Τον Νοέμβριο του 2005 που βγήκε το πρώτο «Confessions» της Μαντόνα, το «Confessions on a Dance Floor» –έχουν περάσει είκοσι χρόνια και οχτώ μήνες, σχεδόν όσο είναι και η LiFO– δούλευα όλη μέρα, έγραφα στο Nothing Days και δεν ζούσα καν στην Αθήνα. Δεν θυμάμαι πολλά, αλλά θυμάμαι έντονα την πρώτη συνάντηση με τον Στάθη, στο μικρό γραφείο στον έβδομο όροφο της Πραξιτέλους, όπου μιλήσαμε και για τη Μαντόνα. Ετοίμαζε έναν οδηγό πόλης (δεν τον έλεγαν ακόμα LiFO), του είχα πει ότι θέλω να γράφω για μουσική, για όλα αυτά τα λοξά και περίεργα που έγραφα στο μπλογκ, αλλά με ενδιέφερε πολύ να γράφω και για μέινστριμ φαινόμενα όπως τη Μαντόνα, αν και τότε έβρισκα φρικτή τη λέξη μέινστριμ – κούνια που με κούναγε... Στο πρώτο τεύχος είχα κάνει συνέντευξη τις CocoRosie, γιατί διανύαμε μια εποχή που το εναλλακτικό είχε κάνει μαζική κατάληψη στα μπλογκ και το «Noah's Ark» απασχολούσε περισσότερο το «ψαγμένο» κοινό από το «Confessions on a Dance Floor». Δεν θυμάμαι ούτε ένα κείμενο της προκοπής για το άλμπουμ της Μαντόνα στην τότε μπλογκόσφαιρα – κι αν είχε γραφτεί, δεν το είχα διαβάσει.
Είναι φοβερό όμως πώς ο καθένας παίρνει τη θέση που του αξίζει στην ποπ ιστορία, τον τοποθετεί εκεί η εποχή, η αγάπη του κόσμου, το μέγεθος της λάμψης του αλλά και η αξία του, κάτι αναπόφευκτο όταν κάποιος είναι στο επίκεντρο του παγκόσμιου ενδιαφέροντος εδώ και σαράντα τέσσερα χρόνια. Σήμερα το «Confessions on a Dance Floor» θεωρείται σχεδόν απόλυτο αριστούργημα της χορευτικής ποπ, αλλά και τότε, όλο και κάποιος θα βρισκόταν να πει τα ίδια που γράφονται αυτές τις μέρες από κομπλεξικούς γεροξούρες (κάθε φύλου) που αμφισβητούν ό,τι αρέσει στον πολύ κόσμο. Το να είναι όμως το «Confessions on a Dance Floor» σημείο αναφοράς και σύγκρισης γι’ αυτό που έκανε η Μαντόνα το 2026 είναι σαν να θεωρείς ότι το τέλος της μουσικής ήταν το 2005 – δεν ήταν.
Το «Confessions II» είναι ένας θετικός δίσκος. Όμορφος, διασκεδαστικός, τον ακούω ξανά και ξανά και μου φτιάχνει τη διάθεση. Κάποιον που έχει χορέψει στα ’80s και τα ’90s, είναι δύσκολο να τον αφήσουν αδιάφορο οι αναφορές που έχει το άλμπουμ, η επαναφορά αναμνήσεων μέσα από ήχους και φωνητικά περάσματα.
