ΣΚΛΗΡΕΣ ΑΛΗΘΕΙΕΣ

Η Μαντόνα μάς γλεντάει όλους εδώ και 44 χρόνια Facebook Twitter
«Τα πρώτα singles δεν μου είχαν κάνει καμιά ιδιαίτερη εντύπωση. Αντίθετα, είχαν ρίξει τις προσδοκίες μου στο μηδέν». Φωτ.: Rafael Pavarotti

Η Μαντόνα μάς γλεντάει όλους εδώ και 44 χρόνια

0

«Σαμπλάρει τους Army of Lovers και τον Eρίκ Σατί, αν είναι δυνατόν!» μου γράφει ενθουσιασμένος ένας φίλος στο Facebook. Είναι λίγο μετά τις επτά το πρωί και οι δυο μας ανταλλάσσουμε ασταμάτητα μηνύματα για το «Confessions II». Είχα χρόνια να νιώσω τέτοια ανυπομονησία για την κυκλοφορία ενός νέου άλμπουμ. Στην περίπτωση της Μαντόνα, όμως, η προσμονή αυτή γεννήθηκε για όλους τους λάθος λόγους. Δεν ήμουν η μόνη, όπως αποδείχθηκε. Προτού ακόμη κυκλοφορήσει ολόκληρος ο δίσκος, αρκετοί φίλοι και φαν της μου είχαν εκφράσει τις επιφυλάξεις τους, ενώ οι πρώτες κριτικές έσπευσαν να τον αποθεώσουν. Ήθελα να δω ποιος είχε τελικά δίκιο.

Προσωπικά, τα πρώτα singles δεν μου είχαν κάνει καμιά ιδιαίτερη εντύπωση. Αντίθετα, είχαν ρίξει τις προσδοκίες μου στο μηδέν. Το «Bring Your Love», το πολυσυζητημένο ντουέτο της με τη Σαμπρίνα Κάρπεντερ, με άφησε παγερά αδιάφορη. Το ίδιο και το μικρού μήκους φιλμ που συνόδευσε την κυκλοφορία του άλμπουμ, με τα μάλλον κιτς και σχεδόν παιδιάστικα visuals. Στο «Danceteria», μάλιστα, οι αλλεπάλληλες guest εμφανίσεις λειτουργούσαν εις βάρος του ίδιου του τραγουδιού, ενός από τα καλύτερα του δίσκου, που αποκαλύπτεται πραγματικά μόνο όταν το απομακρύνεις από την εικόνα.

Το «Confessions II» κατάφερε να μας υπενθυμίσει τη σχεδόν χαμένη, θεμελιώδη ποιότητα του dancefloor ως απόλυτου safe space, όπου χωρούν όλες οι εκφράσεις, εκφάνσεις και αποχρώσεις χωρίς επίκριση – άλλωστε η καριέρα της ξεκίνησε με πείσμα από αυτούς τους χώρους.

Ίσως εκεί να βρίσκεται όλη η ουσία. Στη μουσική. Το «Confessions II» δεν χρειάζεται εντυπωσιακά βίντεο, ούτε καλεσμένους-έκπληξη, ούτε ακριβοπληρωμένα concepts για να σε πείσει. Αρκεί να το βάλεις να παίξει.

Όπως ακριβώς συνέβαινε και με το «Confessions on a Dance Floor», έτσι κι εδώ ο Στιούαρτ Πράις αντιμετωπίζει τον δίσκο ως ένα ωριαίο DJ set. Τα κομμάτια κυλούν

μ
Μαρία Παππά

αβίαστα, η ένταση χτίζεται σταδιακά και η αφήγηση δεν διακόπτεται σχεδόν ποτέ. Πάνω από είκοσι χρόνια μετά, οι δυο τους καταφέρνουν να επαναφέρουν εκείνη τη σπάνια αίσθηση ροής που έκανε τον θρυλικό προκάτοχό του τόσο ξεχωριστό.

Ταυτόχρονα, ο δίσκος λειτουργεί ως περιήγηση σε ολόκληρη τη μουσική διαδρομή της Μαντόνα. Από την dance-pop των πρώτων χρόνων και τη house της δεκαετίας του ’90 μέχρι τις λάτιν επιρροές του «Madame X», οι αναφορές της δεν φλερτάρουν ακριβώς με τη νοσταλγία. Ενσωματώνονται οργανικά, σαν να κοιτάζει το παρελθόν της χωρίς να προσπαθεί να το αναπαράγει ή να στηριχθεί σε αυτό απόλυτα.

