Εκπληκτικά αρχαιολογικά ευρήματα, ανάμεσα στα οποία ένα εντυπωσιακό ψηφιδωτό, κίονες και κατάλοιπα κτιρίων, αντικρίζει ο επισκέπτης της παραλίας της Θεοτόκου, που βρίσκεται στην περιοχή Λύρη του Νοτίου Πηλίου.

 

Πρόκειται για έναν όμορφο κολπίσκο με χοντρή άμμο και μεγάλα βότσαλα, που εκτείνεται στα βόρεια του επιβλητικού όγκου του ακρωτηρίου της Σηπιάδος.

 

Η παραλία οφείλει το όνομά της στο ξωκλήσι της Θεοτόκου, που χτίστηκε στα 1807 και στην τοιχοποιία του βρίσκονται ενσωματωμένα πολλά αρχαία μέλη.

 

Το ξωκλήσι χτίστηκε πάνω στα ερείπια του ναού της Αρτέμιδος, ενώ τα λείψανα του ψηφιδωτού δαπέδου πιθανολογείται πως ήταν μέρος του ναού, πριν ανεγερθεί παλαιοχριστιανική εκκλησία.

 

Λίγα μέτρα από το εκκλησάκι, είναι ορατά τα ευρήματα που έφερε στο φως πριν από πολλά χρόνια η αρχαιολογική σκαπάνη, αποκαλύπτοντας κομμάτια μιας ενδιαφέρουσας ιστορίας χιλιάδων χρόνων.

 

Μέσα σ' έναν υποτυπωδώς περιφραγμένο χώρο, βρίσκεται ό,τι απέμεινε από μια παλιά ανασκαφική προσπάθεια, που δεν ολοκληρώθηκε ποτέ: τμήμα ψηφιδωτού που εντυπωσιάζει για το θέμα και τα χρώματά του, είσοδος και δάπεδο με λαξευτές πέτρες, μια ολόλευκη μαρμάρινη κολόνα, από τα ερείπια παλαιοχριστιανικής βασιλικής, που υψωνόταν στον χώρο.

 

 

 

 

 

 

 

 

Οι απόψεις σχετικά με την ταυτότητα της πόλης διίστανται, καθώς γίνεται αφενός λόγος για την αρχαία Σηπιάδα, ενώ παράλληλα διατυπώθηκε η πρόταση ότι πρόκειται για την πόλη «Μύραι», την οποία αναφέρει ο Σκύλακας.

 

«Η αρχαία Σηπιάς ονομάζεται «πολίχνη» από τον Στράβωνα. Τα ερείπια πάνω από τον λόφο Παλιόκαστρο που βρίσκεται δυτικά του ναού της Θεοτόκου, έχουν ταυτιστεί, σύμφωνα με τη μαρτυρία του Στράβωνα, με την αρχαία πόλη της Σηπιάδος. Η θέση ήταν αποκομμένη από το εσωτερικό της Μαγνησίας και άρα η μόνη της επικοινωνία ήταν μέσω θαλάσσης» γράφει η Βασιλική Αδρύμη – Σισμάνη, διευθύντρια επί τιμή του Αρχαιολογικού Ινστιτούτου Θεσσαλικών Σπουδών, σε έκδοση αφιερωμένη στις αρχαίες πόλεις της Θεσσαλίας.

 

Συγκεκριμένα, η θέση ήταν γνωστή από τις αρχές του περασμένου αιώνα, όταν το 1906 ο Απόστολος Αρβανιτόπουλος είχε εντοπίσει ερείπια, τμήματα δωρικών κιόνων ενός κτιρίου των αρχών του 5ου αιώνα π.Χ. Το 1907 η ανασκαφή συνεχίστηκε στην ίδια θέση από τους A.J. B Wace και J.P Droop και έφερε στο φως, κοντά στο σημερινό εκκλησάκι της Θεοτόκου, ερείπια παλαιοχριστιανικής τρίκλιτης βασιλικής που χρονολογείται στο τέλος του 5ου αιώνα π.Χ.

 

Το πιο εντυπωσιακό στοιχείο της παλιάς ανασκαφής είναι τα ψηφιδωτά δάπεδα που περιλαμβάνουν φυτικά και γεωμετρικά σχέδια, καθώς και παλαιότερα μέλη σε δεύτερη χρήση, προερχόμενα, ίσως, από έναν αρχαίο ναό που ενδεχομένως υπήρχε στην ίδια θέση.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Επίσης, ήρθαν στο φως κιβωτιόσχημοι τάφοι που χρονολογούνται από τον 12ο έως τον 8ο αιώνα π.Χ. ανατολικά του ναού, αποκαλύφθηκαν από τη Βασιλική Αδρύμη – Σισμάνη, υπολείμματα αρχιτεκτονικών μελών καθώς και σπόνδυλοι από δωρικούς κίονες, που βρίσκονται εκεί σε δεύτερη χρήση, σε τμήμα κτιρίου παλαιοχριστιανικών χρόνων και ένας αποθέτης που περιέχει άφθονη κεραμική της ρωμαϊκής περιόδου. Επίσης ανασκάφηκαν και τάφοι κλασικών χρόνων του 4ου αιώνα π.Χ. στην ευρύτερη περιοχή.

 

Στη βόρεια πλευρά του λόφου αποκαλύφθηκαν τμήμα κτιρίου κλασικών χρόνων, καθώς και τμήμα από το τείχος της ακρόπολης, ενώ ψηλότερα, στον ίδιο λόφο Παλιόκαστρο, σώζονται τμήματα οχύρωσης των βυζαντινών χρόνων.

 

 

 

 

 

Φωτογραφίες και πληροφορίες από EUROKINISSI/ΘΑΝΑΣΗΣ ΚΑΛΛΙΑΡΑΣ- Εφημερίδα Ταχυδρόμος