Από τότε ήρθαν τα πάνω κάτω στην ποπ, η ηλεκτρονική μουσική «εξανθρωπίστηκε», έλιωσε στον λυγμό από το autotune, και κατέληξε ψηφιακή, ακόμα πιο ψυχρή, σε μια κοινωνία που διαμορφώνεται από αλγορίθμους, ψηφιακές πλατφόρμες, ειδοποιήσεις και μια ασταμάτητη ροή πληροφοριών. Η Μαντόνα ήταν πάντα παρούσα, κάνοντας αυτό που έκανε όλη της ζωή, πασχίζοντας να αντλήσει από την πρωτοπορία, το στυλ, τους νέους ήχους, τις υποκουλτούρες, πετυχημένα ή αποτυχημένα, δεν έχει σημασία – ήταν πάντα η Μαντόνα που δίπλα της σβήνει κάθε άλλος/-η σταρ, μια προσωπικότητα με ελαττώματα, με πάθη, με λάθη, προκλητική, τολμηρή, ακτιβίστρια με τον δικό της τρόπο, διασκεδάστρια, μητέρα, των παιδιών της αλλά και των ανθρώπων στον χώρο της που χρειάζονταν στήριξη, ανθρώπινη. Και τι δεν έχει ακούσει αυτή η γυναίκα όλα αυτά τα χρόνια που χτίζει τον μύθο της, ξεπερνώντας τους πάντες στον τρόπο που το κατάφερε. Για την ηλικία της, για το ότι προσπαθεί να παρατείνει τη νεότητα, για το τι είναι επιτρεπτό να κάνει κάποια «κοντά στα εβδομήντα», λες και οφείλει να δώσει σε κανέναν λογαριασμό για το πώς θα ζήσει τη ζωή της.
Mαντόνα - «Danceteria» (Official Audio)
Το «Confessions II» είναι ο θρίαμβος της αναγέννησης, μια απεγνωσμένη έκκληση να συντονιστεί το σύμπαν που η ίδια στήριζε πάντα (και της οφείλει πολλά) για να ξαναβρεθεί στην κορυφή. Και ξαναβρέθηκε γιατί το αξίζει, αποδεικνύοντας ότι η ενέργεια και η ζωντάνια δεν έχουν ηλικία και όρια, είναι εκεί και σε οδηγούν ακόμα και όταν το σώμα σε προδίδει. Δεν είναι θέμα ηλικίας η επιμονή και η αγάπη για τη ζωή. Και είναι ένα άλμπουμ απρόσμενα καλό, όχι γιατί τη θεωρούσα ξοφλημένη, αλλά ως σύνολο είναι η πιο ολοκληρωμένη δουλειά της: ακούγεται ολόκληρο και αντέχει σε επαναλήψεις, έχει απίστευτη ροή και παρότι ακούγεται σαν συλλογή με χιτ της σε dance remix –που τονίζει περισσότερο από όσο πρέπει τον ήχο του Στιούαρτ Πράις– μετά από πολλά χρόνια θα είναι το άλμπουμ που θα χαρακτηρίζει το δεύτερο μισό της καριέρας της, αν και ποτέ δεν μπορείς να είσαι σίγουρος με τη Μαντόνα.
Για μένα είναι ένα σημαδιακό άλμπουμ της επειδή, εκτός του ότι συμπίπτει με τα είκοσι χρόνια της LiFO –μια επέτειο συμβολική, γιατί η LiFO μού άλλαξε τη ζωή–, με βρήκε σε μια δύσκολη προσωπική στιγμή, με σπασμένο και χειρουργημένο πόδι· άκουσα το άλμπουμ πονώντας, μέσα στο παραλήρημα μετά τη νάρκωση, και ήταν ένας δίσκος βάλσαμο. Χωρίς ούτε μια στιγμή βαρετή, που να σε βγάζει από την αίσθηση της πίστας του κλαμπ που σε μεταφέρει, με στιγμές που τις γνωρίζεις καλά από την πορεία της αλλά και από τα κομμάτια που σαμπλάρει, με μια οικειότητα που την έχεις ανάγκη, γιατί η μουσική πρέπει να έχει και αυτόν τον ρόλο, του καταφυγίου, της παρηγοριάς, να απαλύνει όσα σε βαραίνουν, να σου δίνει την ψευδαίσθηση ότι τα πράγματα θα πάνε καλύτερα.
