ΠΡΙΝ ΑΠΟ ΜΕΡΙΚΟΥΣ μήνες είχε κληθεί από το Vanity Fair η νεαρή σταρ του τραγουδιού και της οθόνης Zendaya να απαντήσει στο παραδοσιακό ερωτηματολόγιο του Προυστ, που κατά καιρούς έχει υιοθετηθεί σε ποικίλες παραλλαγές από διάφορα μέσα ανά τον πλανήτη, κυρίως όμως έχει συνδεθεί με το ιστορικό έντυπο από τις αρχές της δεκαετίας του ’90, που το καθιέρωσε ως τελευταία σελίδα του μέχρι τις μέρες μας.

 

Η 24χρονη ηθοποιός και τραγουδίστρια ήταν η πρώτη όμως στην ιστορία του θεσμού που εκδήλωσε μια, διακριτική και πολιτισμένη, δυσανεξία σε κάποιες από τις κλασικές ερωτήσεις που έχουν να κάνουν με παλιομοδίτικους έμφυλους ρόλους και διαχωρισμούς, όπως «Τι είναι αυτό που εκτιμάτε περισσότερο σε έναν άνδρα» και, αντιστοίχως, «σε μια γυναίκα». Η Zendaya προτίμησε να δώσει μια κοινή απάντηση και για τα δύο ερωτήματα, δηλώνοντας πως εκτιμά τα ίδια πράγματα σε όλα τα άτομα, ασχέτως φύλου. 

 

Στην πραγματικότητα, πάντα σφύριζαν λίγο φάλτσα τα συγκεκριμένα ερωτήματα καθώς ήταν τα μοναδικά που απέπνεαν μια υφή σεξισμού και καταναγκαστικής ετεροκανονικότητας σε σχέση με τα unisex και διαχρονικά υπόλοιπα («ποιος είναι ο μεγαλύτερος φόβος σας», «ποια είναι η ιδέα σας για την ευτυχία», «πώς θα προτιμούσατε να πεθάνετε» κ.λπ.), κατά περίπτωση όμως ήταν αυτά που έδιναν αφορμή για κάποιες νόστιμες και ευφυείς ατάκες.

 

Όπως αυτό το πολύ γλυκό και τρυφερό που είχε απαντήσει ο Bowie το 1998 στο ερώτημα «Τι είναι αυτό που εκτιμάτε πιο πολύ σε μια γυναίκα»: «Η ικανότητα να ρευτεί κατά βούληση, αν της το ζητήσεις».

 

Καμιά εκατοστή από αυτές τις στήλες βρίσκονται συγκεντρωμένες στο πολύ ωραίο coffee table λεύκωμα με τον μακροσκελή τίτλο «Vanity Fair's Proust Questionnaire: 101 Luminaries Ponder Love, Death, Happiness, and the Meaning of Life» που κυκλοφόρησε το 2009 και το συνιστώ θερμά ως ιδανικό χριστουγεννιάτικο δώρο που μπορείς να επισκέπτεσαι νωχελικά όλο τον χρόνο, χαλαρώνοντας αλλά και αναζητώντας κρυφά κάποια σπίθα και κάποιον μπούσουλα επιβίωσης στις απαντήσεις των διάσημων και των επιτυχημένων.

 

Με συγκινεί κάθε φορά, φερ’ ειπείν, η απάντηση που είχε δώσει το 2004 ο Τομ Γουέιτς στην ερώτηση «πού και πότε υπήρξατε πιο ευτυχισμένος»: «1963, μία μετά τα μεσάνυχτα του Σαββάτου, να πλένω πιάτα στην κουζίνα της πιτσαρίας Napoleone, λεωφόρος National 619, στο National City της Καλιφόρνια». Νιώθω σα να μπορώ να δω αυτή την εικόνα μαζί με όλο το φορτίο νεανικής ανεμελιάς και προσμονής που κουβαλάει.

 

Όπως και την εικόνα που είχε περιγράψει η Τζόαν Ντίντιον έναν χρόνο νωρίτερα, απαντώντας στην ερώτηση «ποιο είναι το αγαπημένο σας ταξίδι»: «Πριν από πολλά χρόνια, όταν ακόμα δεν έδειχναν ταινίες στις μακρινές πτήσεις και δεν σε υποχρέωναν να έχεις κλειστό το παράθυρο, μου άρεσε πολύ να πετάω προς τη δύση και να βλέπω κάτω τη χώρα να ανοίγει, τις φάρμες των Μεσοδυτικών πολιτειών σε σχήμα σκακιέρας να δίνουν την θέση τους στις απέραντες εσχατιές. Μου άρεσε πολύ επίσης να πετάω πάνω από τον Πόλο πηγαίνοντας από την Ευρώπη στο Λος Άντζελες, ενώ ήταν ακόμα μέρα και μπορούσες να δεις τους πάγους και τα νησιά μέσα στη θάλασσα να γίνονται ένα με τις λίμνες στη στεριά».