Αυτό δεν σημαίνει ότι όλα λειτουργούν άψογα, ούτε ότι ο ηλεκτρονικός ήχος του άλμπουμ είναι ριζοσπαστικός. Τα έχουμε ξανακούσει όλα και λείπει σίγουρα το αδιαμφισβήτητο, larger than life κομμάτι, αντίστοιχο του «Hung Up». Σε ορισμένα σημεία η Μαντόνα το παρακάνει με τα ψιθυριστά, σχεδόν ASMR φωνητικά, ενώ ο δίσκος θα κέρδιζε αν ήταν πέντε-έξι λεπτά μικρότερος σε διάρκεια.

Από την άλλη, ίσως έτσι πρέπει να τον ακούσεις. Το «Confessions II» μοιάζει με σαββατιάτικη έξοδο σε κλαμπ. Έχει τις εκρήξεις ενέργειας, τις πιο ήρεμες στιγμές και τις αναπόφευκτες μικρές «κοιλιές» του. Κάποια στιγμή θα απομακρυνθείς από την πίστα για να πιάσεις κουβέντα με τους φίλους σου. Λίγο αργότερα θα επιστρέψεις, θα χαθείς ξανά στον ρυθμό και θα χορέψεις μέχρι το τέλος. Όταν ανάψουν τα φώτα, δεν θα θυμάσαι τις στιγμές που κουράστηκες ή βαρέθηκες, αλλά το πόσο καλά πέρασες.

Υπάρχει μόνο ένα σημείο στο οποίο διαφωνώ κάθετα με αρκετές ξένες κριτικές. Πολλοί αντιμετώπισαν τη συνεργασία της με τη Σαμπρίνα Κάρπεντερ ως μια προσπάθεια να συνδεθεί με τη νεότερη γενιά της ποπ ή ακόμη και ως μια απάντηση στη βιομηχανία που επιμένει να εγκλωβίζει τις καλλιτέχνιδες σε ηλικιακά και αισθητικά στερεότυπα.

Αυτές οι απόψεις αγνοούν την ίδια την ιστορία της Μαντόνα. Πάντα συνεργαζόταν με νεότερους καλλιτέχνες και δημιουργούς. Είναι μία από τις ελάχιστες μουσικούς που το έκαναν με τόση συνέπεια, σε όλη τη διάρκεια της καριέρας της και ιδιαίτερα στην πιο ώριμη δημιουργική της περίοδο. Αυτός ήταν ο τρόπος που αντιλαμβανόταν την ποπ, ως έναν χώρο που εξελίσσεται μέσα από τη συνάντηση διαφορετικών γενεών.

Εν ολίγοις, όπως καταλήγουμε λίγο πριν τελειώσει η πρώτη ακρόαση, η Μαντόνα εξακολουθεί να μας γλεντάει όλους. Και το κάνει εδώ και σαράντα τέσσερα χρόνια.

Μαρία Παππά, δημοσιογράφος

Η Μαντόνα μάς γλεντάει όλους εδώ και 44 χρόνια Facebook Twitter
«"Fragile" και "Betrayal" είναι τα κορυφαία κομμάτια του άλμπουμ, γιατί εκεί σταματά ο αυτοθαυμασμός». Φωτ.: Rafael Pavarotti

Ας το γκαζώσουμε από την αρχή. Δεν είναι άλμπουμ της Μαντόνα. Είναι άλμπουμ του Στιούαρτ Πράις with some girl στα φωνητικά. Ο Πράις δεν κάνει παραγωγή σαν να συνοδεύει τα τραγούδια αλλά σαν να προσπαθεί να επιβληθεί. Κάνει ποπ σαν DJ set που δεν ρωτάει αν είσαι έτοιμος. Σου δείχνει την έξοδο και την είσοδο ταυτόχρονα. Και αυτό είναι ίσως το βασικότερο χαρακτηριστικό του δίσκου. Δεν προσπαθεί να σε πείσει ότι βρίσκεσαι μπροστά σε μια συλλογή τραγουδιών. Προσπαθεί να σε βάλει μέσα σε ένα περιβάλλον, σε μια συνέχεια.

Τα κομμάτια δεν λειτουργούν τόσο ως προορισμοί όσο ως περάσματα, που οδηγούν από το ένα στο άλλο. Η λογική είναι περισσότερο κλαμπ παρά ποπ. Περισσότερο ροή παρά αφήγηση: η μεγαλοπρέπεια της ντίσκο του Μούλτον, το electro παράσημο του Μπέικερ, το Paradise Garage του Λέβαν, ’90s house, early progressive υποψία. Δεν ακούς μόνο συγκεκριμένους ήχους. Ακούς συγκεκριμένους τρόπους σκέψης. Τον τρόπο που η ντίσκο χρησιμοποιούσε την επανάληψη για να οδηγήσει στην έκσταση. Τον τρόπο που το house μετέτρεπε μια μικρή ιδέα σε ολόκληρο σύμπαν.