Είναι άδικο να λες ότι η Μαντόνα στο «Confessions II» επιχειρεί απλώς να συνεχίσει το «Confessions on a Dance Floor». Χρησιμοποιεί την dance μουσική ως μέσο αυτοβιογραφίας, επιστρέφοντας στις ρίζες της στη Νέα Υόρκη, στη house των ’80s και των ’90s, αλλά και σε ολόκληρη τη δική της δισκογραφία. Ο Στιούαρτ Πράις χτίζει έναν ενιαίο ηχητικό κόσμο που κινείται από την acid house και την disco μέχρι την trip-hop και τη σύγχρονη electronica, ενώ τα σαμπλς και οι μουσικές αναφορές λειτουργούν ως φόρος τιμής στην ιστορία των dance floors. Μπορεί να προετοίμαζε το έδαφος με τα κομμάτια που είχε κυκλοφορήσει ήδη ως σινγκλ ή teaser στα βίντεο και στις εμφανίσεις της, αλλά η αλήθεια είναι ότι το αποτέλεσμα είναι πολύ καλύτερο από αυτό που αναμέναμε όλοι, γι’ αυτό και όλος αυτός ο σαματάς με τις αντιδράσεις.
Το «Confessions II» είναι ένας θετικός δίσκος. Όμορφος, διασκεδαστικός, τον ακούω ξανά και ξανά και μου δίνει χαρά, μου φτιάχνει τη διάθεση, μου διώχνει τις κακές σκέψεις. Κάποιον που έχει χορέψει στα ’80s και τα ’90s, που έχει ζήσει με το «French Kiss» και το «Good Life», είναι δύσκολο να τον αφήσουν αδιάφορο οι αναφορές που έχει το άλμπουμ, η επαναφορά αναμνήσεων μέσα από ήχους και φωνητικά περάσματα (όπως το «δάνειο» από το «Doo, doo-doo, doo-doo, doo-doo-doo» απ’ το «Walk on the wild side» του Λου Ριντ στο «Danceteria» («Danceteria» ήταν το όνομα του θρυλικού κλαμπ της Νέας Υόρκης όπου την ανακάλυψε ο DJ Μαρκ Κάμινς και της εξασφάλισε το πρώτο της δισκογραφικό συμβόλαιο, εκεί επίσης, στις 16 Δεκεμβρίου 1982, η Μαντόνα ερμήνευσε για πρώτη φορά ζωντανά το πρώτο της single, το «Everybody», μπροστά σε περίπου 300 θεατές).
Το «Confessions II» επιστρέφει πολλές φορές στα πρώτα της χρόνια, αλλά με μια διάχυτη μελαγχολία. Το «Danceteria», το πιο συναρπαστικό και γεμάτο ενέργεια τραγούδι του δίσκου, έχει ένα θρυλικό ραπαριστό μεσαίο μέρος παρόμοιο με του «Vogue», όπου αναφέρει τον Μπασκιά, τον Kιθ Χάρινγκ και τον Ντέιβιντ Μπερν, αποτίοντας φόρο τιμής στην απόλυτη ελευθερία του να είσαι νέος, φιλόδοξος και να ζεις στη Νέα Υόρκη στο ξεκίνημα της δεκαετίας του '80. Στο τελευταίο τραγούδι του δίσκου, το νοσταλγικό «LES Girl», θυμάται έναν καταδικασμένο έρωτα της ίδιας περιόδου, μέσα στον ενθουσιασμό μιας ζωής που μόλις άρχιζε πραγματικά. «Lower East Side girl / Lost in a fragile world / The night is kind».
Αυτές οι ιστορίες, όμως, συγκρούονται με τη σκληρότερη πραγματικότητα του πού βρίσκεται σήμερα η Mαντόνα. Σε τραγούδια όπως τα «I feel so free» και «Good for the soul» καυχιέται ότι εξακολουθεί να βρίσκει την έκσταση στην πίστα, μόνο που αυτό συμβαίνει επειδή, όταν βρίσκεται μακριά της, νιώθει μοναξιά, φόβο και αποσπάται συνεχώς από το πόσο οριστικά είναι τα πάντα. «Μου είναι πολύ δύσκολο να εμπιστευτώ τους ανθρώπους. Ποιος θα με κατηγορήσει γι' αυτό; Γι' αυτό μου αρέσει να βγαίνω να χορεύω».
