Ο SONNY ROLLINS, που έφυγε από τη ζωή στις 25 Μαΐου 2026, στα 96 χρόνια του, ήταν ο τελευταίος της μεγάλης γενιάς των σαξοφωνιστών, που έκαναν τρανό όνομα στη δεκαετία του ’50. Ήταν μαζί με τον John Coltrane (1926-1967) και τον Ornette Coleman (1930-2015) εκείνοι που άλλαξαν και την ιστορία του σαξοφώνου, σαν σολιστικό όργανο, μεταφέροντάς το στις πιο πρόσφατες δεκαετίες, μα και την ίδια την ιστορία της τζαζ.
Πώς τους χώρεσε και τους τρεις αυτούς, μαζί, η εποχή, βασικά το διάστημα 1955-1967, είναι ένα θέμα, και το λέω τούτο επειδή ο Rollins από το καλοκαίρι του ’59 έως και το φθινόπωρο του ’61 θα ήταν απών από τη σκηνή – κάτι που θα συνδεόταν και με τον δικό του επαναπροσδιορισμό, μα και με τον σίφουνα που είχε παρασύρει τα πάντα στην τζαζ, μετά από τις ηχογραφήσεις των άλλων δύο (ενδεικτικά αναφέρω τα άλμπουμ “Blue Train” του John Coltrane το 1958 και “Something Else!!!”, “The Shape of Jazz to Come” του Ornette Coleman το 1958-59).
Ουσιαστικά, μέσα σε δύο χρόνια ο Sonny Rollins έχει αλλάξει την τζαζ, γράφοντας ένα νέο λεξιλόγιο για το τενόρο σαξόφωνο, όχι μόνο σε σχέση με το προτεινόμενο ηχόχρωμα αλλά και με τη γενικότερη λειτουργία του αυτοσχεδιασμού, που δεν χάνει ποτέ την μορφική τελειότητά του ενόσω μετατρέπεται σε σύνθεση.
Όμως ο Rollins είχε προηγηθεί όλων, αφού εκείνα που είχε προλάβει να ηχογραφήσει, έως και τον Φλεβάρη-Μάρτη του ’58, είχαν ανοίξει διάπλατα τους δρόμους για όσα θα ακολουθούσαν. Λέμε για θρυλικά LP, ανάμεσα στα οποία φέγγουν οι εκδόσεις της Prestige “Tenor Madness” (1956), “Saxophone Colossus” (1957) (με το “St. Thomas” και το δεκάλεπτο “Mack the Knife” των Weill-Brecht ανάμεσα) και “Tour de Force” (1958), οι τρεις κυκλοφορίες της Blue Note, δηλαδή οι “Sonny Rollins, Volume 1” (1957), “Sonny Rollins, Vol. 2” (1957) και “Newk’s Time” (1959) και ακόμη τα “Way Out West” (1957) στην Contemporary και “Freedom Suite” (1958) στην Riverside. Και είναι αυτά τα οκτώ άλμπουμ, που αποτελούν τα απόλυτα must have της μεγάλης, και σε έκταση και σε ποιότητα, δισκογραφίας του.
1957 - Sonny Rollins - St. Thomas
Ο Sonny Rollins ξεκινά την καριέρα του, επαγγελματικά, στο τέλος της δεκαετίας του ’40 και παρά το γεγονός πως μπλέκει με το νόμο, από νωρίς, θα κατορθώσει να φτιάξει όνομα στην αρχή των 50s, ηχογραφώντας με τους Miles Davis, Charlie Parker, Thelonious Monk και Modern Jazz Quartet. Στο άλμπουμ τού Miles “Collectors’ Items” [Prestige, 1956], που έχει εγγραφές και από τον Γενάρη του ’53 ακούμε μαζί Miles (σε τρομπέτα) και Sonny Rollins-Charlie Parker (σε τενόρο σαξόφωνα)! Φυσικά, και η παρουσία του σε LP όπως το ιστορικό “Brilliant Corners” [Riverside, 1957] του Thelonious Monk δεν θα μπορούσε να περάσει απαρατήρητη.
Για το πόσο σημαντική υπήρξε εκείνη η εποχή, πριν ξεκινήσει ο Rollins να βγάζει τα αριστουργήματά του, καταδεικνύεται από το γεγονός πως, τότε, ηχογράφησε τα άπιαστα κομμάτια “Airegin” (“Nigeria” από την ανάποδη), “Oleo” και “Doxy” –όλα υπάρχουν στο 10ιντσο LP “Miles Davis with Sonny Rollins” στην Prestige το 1954–, που θα αποτελούσαν έκτοτε τζαζ-στάνταρντ.
Αν και ξεκινάει την πιο προσωπική διαδρομή του με σχήμα κουαρτέτου (Red Garland πιάνο, Paul Chambers μπάσο, Philly Joe Jones ντραμς ή Tommy Flanagan πιάνο, Doug Watkins μπάσο, Max Roach ντραμς ή Kenny Drew πιάνο, George Morrow μπάσο, Max Roach ντραμς), ο Rollins θα περάσει σύντομα, μέσα στο ’57, σ’ ένα πολύ προσωπικό σχήμα τρίο, με τενόρο σαξόφωνο, μπάσο, ντραμς (χωρίς πιάνο δηλαδή), που θα αποτελέσει τομή.