Τον τρόπο που το κλαμπ υποσχόταν διαρκώς ότι κάτι τεράστιο έρχεται στο επόμενο λεπτό, ακόμη κι όταν δεν ερχόταν ποτέ. Ο Πράις φαίνεται να ενδιαφέρεται περισσότερο

γ
Γιώργος Φλούδας

γι’ αυτούς τους μηχανισμούς παρά για τα ίδια τα τραγούδια. «Walk on the Wild Side», «French Kiss», «Good Life»: glitches μνήμης στο club set. Δεν πρόκειται για νοσταλγία, ούτε για ένα μουσείο μουσικής. Περισσότερο για φαντάσματα που συνεχίζουν να περιφέρονται στον δίσκο. Στιγμές που αναγνωρίζεις κάτι χωρίς να μπορείς πάντα να εξηγήσεις τι ακριβώς αναγνώρισες. Μια αίσθηση οικειότητας που προηγείται της λογικής.

«Fragile» και «Betrayal» είναι τα κορυφαία κομμάτια του άλμπουμ, γιατί εκεί σταματά ο αυτοθαυμασμός και θυμόμαστε ότι η μουσική μπορεί καμιά φορά να πληγώνει. Να αφήνει σημάδι.

Από την άλλη, μπορούμε να πούμε πως ακούμε πολλά «τίποτα» με σωστό αμπαλάζ που προσπαθούν να γίνουν κάτι. Ψήγματα πραγματικά καλής ποπ από δω κι από κει, χτισμένα με χειρουργική ακρίβεια ανάμεσα σε άφθονα fillers. Σαν να παρακολουθείς κάποιον εξαιρετικά ευφυή να λύνει προβλήματα που ο ίδιος δημιούργησε. Τίποτα δεν σε αιφνιδιάζει. Η τελειότητα γίνεται μέρος του προβλήματος.

Too controlled to be messy. Too smart to be free. Δεν είναι δίσκος που σε αφήνει να χαθείς. Σε κάνει να νομίζεις ότι χάθηκες. Και αυτή είναι ταυτόχρονα η μεγαλύτερη αρετή και η μεγαλύτερη αδυναμία του. Ο Πράις ξέρει ακριβώς πού θέλει να σε πάει και η διαδρομή παραμένει εντυπωσιακή.

Γιώργος Φλούδας, ψυχίατρος - σεξολόγος

Η Μαντόνα μάς γλεντάει όλους εδώ και 44 χρόνια Facebook Twitter
«Είναι το άλμπουμ της ζωής της. Όχι το "καλύτερο άλμπουμ της ζωής της", αλλά κυριολεκτικά το άλμπουμ της ζωής της». Φωτ.: Rafael Pavarotti

Νομίζω ότι είναι το άλμπουμ της ζωής της. Όχι «το καλύτερο άλμπουμ της ζωής της» (παρότι μπορεί στην πορεία να εκτιμηθεί και ως τέτοιο), αλλά κυριολεκτικά το άλμπουμ της ζωής της.

Δεν της βγήκε το biopic και έκανε μερικά απ’ τα πιο προσωπικά τραγούδια της (κυρίως στο δεύτερο μισό του άλμπουμ) για όλα όσα έζησε και ζει. Για τις στιγμές πριν από τη φήμη, για την κασέτα που έδωσε στον DJ και άλλαξε τα πάντα, για τον Σον Πεν και τη σχέση τους, για τον νεκρό αδελφό της, για την προδοσία της μητριάς της, για το ότι κόντεψε να πεθάνει πριν από λίγα χρόνια, για τη σχέση με την κόρη της, για έναν παλιό σύντροφο που δεν έμεινε ούτε αυτός.

Και όλα αυτά τα «βαριά» θέματα τα εξομολογείται στην πίστα, χορεύοντας –και κάνοντάς μας να χορέψουμε– και δικαιολογώντας τον τίτλο του άλμπουμ, πολύ περισσότερο τώρα απ’ ό,τι στην αρχική κυκλοφορία του 2005, που, στιχουργικά, δεν είχε και φοβερές εξομολογήσεις. Είχε βέβαια τραγούδια προορισμένα να γίνουν μεγάλα σουξέ, τα οποία –με την εξαίρεση του «Danceteria» και του «Bizarre» κατά τη γνώμη μου– εδώ απουσιάζουν. (Βέβαια, και να μην απουσίαζαν, δύσκολα θα γίνονταν τώρα σουξέ τα νέα τραγούδια μιας 68χρονης, εκτός βέβαια αν κάποια δευτερόλεπτά τους γίνουν viral στο TikTok.)