Το «I feel so free» ανοίγει τον δίσκο με άμεση αναφορά στην πρωτοποριακή house. Το τραγούδι δανείζεται φωνητικά από το «French Kiss» του Λιλ Λιούις και παραπέμπει ευθέως στο «I feel love» της Ντόνα Σάμερ και του Τζόρτζιο Μορόντερ, στο οποίο η Mαντόνα μιλά για την ανασφάλεια και την ανάγκη απελευθέρωσης μέσα από τον χορό. Κάτι σαν το «Hung up» που άνοιγε το «Confessions on a Dance Floor».
Το «Good for the soul» θυμίζει έντονα το «Impressive instant» από το «Music», συνδυάζοντας κοσμικές εικόνες, τρανς ατμόσφαιρα και ηλεκτρονικές υφές που παραπέμπουν στο «Ray of Light». Η εμπειρία της σοβαρής περιπέτειας υγείας της το 2023 φαίνεται να διαπερνά τους στίχους, μετατρέποντας την dance μουσική σε μια σχεδόν πνευματική εμπειρία.
Mαντόνα - «I feel so free» (Official Visualizer)
Στο συγκινητικό ντουέτο «The Test» με τη μεγαλύτερη κόρη της, τη Λούρδη, τραγουδά για το ότι δεν είχε συνειδητοποιήσει πόσο βαθιά θα επηρέαζε τα παιδιά της η δυσθεώρητη φήμη της. Για πρώτη φορά μητέρα και κόρη μιλούν ανοιχτά για τις συνέπειες της παγκόσμιας διασημότητας στην οικογενειακή τους ζωή, πάνω σε μια λιτή παραγωγή με τη συμβολή της Arca. Η γέννηση της κόρης της σηματοδότησε τη δημιουργία του «Ray of Light» το 1998, στο οποίο περιλαμβάνεται και το «Little Star», ένα τρυφερό νανούρισμα που η Μαντόνα αφιέρωσε στη μικρή τότε Λούρδη. Εδώ το little star επιστρέφει στους στίχους: «Μικρό μου αστέρι, προσπάθησα να σε βάλω σε ένα βάθρο. Δεν ζήτησες ποτέ όλα αυτά τα εκτυφλωτικά φώτα. Δεν σκέφτηκα πόσο θα μπορούσαν να σε ταράξουν, ούτε πόσο θα σε πλήγωναν. Μακάρι να ήξερα τον πόνο που σου προκάλεσα. Η πεταλούδα μου βρισκόταν πάντοτε κάτω από τα βλέμματα των άλλων. Μερικές φορές πιστεύω ότι εύχεσαι να είχα φύγει», παραδέχεται.
Στο «One step away» διατυπώνει το μανιφέστο του δίσκου: το dance floor δεν είναι χώρος διασκέδασης αλλά «τελετουργικό κατώφλι», όπου η κίνηση αντικαθιστά τη γλώσσα. Ο Στιούαρτ Πράις χτίζει σταδιακά την ένταση με έγχορδα, πιάνο και house ρυθμούς που οδηγούν σε μία από τις πιο χαρακτηριστικές κορυφώσεις του άλμπουμ.
Το πρώτο single, «Bring your love», ενώνει δύο γενιές ποπ μέσα από τη συνεργασία με τη Σαμπρίνα Κάρπεντερ. Βασίζεται στο κλασικό «Good life» των Inner City, ένα από τα θεμέλια της Detroit house (είναι η δεύτερη φορά που η Μαντόνα αντλεί έμπνευση από το έργο των Inner City – κατά τη διάρκεια της περιοδείας Blond Ambition Tour είχε ενσωματώσει στοιχεία από το «Ain’t nobody better» στην ερμηνεία του «Into the groove»), ενώ κάνει interpolation του «Doing it too» της Ροσέλ Τζόρνταν. Το αποτέλεσμα θυμίζει περισσότερο την εποχή του «Vogue», και το παρουσίασε για πρώτη φορά τον περασμένο Απρίλιο στην κεντρική σκηνή του Coachella, όταν η Κάρπεντερ ήταν η headliner του δεύτερου Σαββατοκύριακου του φεστιβάλ.