Έτσι, και κάτω απ’ αυτό το νέο σκηνικό, θα ετοιμάσει το φοβερό... καουμπόικο άλμπουμ του “Way Out West”, τον Μάρτιο του ’57 στο Λος Άντζελες, με τους Ray Brown μπάσο και Shelly Manne ντραμς, όπως και το εξίσου καταπληκτικό “Freedom Suite”, την επόμενη χρονιά, με τον Oscar Pettiford στο μπάσο και τον Max Roach στα ντραμς – κάνοντας, ταυτοχρόνως, και την κοινωνικοπολιτική του δήλωση, σε μια εποχή με έντονο το στοιχείο της μαύρης αγωνιστικότητας.
I'm An Old Cowhand by Sonny Rollins from 'Way Out West'
Ουσιαστικά μέσα σε δύο χρόνια (Μάιος 1956-Μάρτιος 1958) ο Sonny Rollins έχει αλλάξει την τζαζ, γράφοντας ένα νέο λεξιλόγιο για το τενόρο σαξόφωνο, όχι μόνο σε σχέση με το προτεινόμενο ηχόχρωμα (βαρύ, βαθύ, θρασύ), αλλά και με τη γενικότερη λειτουργία του αυτοσχεδιασμού, που δεν χάνει ποτέ την μορφική τελειότητά του ενόσω μετατρέπεται σε σύνθεση.
Είναι γνωστή η περίοδος της «γέφυρας» του Rollins, όταν για δύο plus χρόνια (καλοκαίρι ’59-φθινόπωρο ’61) θα ανεβοκατέβαινε τη γέφυρα Williamsburg, στη γειτονιά του, στο Lower East Side του Manhattan, παίζοντας συνεχώς το τενόρο του, μακριά από τα κλαμπ και τη δισκογραφία, επιχειρώντας να χαλαρώσει από την πίεση της καθημερινής δουλειάς, σκεπτόμενος και πάνω στον ήχο του, μα και στη γενικότερη προοπτική του. Απ’ αυτή τη φάση θα έβγαινε με νέο άλμπουμ σε νέα εταιρεία, το “The Bridge” [RCA Victor, 1962], παίζοντας στάνταρντ βασικά και προβάλλοντας μόλις δύο δικές του συνθέσεις (καταπληκτικές όμως). Η παρουσία του κιθαρίστα Jim Hall δίπλα του και βεβαίως το γενικότερο hard bop κλίμα, προσδίδουν και σ’ αυτό το δίσκο τα χαρακτηριστικά της τελειότητας.
Στο μέσο των σίξτις ο Rollins, που είχε ήδη εξερευνήσει διάφορα αισθητικά πεδία, από τη latin έως την avant-garde, μπορεί να μην βρίσκεται στην πρώτη γραμμή της τζαζ πρωτοπορίας, έτσι όπως εκείνη εκφραζόταν από τον John Coltrane και τους συνοδοιπόρους του (Albert Ayler, Pharoah Sanders, Don Cherry, Archie Shepp...), όμως ο ερχομός του στην Impulse! και οι δίσκοι που θα έβγαζε εκεί, με καλύτερο τον “Alfie” (1966) –από το σάουντρακ της βρετανικής ταινίας του Lewis Gilbert, με τον Michael Caine στο ρόλο του Alfie Elkins, που αρέσκεται να αλλάζει συνεχώς ερωτικές συντρόφους, τουλάχιστον μέχρι να αντιληφθεί τα προβλήματα που γεννά η συμπεριφορά του– θα του δώσουν νέα ώθηση και μέσα στο ποπ περιβάλλον.
Δίπλα στον Rollins είναι οι Kenny Burrell κιθάρα, Roger Kellaway πιάνο, Phil Woods άλτο σαξόφωνο, J. J. Johnson τρομπόνι κ.ά. με την ενορχήστρωση να την επιμελείται ο σημαντικός Oliver Nelson, ενώ στην ταινία τον Sonny Rollins είχαν συνοδεύσει βρετανοί και ιρλανδοί τζαζίστες, σαν τους Stan Tracey πιάνο, Rick Laird μπάσο, Phil Seamen ντραμς και Ronnie Scott τενόρο.
Sonny Rollins - Alfie's Theme
Όμως και πάλι ο Rollins θα πατήσει στοπ. Στην εποχή των hippies και της αντικουλτούρας, χοντρικά από τον Μάιο του ’66 έως και τον Ιούλιο του ’72, θα σταματήσει να κυκλοφορεί δίσκους, ενώ από ένα σημείο και μετά θα κόψει και από τα πάλκα, και τούτο γιατί θα θελήσει να επικοινωνήσει και πάλι με τον εαυτό του, σκάβοντας ακόμη πιο βαθιά στις φιλοσοφίες της Ανατολής, στον βουδισμό κ.λπ., ταξιδεύοντας σε Ιαπωνία, Ινδία και μελετώντας γιόγκα και διαλογισμό.