Πάντως τα τραγούδια που είχαμε ήδη ακούσει δεν με είχαν προετοιμάσει γι’ αυτά που υπήρχαν στο άλμπουμ. Τα «ορεκτικά» με την υπερεπεξεργασμένη φωνή της και την

δ
Άρης Δημοκίδης

παραγωγή του Στιούαρτ Πράις που σε μερικά απ’ τα πρώτα κομμάτια κάπως με ξένισε (παραδέχομαι ότι δεν τρελαίνομαι ούτε για τη σκηνή του Σικάγο ούτε για του Ντιτρόιτ, ήθελα ευρωπαϊκό ήχο) δεν ήταν ενδεικτικά των απρόσμενων πειραματισμών της παραγωγής αλλά και των φωνητικών που άλλοτε θύμιζαν περίοδο «Ray Of Light», άλλοτε «Erotica» και μερικές φορές «Bedtime Stories».

Ειδικά απ’ το 7ο τραγούδι και μετά (δηλαδή στα κομμάτια που δεν ξέραμε απ’ το «Confessions II Film») τα πράγματα έγιναν, για μένα, συναρπαστικά. Θέλω να πω, είμαι φαν, κι έχω απογοητευτεί από άλμπουμ της ή τα έβρισκα άνισα, αλλά εδώ κάτι έγινε που είχε να μου συμβεί απ’ το «Ray Of Light»: άκουγα απολαμβάνοντας! Δεν άκουγα με την αγωνία «ωχ, αυτό δεν μ’ αρέσει, θα έχει κάνα καλύτερο μετά;» ή «αυτό θα ήταν καλό για single, το άλλο δεν θα γίνει επιτυχία κ.λπ.». Απολάμβανα την ιστορία και το ταξίδι, όσα γίνονται όταν η μουσική σταματάει και η πίστα κλείνει (αυτό το «Μέσα μου χορεύω ακόμη» που λέει και ο Pan Pan).

Ο καταπληκτικός Στιούαρτ Πράις μεγαλούργησε μαζί της, αλλά δεν είναι φυσικά ένα δικό του άλμπουμ, ούτε θα μπορούσε να το κάνει μόνος του (όσο κι αν η σεξιστική θεώρηση υπονοεί κάτι τέτοιο απ' την αρχή της καριέρας της, αγνοώντας ότι συγγράφει όλα τα τραγούδια, γράφει μόνη της όλους τους στίχους και είναι συμπαραγωγός των κομματιών). Και σε αυτό το άλμπουμ τα λόγια, οι μελωδίες, το κόνσεπτ, το συναίσθημα, οι περισσότερες ιδέες για τα samples -ακόμα και η τελευταία λέξη στην έτσι κι αλλιώς συνεργατική παραγωγή- είναι 100% Μαντόνα, σχεδόν περισσότερο από κάθε άλλη φορά.   

Ως φαν της Μαντόνα απ’ τα 8 μου, έχω βιώσει τα πρώτα ακούσματα δεκάδων άλμπουμ της και εκατοντάδων τραγουδιών. Κάποια μου άρεσαν αβίαστα, κάποια άλλα έπειθα τον εαυτό μου να μου αρέσουν, με λίγα δεν κατάφερα ούτε αυτό (το πρώτο άκουσμα του «Hard Candy» το θυμάμαι ως εφιαλτικά απογοητευτική εμπειρία). Όμως πρώτη φορά θυμάμαι να μου αρέσουν σχεδόν όλα τα τραγούδια τόσο πολύ, όχι επειδή είναι Μαντόνα και άρα θα ψυχαναγκαστώ να τα εκτιμήσω, αλλά επειδή μου άρεσαν ασχέτως του αν ήταν Μαντόνα. (Άκουγα το «School» ας πούμε, κι ήταν τόσο ενδιαφέρον που αν είχε βγει στο Release Radar μου ή στις εβδομαδιαίες ανακαλύψεις του Spotify από άλλο καλλιτέχνη θα μου τραβούσε αμέσως την προσοχή – θα έλεγα «τι είναι αυτό; Θα το σώσω».)

Τέλος, σκέφτομαι πως ίσως η κινηματογραφική ιστορία που αφηγείται στο άλμπουμ –μέσω της οποίας φτιάχνεις εικόνες στο μυαλό σου, καθώς απ’ την ευφορία του πάρτι και μετά τον ξεθεωτικό χορό η Μαντόνα σε γυρίζει σπίτι– λειτουργεί καλύτερα κι απ’ την ακυρωμένη ταινία της.