Το «Read my lips», με τη συμμετοχή του Feid, μεταφέρει τον δίσκο σε πιο λατινοαμερικανικό έδαφος, συνδυάζοντας ακουστική κιθάρα, ρεγκετόν και house χωρίς να χάνει τη συνοχή του. Στο «Everything» η Mαντόνα σχολιάζει τη σύγχρονη κοινωνική απομόνωση, καλώντας τον κόσμο να εγκαταλείψει τις οθόνες και να επιστρέψει στον συλλογικό χώρο του χορού. Η παραγωγή παραπέμπει ξανά στο «Ray of Light», με acid house στοιχεία και επεξεργασμένα φωνητικά.
Το «Love Sensation» αποτελεί έναν ύμνο στην ευφορία της disco και της house, ενώ το «Bizzare» εξελίσσεται από punchy house σε Italo-disco, επαναλαμβάνοντας το βασικό μήνυμα του άλμπουμ: το κλαμπ είναι τόπος ελευθερίας και κοινότητας. Η συνεργασία με τον Martin Garrix φέρνει πιο σύγχρονες EDM αναφορές, ενώ οι στίχοι μοιάζουν να επιστρέφουν στη θυελλώδη σχέση της Μαντόνα με τον Σον Πεν.
Mαντόνα - «Everything» (Official Audio)
Το «School» θυμίζει τις αισθησιακές εποχές των «Erotica» και «Bedtime Stories», παρουσιάζοντας τη σεξουαλικότητα ως διαρκή διαδικασία μάθησης. Είναι από τα highlights του δίσκου, ένα τραγούδι που δηλώνει ότι «μπορεί να κάνει (ακόμα) κινήσεις στην πίστα του χορού και έρωτα στο πάτωμα ενός άντρα», με τους στίχους να λένε «Κάποτε είχα ένα αριστούργημα που χάθηκε στις φλόγες, μπορεί να είσαι ο Πικάσο, αλλά είσαι και ψεύτης. Χρειάζομαι έναν λευκό καμβά για να ζωγραφίσω την επιθυμία μου. Μπορείς να χωρέσεις στο κάδρο μου; Ξέρω πόσο αγαπάς την αγριάδα». Το δεύτερο μισό του άλμπουμ είναι απολαυστικό. Στο «Fragile» επανέρχονται οι αναζητήσεις της γύρω από την Καμπάλα και την έννοια της μετενσάρκωσης, ενώ το «My sins are my savior», με τη συμμετοχή του Stromae, συνδυάζει electronica, easy listening και γαλλική ποπ σε έναν στοχαστικό επίλογο. Το «Fragile» είναι ένα τραγούδι εμπνευσμένο από τον θάνατο του αδελφού της Kρίστοφερ, και η Μαντόνα, σε έναν πένθιμο spoken word πρόλογο, λέει πως «η ενέργεια δεν πεθαίνει ποτέ. Αυτό είναι απλώς μια πύλη από την οποία περνάμε. Παρ' όλα αυτά, είναι δύσκολο να αφήσεις τα πράγματα να φύγουν».
Από τις πιο ενδιαφέρουσες στιγμές του δίσκου είναι το «Betrayal» που χρησιμοποιεί ως βασικό μουσικό μοτίβο την «Gnossienne No. 1» του Eρίκ Σατί, μετατρέποντας το κλασικό πιανιστικό έργο σε σκοτεινή trip-hop σύνθεση που αναφέρεται στη σχέση της Μαντόνα με τη μητριά της, Τζόαν Τσικόνε, η οποία πέθανε το 2024. Σε διάφορες στιγμές της καριέρας της, η Μαντόνα έχει μιλήσει ανοιχτά για τη δυσκολία που αντιμετώπισε ως παιδί να αποδεχτεί τον ρόλο της μητριάς της μετά τον θάνατο της βιολογικής μητέρας της. Έχει εξηγήσει ότι για πολλά χρόνια τής ήταν δύσκολο να αναπτύξει μια ουσιαστική σχέση μαζί της.