Απ’ αυτό το και-εσωτερικό ταξίδι ο Sonny Rollins θα βγει το 1972, δίνοντας το “Next Album” [Milestone], χρησιμοποιώντας τώρα και ηλεκτρικά όργανα (πιάνο, μπάσο), έχοντας πάντα μπροστά αυτόν τον τόσο χαρακτηριστικό ήχο στο τενόρο του (σ’ ένα track παίζει και σοπράνο), δημιουργώντας ένα LP μάλλον παράξενο στο ύφος του, συνδυάζοντας electric jazz στοιχεία, μαζί με τα αγαπημένα του calypso και φυσικά τα blues (στο στάνταρντ “Skylark” των Hoagy Carmichael-Johnny Mercer). Έξοχο, όμως, ήταν και το “Horn Culture” [Milestone, 1973], το οποίο βρίσκει τον Rollins σε ακόμη πιο ηλεκτρική φάση (στην κιθάρα είναι ο ιάπωνας Yoshiaki Masuo), χρησιμοποιώντας και στοιχεία funk τώρα, ενταγμένα σ’ ένα spiritual έως και ψυχεδελικό πλαίσιο. Φοβερό κομμάτι το “Sais” (γραμμένο από τον percussion player Mtume) και ό,τι άλλο καταγράφεται σε τούτο το πρώτης τάξεως LP...
Sonny Rollins - Sais
Αντιλαμβάνομαι γιατί με άλμπουμ σαν το “Nucleus” [Milestone, 1975] ο Sonny Rollins θα εισέπραττε την επιτίμηση των jazz-fans. Μπορεί να παίζουν άξιοι μουσικοί εδώ, σαν τους George Duke πιάνο, ηλεκτρικό πιάνο, σύνθια, Bennie Maupin πέντε διαφορετικά πνευστά, Chuck Rainey bass guitar, Roy McCurdy ντραμς, Mtume κρουστά κ.ά., αλλά επειδή το ηχόχρωμα τείνει προς την pop-funk-jazz οι πούροι jazzheads βγάζουν σπυριά. Αν ξεπεράσεις όμως τινα κολλήματα η μουσική που ακούμε, και εδώ, είναι αρκετά καλή (προσωπικά θα την χαρακτήριζα έως και zappa-ικής φύσεως), φανερώνοντας έναν καλλιτέχνη που τραβάει το δρόμο του, δίχως να χρειάζεται να αποδείξει απολύτως τίποτα.
Το στάτους του Sonny Rollins δεν εξαρτάται πλέον από τη δισκογραφία, καθότι οι 20 και πλέον δίσκοι του στην Milestone, από το 1972 έως και το 2005, κινούνται συχνά σε υψηλό επίπεδο, όπως συμβαίνει με το “Old Flames” του 1993 ή με το “Sonny Rollins + 3” του 1996 (με τους άσσους Jack DeJohnette, Tommy Flanagan και Al Foster στο σχήμα συνοδείας), και με τον ίδιο να παρουσιάζει πάντα συνθέσεις και στάνταρντ με εντελώς πρωτότυπους και άκρως εντυπωσιακούς αυτοσχεδιασμούς.
Να μη λησμονηθεί, περαιτέρω, το πέρασμα του Rollins από το “Tattoo You” (1981) των Rolling Stones, ένα αρκετά καλό άλμπουμ (για τη συγκεκριμένη εποχή των Stones), καθώς τον ακούμε στα “Slave”, “Neighbors” και “Waiting on a friend” να σολάρει, έχοντας πάντα μπροστά τον γνωστό «κοφτερό» ήχο του.
The Rolling Stones - Waiting On A Friend
Βραβευμένος με Grammy ξανά και ξανά, όπως και με πάμπολλους άλλους επαίνους στη διάρκεια της ζωής του, ο Sonny Rollins δεν σταμάτησε να παίζει έως και μετά από τα ογδόντα χρόνια του, σε κάθε μέρος της Γης, δίνοντας εκατοντάδες συναυλίες, με διάφορες εξ αυτών να βλέπουν και το φως της δισκογραφίας (στη σειρά “Road Shows” ας πούμε, στην οποία βγήκαν τέσσερα νούμερα).
Και κάπως έτσι θα περνούσε και από την Αθήνα (Παλλάς), την Κυριακή στις 28 Νοεμβρίου 2010, παρουσιάζοντας με το σχήμα του (Russell Malone κιθάρα, Bob Cranshaw μπάσο, Kobie Watkins ντραμς, Sammy Figueroa κρουστά) και “St. Thomas”, και “In a sentimental mood”, και “Solitude”, και “Global warming” (ο Rollins ήταν πολύ ευαισθητοποιημένος με τα περιβαλλοντικά) και άλλα διάφορα, σ’ ένα ξεχωριστό live από το οποίο ξεχείλιζε, κυρίως, η συγκίνηση.
Sonny Rollins - «Global Warming»