Στο δε τελευταίο, πανέμορφο κομμάτι, επιστρέφοντας μόνη απ' το club στο σπίτι -ακούγεται και το αυτοκίνητο- γυρνάει, όχι χωρίς νοσταλγία, στην εποχή που ήταν ένα άσημο κορίτσι στο Lower East Side του Μανχάταν και τα είχε μ’ ένα αγόρι που έπαιζε κιθάρα κι έμοιαζε με τον Μπράντο. Καθώς θυμάται τις εποχές που πέρασαν και τη νιότη που έφυγε οριστικά, λέει στα ρεφρέν «everything fades away…» αλλά προσθέτει «except for you». Μέχρι που στο τέλος (και έτσι γλυκόπικρα κλείνει το άλμπουμ), ξαναλέει «everything fades away…», όμως αυτήν τη φορά σταματάει εκεί. Δεν προσθέτει τίποτα. Το ξέρει πως όλα σβήνουν τελικά, και τίποτα δεν απομένει…

Δεν ξέρω αν ο δίσκος αυτός θα εκτιμηθεί απ’ το κοινό ή τους κριτικούς, αλλά προσωπικά δεν μπορώ να πιστέψω ότι η Μαντόνα κατάφερε στα 68 της, και μετά από σχεδόν 45 χρόνια καριέρας, να βγάλει ένα (φαινομενικά μόνο dance) άλμπουμ που τελικά με συγκίνησε τόσο αβίαστα με τις μελωδίες, τη φωνή, την παραγωγή και τους στίχους.

Και να μην ξαναβγάλει ποτέ ούτε ένα τραγούδι, με έχει καλύψει αιωνίως. Θα έχω αυτό, το άλμπουμ της ζωής της. 

Άρης Δημοκίδης, δημοσιογράφος

Η Μαντόνα μάς γλεντάει όλους εδώ και 44 χρόνια Facebook Twitter
Φωτ.: Rafael Pavarotti

Η Μαντόνα από την πρώτη μέρα που μπήκε στη ζωή μας πήρε την ταμπέλα του one hit wonder. Από το πρώτο hit όλοι έλεγαν ότι δεν θα μας απασχολήσει ξανά μετά από αυτό. Στα ’90s έλεγαν ξανά ότι δεν είχε κάτι άλλο να δώσει. Στα ’00s το ίδιο. Μια 40άρα δεν είναι πια σέξι, βγαίνουν τόσες καινούργιες, θα τη σβήσουν. Από τότε μέχρι σήμερα έχει τελειώσει καμιά δεκαπενταριά φορές ακόμη.

Η μεγαλύτερη επιτυχία της –το ξέρει και η ίδια– δεν είναι ούτε οι δίσκοι, ούτε τα νούμερα, ούτε οι περιοδείες. Είναι ότι εδώ και 40 τόσα χρόνια καταφέρνει να κάνει τους πάντες να έχουν άποψη γι’ αυτήν. Κυριολεκτικά τους πάντες. Από πανεπιστημιακούς που αναλύουν το φαινόμενο Μαντόνα μέχρι τον θείο στο χωριό που το όνομά της είναι σίγουρα μέσα στις 5-6 λέξεις που μπορεί να ξέρει από την ποπ κουλτούρα.

Για μένα είναι το απόλυτο πολιτιστικό φαινόμενο. Και θα είναι για πάντα. Κάθε ανακοίνωση νέου άλμπουμ μοιάζει με κοινωνικό πείραμα. Κάποιοι θα το αποθεώσουν.

τ
Τάσος Μπιμπισίδης

Κάποιοι θα γράψουν ότι «δεν είναι όπως παλιά». Και κάποιοι θα ορκιστούν ότι δεν ενδιαφέρει πια κανέναν, αφού πρώτα σπαταλήσουν άπειρο χρόνο για να μας εξηγήσουν πόσο δεν τους ενδιαφέρει. Ωστόσο, ποιος πίστεψε ότι η Μαντόνα ενδιαφέρεται να είναι relevant; Γράφουμε και μιλάμε πέντε δεκαετίες τώρα για μια γυναίκα που αντιμετωπίζεται ταυτόχρονα ως άνθρωπος, trend, πολιτική θέση και αλγόριθμος. Δεν κυκλοφορεί απλώς μουσική, μπορεί αυτό να είναι και το τελευταίο που την/μας ενδιαφέρει. Κυκλοφορεί δημόσιο διάλογο.

