες» για να ικανοποιείται η συλλογικότητα και η κακώς εννοούμενη «δημοκρατία». Χρειάζονται κυρίως προσωπική άποψη, όραμα και ρίσκο. Διαφορετικά, είναι βέβαιο ότι αν ο καλλιτεχνικός διευθυντής του Φεστιβάλ επιχειρήσει να εφαρμόσει τη χρυσή τομή στις εκατοντάδες διαφορετικές προσδοκίες του «χώρου» από τον θεσμό, θα πελαγώσει. Μεταξύ μας, άλλωστε, εγώ, και νομίζω πολλοί άλλοι ακόμα, δεν περιμένω από έναν σκηνοθέτη, έναν μαέστρο, πολύ περισσότερο από έναν καλλιτεχνικό διευθυντή ή από έναν υπουργό Πολιτισμού να ικανοποιήσει το όραμα, την προσδοκία και τη γνώμη μου. Όχι. Περιμένω να εφαρμόσει το δικό του όραμα και να κριθεί γι' αυτό. Αυτή ήταν και η μεγάλη επιτυχία του Γιώργου Λούκου, το δικό του όραμα, αν και φοβάμαι πώς τελικώς δεν κρίθηκε γι' αυτό.

 

Η κάπως... «αυταρχική» επιβολή της άποψης του καλλιτεχνικού διευθυντή είναι φυσικά αυτονόητη στις μεγάλες φεστιβαλικές διοργανώσεις του εξωτερικού. Το ίδιο αυτονόητη με την κεντρική θεματολογία που αποφασίζει και... διατάσσει ο επικεφαλής κάθε χρόνο. Θυμηθείτε την Μπιενάλε ή την «Ντοκουμέντα». Ή πάρτε για παράδειγμα τη φετινή διοργάνωση του περίφημου Φεστιβάλ της Αβινιόν που με γενικό τίτλο «L' amour des possibles» (σε ελεύθερη απόδοση «ο έρωτας του εφικτού») ξεκινά στις 6 Ιουλίου, καλωσορίζοντας, έπειτα από 25ετή απουσία, την Comédie-Française, σε μια απόπειρα θεατρικής απόδοσης των Καταραμένων του Βισκόντι. Κατά τον γαλλικό Τύπο, στόχος του καλλιτεχνικού διευθυντή της Αβινιόν, του γνωστού μας Ολιβιέ Πι, είναι το φετινό φεστιβάλ να είναι πολιτικότερο από ποτέ, προσεγγίζοντας θέματα όπως η εξουσία, ο εθνικισμός, η ταυτότητα, η μετανάστευση κ.λπ. Άλλωστε, και ο ίδιος ο Πι, παρουσιάζοντας το πρόγραμμα, έκανε μια ομιλία-μανιφέστο:

 

«Οι μεγάλες αλλαγές, οι επαναστάσεις, είναι πάντα το αποτέλεσμα συλλογικών δυνάμεων που ευνοούνται από τον άνεμο της Ιστορίας. Αλλά πώς να ζήσουν, όταν αυτός ο άνεμος είναι σιωπηλός; Πώς να ζήσουμε, όταν η πολιτική είναι απελπιστική, αδιάφορη για το μέλλον; Πώς να ζήσουμε, όταν οι ιδέες δεν έχουν καμία αξία, όταν το κοινωνικό σώμα έχει ξεσκιστεί, φοβηθεί, περιοριστεί στη σιωπή; Πώς να ζήσουμε αξιοπρεπώς, όταν η πολιτική δεν είναι παρά πολιτικές ραδιουργίες; Όταν η επανάσταση είναι αδύνατη, υπάρχει το θέατρο» είπε.

 

Συνεπής και η επιλογή των παραστάσεων, που περιλαμβάνουν από Αισχύλο (Προμηθέας Δεσμώτης) και Σαίξπηρ (Ερρίκος Ε') μέχρι θεατρικές μεταφορές λογοτεχνικών έργων (όπως οι Αδελφοί Καραμάζοφ του Ντοστογιέφσκι αλλά και τα Στοιχειώδη Σωματίδια του Ουελμπέκ) ή και θεατροποιημένη τη δραματική εμπειρία ενός Σύρου μετανάστη στο πρόσφατο ταξίδι του προς την Ευρώπη.


Να πάμε και στην Αμερική; Το φετινό 18ο καλοκαιρινό φεστιβάλ του Στάνφορντ (μέσα Ιουλίου-μέσα Αυγούστου) είναι αφιερωμένο στο Αμερικανικό Εργατικό Κίνημα και περιλαμβάνει σχετικό συμπόσιο, παραστάσεις κι ένα κινηματογραφικό αφιέρωμα σε κλασικές ταινίες ανάλογης θεματολογίας. Όσο για τη φεστιβαλική αφίσα, πρόκειται για ένα απολύτως συνεπές δείγμα σοσιαλιστικού ρεαλισμού!


Πέρα από το αυτονόητο συμπέρασμα ότι σε παγκόσμια κλίμακα καλλιτέχνες εισπράττουν και «μεταβολίζουν» την πολιτική αναταραχή αυτού του ημίσεος του 21ου αιώνα, οι τολμηρές επιλογές επιβεβαιώνουν ότι κάποιος παίρνει το ρίσκο. Και μάλιστα, ένα ρίσκο που έχει σαφές πολιτικό σκεπτικό, προλαμβάνοντας ή και προκαλώντας τα ίδια τα αντανακλαστικά της κοινωνίας. Ε, αυτή η «έκθεση» του επικεφαλής κάθε πολιτιστικού θεσμού στο μοναχικό ρίσκο που προϋποθέτει ο ρόλος του είναι το Φεστιβάλ που θα ευχόμουν...