Ίσως δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι ο καλύτερος δίσκος της εδώ και δεκαετίες είναι και ο πρώτος που αντιμετωπίζει κατά μέτωπο τη δική της θνητότητα. Όταν είσαι ο τελευταίος επιζών μιας γενιάς ειδώλων και εξακολουθείς να κυκλοφορείς νέα μουσική, και ενώ οι υπόλοιποι έχουν πια φύγει από τη ζωή, καλείσαι αναπόφευκτα να δείξεις πώς μπορεί να μεγαλώνει ένας ποπ σταρ μπροστά στα μάτια του κοινού. Δεν υπήρχε ποτέ εγχειρίδιο για κάτι τέτοιο, όπως δεν υπήρχε και για το πώς μπορεί μια γυναίκα να επαναπροσδιορίσει την ποπ ως μια λαμπερή, σέξι και διαρκώς προκλητική περσόνα – μέχρι που το έκανε πρώτη η Mαντόνα.
Για χρόνια –ή, πιο συγκεκριμένα, την περίοδο από το «Hard Candy» του 2008 έως το «Madame X»– η Mαντόνα φρόντιζε να καλλιεργεί την εικόνα μιας γυναίκας που τίποτα δεν μπορεί να την κλονίσει. Κάθε συζήτηση γύρω από την ηλικία, τη φθορά ή τη θνητότητα είτε την απέρριπτε είτε την προσπερνούσε χωρίς να της δίνει πραγματικό βάρος. Σήμερα, όμως, δείχνει μια πλευρά του εαυτού της που είναι απρόσμενα ευάλωτη. «Είμαι κουρασμένη μέχρι αηδίας», δήλωσε την περασμένη εβδομάδα στο περιοδικό «Interview», παραδεχόμενη ότι εκείνη την ημέρα δεν είχε γυμναστεί.
«Δεν έχω πλέον γόνατο. Δεν έχω καθόλου χόνδρο, ύστερα από τόσα χρόνια χορού με ψηλοτάκουνα, τρέξιμο στην άσφαλτο και Ashtanga yoga. Μέχρι πριν από έναν χρόνο πηδούσα σε τραμπολίνα, έκανα dance cardio και καταπονούσα συνεχώς τις αρθρώσεις μου, όπως θα έλεγε ένας γιατρός. Τώρα πια δεν μπορώ». Το σώμα της δεν έχει πια την αντοχή που είχε κάποτε, οι άνθρωποι που τη γνώρισαν και τη στήριξαν προτού μετατραπεί στη διασημότερη γυναίκα της ποπ λιγοστεύουν διαρκώς, ενώ η απώλεια της μητέρας της από καρκίνο, όταν ήταν μόλις πέντε ετών, ένα τραύμα που για δεκαετίες έμοιαζε να την καθορίζει, αποτελεί πλέον μέρος μιας σειράς νέων, εξίσου οδυνηρών αποχαιρετισμών.
Αυτή η νέα εκδοχή της Μαντόνα, η θνητή, είναι περισσότερο προσιτή από ποτέ, και ο λόγος είναι προφανής: αντί να προσποιείται πως το αναπόφευκτο δεν την αφορά, μοιάζει να το αποδέχεται και να μας προετοιμάζει κι εμάς γι' αυτό. Ο θάνατος είναι η μοναδική βεβαιότητα για όλους μας, είτε περνάμε τα τελευταία μας χρόνια ήσυχα σε έναν οίκο ευγηρίας είτε εξακολουθούμε να εμφανιζόμαστε στη σκηνή με φούξια κορσέδες και διχτυωτές κάλτσες. Μέχρι να έρθει εκείνη η στιγμή, όμως, ίσως το μόνο που αξίζει να κάνουμε είναι να συνεχίσουμε να χορεύουμε.
Ξαναγυρνώντας στο μουσικό μέρος του άλμπουμ: τι κριτική να κάνεις σε έναν άνθρωπο που δεν θα σταματήσει ποτέ να προσπαθεί να είναι στην κορυφή και θα χορεύει μέχρι να σβήσει; Πέρα από προτιμήσεις και μουσικά γούστα, το «Confessions II» είναι μια σημαντική στιγμή στη σύγχρονη χορευτική ποπ, που την είχαμε μεγαλύτερη ανάγκη από ό,τι η Μαντόνα εμάς.
Mαντόνα - «One step away» (Official Audio)