Για μένα η Μαντόνα είναι το άτομο που κανείς μας δεν τολμάει να είναι. Όσα φοβόμαστε, όσα δεν διεκδικήσαμε, όσα θα θέλαμε να κάνουμε αλλά τα αφήνουμε στις σημειώσεις του κινητού. Σε όλους είπαν κάποια στιγμή «δεν μπορείς, δεν είσαι αρκετός, έχεις τελειώσει». Αυτή δεν το άκουσε. Άλλαξε τον τρόπο που μιλάμε για το σώμα, τη θρησκεία, το φύλο, τη σεξουαλικότητα, τη γυναικεία φιλοδοξία, την πρόκληση, το aging και τελικά την ίδια την έννοια της διασημότητας. Προτού γίνει μόδα το «control your narrative», εκείνη είχε ήδη καταλάβει ότι αν δεν γράψεις εσύ την ιστορία σου, θα τη γράψει κάποιος άλλος για σένα.

Αν αφαιρέσεις τη Μαντόνα από την εξίσωση, η σύγχρονη ποπ μοιάζει με update της καριέρας της. Η Lady Gaga, η Beyoncé, η Charli XCX, η Rosalía, η Σαμπρίνα Κάρπεντερ, η Chappell Roan και σχεδόν κάθε γυναίκα που σήμερα χειρίζεται την εικόνα της ως έργο τέχνης παίζουν σε μια πίστα που κάποια άλλη έστρωσε όταν ακόμα οι περισσότεροι νόμιζαν ότι η ποπ είναι απλώς catchy ρεφρέν και τσιχλόφουσκα.

Εννοείται ότι δεν είναι όλα όσα κάνει αριστουργήματα. Και ευτυχώς. Γιατί η Μαντόνα δεν υπήρξε ποτέ η καλλιτέχνιδα που έπαιζε εκ του ασφαλούς. Προτιμούσε πάντα μια αποτυχία που άνοιγε μια νέα πόρτα από μια επιτυχία που επαναλάμβανε την προηγούμενη. Αυτό είναι πιο πανκ από όσο παραδέχεται η ίδια η ποπ.

Ο νέος δίσκος της δεν έχει κάποιο από τα super hits που έβγαζε κάποτε. Ε και; Είναι αναπολογητικά ποπ, αναπολογητικά feelgood, με ωραίες συνεργασίες, όπως αυτή με τον Stromae. Σαν να το έκανε για το κέφι της. Σίγουρα θα κριθεί, θα διαλυθεί στα social, θα γίνει meme, θα γίνει TikTok sound, θα χαρακτηριστεί «underrated» και μετά «overrated». Και κυρίως, σίγουρα, σε πέντε χρόνια κάποιος θα γράψει ότι τελικά ήταν μπροστά από την εποχή του. Δηλαδή, μία casual Παρασκευούλα στο σύμπαν της Μαντόνα.

Δεν προσποιούμαι τον αντικειμενικό. Για μένα η Μαντόνα είναι το απόλυτο πολιτιστικό σύμβολο. Μια προσωπικότητα που έσπρωξε μπροστά την κοινωνία, έστω και με το ζόρι. Άλλες φορές μπροστά από την εποχή της, άλλες φορές απέναντί της, αλλά ποτέ πίσω της. Και ίσως αυτός είναι ο λόγος που εξακολουθεί να ενοχλεί τόσο κόσμο.

Τάσος Μπιμπισίδης, δημοσιογράφος

Η Μαντόνα μάς γλεντάει όλους εδώ και 44 χρόνια Facebook Twitter

Το «Confessions II» έρχεται τη στιγμή που η Μαντόνα δέχεται ένα νέο κύμα ξεδιάντροπου ηλικιακού ρατσισμού στα social media και αλλού, γιατί ο Τάκης από την Κάτω Ραχούλα και η Παμ από το κατσικοχώρι στην Αλαμπάμα ξέρουν καλύτερα τι πρέπει να κάνει με το πρόσωπο, το σώμα, και την καριέρα της, όταν το claim to fame τους είναι ότι μένουν ακόμα με τη μαμά τους στα 40. Προχωράμε.

Το «Confessions II» είναι το sequel του επικού «Confessions on a Dancefloor» (2005) και της επαφής της με τη χορευτική/ηλεκτρονική μουσική. Συγχρόνως, όπως δήλωσε, άντλησε έμπνευση από πολύ προσωπικά βιώματα, αλλά και από την παγκόσμια κοινωνικο-πολιτική κατάσταση, για να δώσει «ένα άλμπουμ-αντιπερισπασμό». Αυτό που κατάφερε να κάνει πολύ καλά είναι να μας υπενθυμίσει τη σχεδόν χαμένη, θεμελιώδη ποιότητα του dancefloor ως απόλυτου safe space, όπου χωρούν όλες οι εκφράσεις, εκφάνσεις και αποχρώσεις χωρίς επίκριση – άλλωστε η καριέρα της ξεκίνησε με πείσμα από αυτούς τους χώρους.

