Μεγάλωσα στην Άνω Γλυφάδα. Το σπίτι μας ήταν μια μικρή μονοκατοικία. Έβγαινα στο μπαλκόνι και φώναζα απέναντι στον δρόμο τον Δημητράκη να βγει να παίξουμε.

Το αγαπημένο μας παιχνίδι ήταν να καθαρίζουμε με τα «σπαθιά» μας τα οικόπεδα από τα αγκάθια. Σε λίγο χτίστηκε μια πολυκατοικία ανάμεσά μας. Ήταν η πρώτη φορά που «είδα» μπροστά μου τι σημαίνει εμπόδιο σε μια σχέση.

Η γειτονιά μας ήταν πολύ ήσυχη. Στον κεντρικό δρόμο κάναμε ποδήλατο. Παίζαμε ακόμη και μπάλα. Τώρα είναι παντού μαγαζιά. Και πολλά κομμωτήρια. Οι γυναίκες στην Άνω Γλυφάδα χρειάζονται ένα κομμωτήριο κάθε εκατό μέτρα.

Μου αρέσει πολύ να παίρνω το αυτοκίνητο και να οδηγώ προς τη Βουλιαγμένη. Αν έχεις κατεβασμένα τα παράθυρα, καταλαβαίνεις πώς αλλάζει ο αέρας όταν βγαίνεις από τη Βουλιαγμένης στην παραλιακή. Μου αρέσει που βλέπω τη θάλασσα. «Είναι τύχη να μπορείς να βλέπεις τη θάλασσα»,που λέει και η φίλη μου η Μαριλένα.

Στη Γούναρη έχει απομείνει η «Φρουτεμπορική Μυλωνάς». Θυμάμαι τον πατέρα μου να διαλέγει καρπούζι με μεγάλη σιγουριά, ότι αυτό είναι το καλό καρπούζι. Μου φαινόταν τεράστιο ρίσκο. Ακόμη δηλαδή.

Πολύ κοντά μας ήταν το θέατρο Αιξωνή. Τα καλοκαίρια μάς πήγαιναν με την αδερφή μου οι γονείς μας να δούμε παραστάσεις. Το έβρισκα καταπληκτικό. Όταν μετά από αρκετά χρόνια βρέθηκα υπεύθυνη παραγωγής να στήνω σκηνικό σε αυτό το θέατρο προσπαθούσα να καταλάβω τι μπορεί να σκέφτεται κανείς όταν φτιάχνει ένα θέατρο, όπου η σκηνή και το κοινό κοιτάζουν αλλού. Πρόκειται για ένα ακόμη από τα «στραβά» του Δήμου της Γλυφάδας.

Όταν πήγαινα δημοτικό, επέστρεφα μόνη μου από το σχολείο στο σπίτι. Ήμουν επτά χρόνων, δηλαδή, και περπατούσα μόνη μου από το σχολείο στο σπίτι! Είχα αρχίσει ήδη Αγγλικά. Πήγαινα στην κυρία June μαζί με την αδερφή μου. Η κυρία June μάς είχε μόλις μάθει να διαβάζουμε. Με θυμάμαι να συλλαβίζω για πολύ καιρό δύο άγνωστες λέξεις γραμμένες στον τοίχο του σχολείου μου: SEX PISTOLS.

Όταν επέστρεψα από το Λονδίνο πρώτη φορά, είχα φέρει με μεγάλη περηφάνια ένα δερμάτινο μπορντό τζάκετ από το Camden. Περπατούσα στον δρόμο από το City Plaza προς το σπίτι μου. Άκουσα μια μηχανή να με πλησιάζει και σκέφτηκα πως θα ’ταν ο πατέρας μου. Βρέθηκα να σέρνομαι

με το τζάκετ στην άσφαλτο. Μπορντό τζάκετ και «τσαντάκηδες». Εγώ σε βιντεοκασέτα των ’80s.

Ο πιο αγαπημένος μου άνθρωπος στη γειτονιά είναι ο κύριος Γιάννης. Είχε το βιβλιοπωλείο «Σελίδα», που ήταν κοντά στο σπίτι μας και όλα τα αγόραζα από εκεί. Θυμάμαι να διαλέγω τσάντα για το σχολείο. Εκείνος μου την έδινε χωρίς χρήματα, την πήγαινα σπίτι κι έλεγα στη μητέρα μου «ο κύρι-

ος Σελίδας μου είπε να σου πω ότι συμφωνεί να την αγοράσω αυτή την τσάντα». Τον έλεγα κύριο «Σελίδα» πολύ σοβαρά. Για μένα ήταν το επίθετό του.

Θα ήθελα να γυρίσω τον χρόνο πίσω. Δηλαδή, θα ήθελα «την παλιά μου γειτονιά εδώ και τώρα». Σε ακραίο βαθμό. Τότε που η ζωή μας ήταν καρέ-καρέ φωτογραφίες, λίγο αποχρωματισμένες. Από μόνες τους. Χωρίς Instagram.