Αρχές Σεπτέμβρη του ’71, ξεθυμασμένο καλοκαίρι, απόγευμα, ξεκίνησα να δω τον τελευταίο Φαντομά. Ήταν ακόμα χωράφια γύρω από το σπίτι μας. Τα κτήματα της κυρίας Μαύρας (όπου έδερνα τα μπροκολα), δύο τεράστιες πηγάδες από όπου έπαιρναν νερό με κάρα και το κουβαλούσαν στα καμίνια, μια κουκουλωμένη χασισοφυτεία που μέσα της οργούσαν γάτοι, οι σταύλοι του Κέκου με τα άλογα.

  

Σε αυτούς τους σταύλους βρέθηκε κρεμασμένη το συγκεκριμένο απόγευμα η 16χρονη κόρη του. Από έρωτα.

 

Είδα τα πόδια της να προεξέχουν σαν πάνινα κουρέλια από μια στρατιωτική γκρίζα κουβέρτα μέσα στην οποία την κουβαλούσαν οι αστυνόμοι. 

 

Είχα δει ξανά νεκρούς. Τους ξενύχταγαν στα σπίτια. Τα τροχαία ήτανε αξιοθέατα. Αλλά η αυτοκτονία ήταν κάτι που δεν είχα σκεφτεί. Γύρισε το μάτι μου.

 

Αυτή η λοξότητα είναι και η καρδιά της Τέχνης. Τα νέα πράγματα είναι συνήθως προϊόν μιας στραβοτιμονιάς.

 

Ήμουν στα 12. Το αίμα μου έτρεμε από ένα υπόκωφο νταπ-ντουπ, όπως αυτό που ακούς από μακρυά, απ' τα συφοριασμένα κλαμπ μες στα χωράφια.

 

Στράφηκα αυτοματικά στα ακατάλληλα. Εννοώ τα φιλμ. Ποιός Φαντομάς;

 

Πήρα ένα σουγιά και άνοιξα μια τρύπα στην πλαϊνή, ξύλινη πόρτα του θερινού σινεμά Αστρον. Δεν ήταν πολύ εύκολο. Αλλά το έκανα.

 

Με το αριστερό μάτι στην τρύπα, είδα όλες τις ακατάλληλες ταινίες, σε ευρυγώνια βερσιόν. Με πρώτο, το Όστια (σε σενάριο Παζολίνι), που με εισήγαγε  σε αυτό που δεν έδειχνε η τηλεόραση: τη βίαιη ομορφιά των βίαιων παιδιών. Εδώ είμαστε, είπα.

 

Σχεδόν όλο το art cinema πλασαριζόταν τότε στα σινεμά της επαρχίας, ανάμεσα στις ταινίες του συρμού, ως πορνό. 

 

Έτσι το έβλεπα κι εγώ. Αλλά εκείνο δούλευε, ανεπαισθήτως. Μετά το πρώτο βάπτισμα (και τσούξιμο), άρχισα να παρατηρώ την προοπτική του οργίου. Πίσω απ τα βυζιά υπήρχε ένας ουρανός ανοιγμένος στην πιο ανείπωτη ομορφιά. Πάνω από τον αισθησιασμό υπήρχαν τα αισθήματα -που παραδόξως άντεχαν περισσότερο!

 

Έμαθα να διακρίνω τα πρώτα από τα δεύτερα και πώς τα ανακατεύει η τύχη - ή η ανάγκη.

 

Ηταν καρδιά της χούντας -πηχτή ηλιθιότητα. Όποιο φιλμ τόλμαγε να είναι στοιχειωδώς ενδιαφέρον, κρινόταν ακατάλληλο. Δεν ήταν μόνο το σεξ. Η σκέψη, γενικώς, ήταν κάτι ένοχο και απειλητικό. Η καθαρόαιμη ομορφιά, επίσης.  Ο παντοδύναμος τότε κινηματογραφος, όπως κι η τηλεόραση, συνειδητά επρεπε να μείνουν σε μια κατάσταση προγλωσσικού σκοταδισμού.

 

Οπότε, αυτή η απρόσμενη αισθητική ενηλικίωση, μέσω Καβάλας, ήταν το μεγαλύτερο δώρο της εφηβείας μου. Ψάχνοντας  κώλο, έφτασα στην ποίηση. Γκρεμίζοντας μια εκκλησία, έχτισα άλλη. Κι έτσι λοξά, σα κάβουρας, έμαθα να βαδίζω και να ζω.

 

Αυτή η λοξότητα είναι και η καρδιά της Τέχνης. Τα νέα πράγματα είναι συνήθως προϊόν μιας στραβοτιμονιάς. Είτε επειδή είσαι μεθυσμένος, είτε επειδή είσαι περίεργος είτε γιατί έχεις μπαϊλντίσει από τα ίδια και τα ίδια, στρίβεις ξαφνικά, όλος ορμή, και ροβολάς στα χωράφια. Εκεί που δεν υπάρχει δρόμος. Ή εκεί που οι παλιοί δρόμοι (τα Μονοπάτια των Τραγουδιών)  έχουν ξεθωριάσει και κάποιος πρέπει να τους ξαναχαράξει.

 

Σε αυτούς τους νέους τόπους (που είναι παμπάλαιοι), φάλτσες φωνές  ξαφνικά συναρμολογούν μια νέα αρμονία. Το οκνό βλέμμα τοποθετεί αυτό που ήταν κάτω από τα μάτια του σε νέα προοπτική, φτιάχνοντας μια καινούρια εικόνα.

 

Αυτή η λοξότητα, ειναι κι ένας ωραίος τρόπος για να ζεις― τουλάχιστον για μένα. Γιατί έτσι που είναι κόσμος, τόσο ρευστός κι απίθανος κι αμείλικτος, ο μόνος τρόπος  να τον «κλέψεις» είναι να αυτοσχεδιάζεις κάπως, να ελίσσεσαι, να παίζεις, να φτιάχνεις μία άλλη Εσωτερική Ζωή― εν Φαντασία και Λόγω.

 

Γιατί ένα έχει σημασία, στην τελική: Να επιζήσεις! Και to be loved/ Just like everybody else does.