Με τον δαιμόνιο Στιούαρτ Πράις στην παραγωγή και συνεργασίες με τις/τους Σαμπρίνα Κάρπεντερ, Feid, Martin Garrix, Stromae, και την κόρη της, Lola Leon, 16 τραγούδια

φ
Φώφη Τσεσμελή

αναπτύσσουν τη χορευτική Μαντόνα τού σήμερα. Μπορεί να μην κατάφερε να αποτυπώσει ακριβώς τη σύγχρονη πραγματικότητα της ηλεκτρονικής μουσικής, αλλά παρουσίασε μια ενδοσκοπική παλινδρόμηση σε εποχές και ήχους που τη διαμόρφωσαν. Αποτίνει φόρο τιμής στο «I Feel Love» της Ντόνα Σάμερ και το «French Kiss» του Lil Louis, στους πρώιμους Massive Attack, στον Ερίκ Σατί, στη house, στις γαλλικές filtered disco συχνότητες της αρχής των ’00s, στο acid, αλλά κλείνει και το μάτι με έξυπνες, σχεδόν υποχθόνιες αναφορές σε παλιότερες δικές της επιτυχίες.

Ας μη γελιόμαστε – η Μαντόνα είναι μια καλλιτέχνιδα που παίζει την ποπ στα δάχτυλα από το 1982 και δεν ήρθε σε καμία περίπτωση σήμερα να μας πουλήσει καινοτομία. Παρέδωσε, όμως, ένα τιμιότατο άλμπουμ με κάποια κομμάτια που ξεχωρίζουν, αλλά που δεν θα φτάσουν το εκτόπισμα του «Confessions on a Dancefloor». Το «Confessions II» είναι ένα love letter με πολύ συγκεκριμένους αποδέκτες: το LGBTQI+ και το die hard κοινό της, που μάλλον είναι ένα και το αυτό, με ελάχιστες εξαιρέσεις. Σε αυτό το πλαίσιο, το άλμπουμ δεν θα περάσει καθόλου απαρατήρητο και θα χορευτεί πολύ, γιατί «It’s dangerous with just one person, that’s not a nice feeling. But out here, on the dance floor, I feel so free».

Φώφη Τσεσμελή, δημοσιογράφος - DJ

Mαντόνα - «Confessions II - The Film»

Μουσική
0

ΣΚΛΗΡΕΣ ΑΛΗΘΕΙΕΣ

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

Μαντόνα: Αν δεν πεις εσύ την αμαρτία σου, θα τη βάλουν οι άλλοι στο στόμα σου

Πολιτισμός / Μαντόνα: Αν δεν πεις εσύ την αμαρτία σου, θα τη βάλουν οι άλλοι στο στόμα σου

Σε ένα αρχειακό κείμενο του SPIN από το 1985, η Madonna μιλά για το trash, το σεξ, τους σταυρούς, τη φτώχεια στη Νέα Υόρκη και τα είδωλά της. Πριν γίνει αυτοκρατορία, είχε ήδη καταλάβει πώς να μετατρέψει την παρεξήγηση σε εξουσία.
ΠΑΝΟΣ ΜΙΧΑΗΛ
Η Μαντόνα στο Interview: Η Dee Dee, το Sex και το παλιό τέρας που έγινε μωρό

Πολιτισμός / Η Μαντόνα στο Interview: Η Dee Dee, το Sex και το παλιό τέρας που έγινε μωρό

Στη νέα φωτογράφηση της Nadia Lee Cohen για το Interview, η Μαντόνα γίνεται η γυναίκα που το ίντερνετ νομίζει ότι βλέπει όταν κοιτάζει τη Μαντόνα. Ως Dee Dee, ξαναμπαίνει στο αρχείο της ,Sex, Danceteria, καθολικισμός, πένθος, σώμα και πίστα και μετατρέπει το παλιό της τέρας σε μωρό.
ΠΑΝΟΣ ΜΙΧΑΗΛ
Κι είμαστε ακόμα ζωντανοί, μέσα πια στη σκηνή: από τη selfie της Ellen, στη Madonna και την Σαμπρίνα Κάρπεντερ

Πολιτισμός / Κι είμαστε ακόμα ζωντανοί, μέσα πια στη σκηνή: από τη σέλφι της Έλεν ΝτιΤζένερις, στη Μαντόνα και τη Σαμπρίνα Κάρπεντερ

Αν η σέλφι της Έλεν ΝτιΤζένερις στα Οσκαρ του 2014 έμοιαζε, εκ των υστέρων, με την τελευταία μεγάλη εικόνα μιας παλιάς πια κοινής, συλλογικής γλώσσας, η εμφάνιση της Μαντόνα στο πλευρό της Σαμπρίνα Κάρπεντερ σήμανε μια για πάντα τη μετάλλαξή της.
ΠΑΝΟΣ ΜΙΧΑΗΛ

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ

Στην ουτοπία του WHOLE, του πιο ελεύθερου φεστιβάλ της εποχής μας

Μουσική / Στην ουτοπία του WHOLE, του πιο ελεύθερου φεστιβάλ της εποχής μας

Στη Ferropolis της Γερμανίας, κάθε καλοκαίρι δημιουργείται ένας χώρος ελευθερίας, όπου οι ταυτότητες μπορούν να υπάρξουν χωρίς περιορισμούς και η ηλεκτρονική μουσική αναδεικνύεται σε μια κοινή γλώσσα έκφρασης.
ΦΩΦΗ ΤΣΕΣΜΕΛΗ
5 τραγούδια που πριν από 20 χρόνια δεν θα έπαιζαν στο ραδιόφωνο

Nothing Days / 5 τραγούδια που πριν από 20 χρόνια δεν θα έπαιζαν στο ραδιόφωνο

Από το απαγορευμένο «Relax» και το «Erotica» μέχρι το «Rush» και το «Montero», η ποπ μουσική υπήρξε διαχρονικά πεδίο σύγκρουσης γύρω από το σεξ, την επιθυμία και την queer ορατότητα. Η διαφορά είναι ότι σήμερα οι ΛΟΑΤΚΙ+ καλλιτέχνες δεν χρειάζεται πλέον να μιλούν με υπαινιγμούς. Το κάνουν ανοιχτά, συχνά με χιούμορ, αυτοπεποίθηση και χωρίς καμία διάθεση να απολογηθούν.
M. HULOT
Το dancefloor ως καταφύγιο: Η μεγάλη επιστροφή της Μαντόνα

Μουσική / Το dancefloor ως καταφύγιο: Η μεγάλη επιστροφή της Μαντόνα

Το «Confessions II» δεν προσπαθεί να επαναλάβει έναν θρίαμβο του παρελθόντος. Χρησιμοποιεί τη γλώσσα των χορευτικών υβριδίων και της προσωπικής μνήμης για να μιλήσει για την απώλεια, την οικογένεια, την επιμονή και τη χαρά του να συνεχίζεις να χορεύεις όταν όλα γύρω σου αλλάζουν.
M. HULOT
Φλόρενς Γουέλς στη LiFO: «Έχω εμμονή με την ελληνική μυθολογία»

Αποκλειστική Συνέντευξη / Φλόρενς Γουέλς στη LiFO: «Έχω εμμονή με την ελληνική μυθολογία»

Οι Florence + The Machine επιστρέφουν στην Αθήνα στις 14 Ιουλίου και η σπουδαία Βρετανή μουσικός μιλά στη LiFO για τη σχέση της με τον μύθο και την ιστορία, αλλά και για τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζει την τέχνη της.
ΜΑΡΙΑ ΠΑΠΠΑ
Hyperpop: ο ήχος του ψηφιακού καπιταλισμού

Nothing Days / Hyperpop: Ο ήχος του ψηφιακού καπιταλισμού

Μέσα από το βιβλίο της Ζιλί Ακερμάν, η hyperpop αναδεικνύεται ως το πιο χαρακτηριστικό μουσικό φαινόμενο της διαδικτυακής εποχής, όπου η ποπ, η τεχνολογία και οι νέες ψηφιακές ταυτότητες συναντιούνται και μετασχηματίζονται διαρκώς.
M. HULOT
Γιώργος Κουμεντάκης: «Η δουλειά μου στη Λυρική είναι σαν να γράφω ολημερίς μουσική»

Μουσική / Γιώργος Κουμεντάκης: «Στη Λυρική είναι σαν να γράφω ολημερίς μουσική»

Αφού ο καλλιτεχνικός διευθυντής της ΕΛΣ κέρδισε το δύσκολο στοίχημα να αναβιώσει τη «Μήδεια» του Μινωτή, δοκιμάστηκε στην καβαφικής έμπνευσης περφόρμανς «Τόσαις φοραίς τόσο κοντά να είμαι» την οποία επιμελήθηκε μουσικά. Εμείς τον ρωτάμε για όλα.
ΘΟΔΩΡΗΣ ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