Κανείς δεν αξιοποιεί το δημόσιο styling των αστέρων ως μέσο πολιτιστικής συνομιλίας όπως ο Λο Ρόουτς. Ένας σταρ στυλίστας με μουσειακό προσωπικό αρχείο και stand-by ιδιωτικό τζετ για τις ανάγκες της δουλειάς, ένας μάγος της μεταμόρφωσης που μετατρέπει τις πρεμιέρες σε πασαρέλες όπου περπατούν απόψεις για την εξουσία, την αναδημιουργία και την αυτοπεποίθηση, ο Ρόουτς επινόησε για τον εαυτό του τον τίτλο του «αρχιτέκτονα εικόνας». Η ιδιότητα του στυλίστα δεν αρκούσε για να αποδώσει τον τολμηρό τρόπο με τον οποίο προσεγγίζει το ένδυμα και τη σιλουέτα των πελατών του: κάθε ραφή, κάθε γραμμή, κάθε λεπτομέρεια στη μέθοδο του Λο εξυπηρετεί το όραμά του για οπτικές αφηγήσεις μέσω της μόδας, που εξελίσσουν τους κώδικες της εποχής, ενώ ενισχύουν την εικόνα των διάσημων γυναικών που αφήνονται στα χέρια του.
Στην επικαιρότητα τον επανάφεραν οι εμφανίσεις της Ζεντέγια στο press tour της «Οδύσσειας», που ξετυλίχτηκαν παράλληλα με την ταινία σαν μια σύγχρονη ιστορία αρχαϊκής χάρης, προτείνοντας μια ολοκαίνουργια εκδοχή power dressing: Γλυπτικές φόρμες και αιθέρια ντραπέ σε κομμάτια υψηλής ραπτικής ή ευρήματα από αρχεία οίκων μόδας ζωντάνεψαν μυθολογικές φιγούρες, μεταφέροντας ταυτόχρονα μια σύγχρονη αντίληψη θηλυκότητας, με σιλουέτες σε ήσυχη γραμμή αλλά με τολμηρά στοιχεία που μετουσιώνουν την κομψότητα σε πανοπλία και ένα παιχνίδι μεταμορφώσεων.
Ο Ρόουτς εμπλέκει το ύφασμα, το χρώμα και το κόψιμο ενός ρούχου στην ανάδειξη της προσωπικότητας του ατόμου που ντύνει, εφαρμόζοντας μια φιλοσοφία ένδυσης με εμφανή στοιχεία δανδισμού.
Το πρώτο σοκ προκλήθηκε από το γλυπτικό φόρεμα του οίκου Schiaparelli που φόρεσε η Ζεντέγια στη λονδρέζικη πρεμιέρα της «Οδύσσειας». Η εμφάνιση αυτή σχολίασε ιδανικά τις θεματικές του ομηρικού έπους –το ταξίδι, τη μεταμόρφωση και τη θεϊκή παρουσία–, διατυμπανίζοντας την ίδια στιγμή την τεχνική μαεστρία και το σουρεαλιστικό πνεύμα στο σχέδιο μόδας του Ντάνιελ Ρόουζμπερι. «Έφτασα στο Παρίσι για να παρακολουθήσω το σόου (την επίδειξη υψηλής ραπτικής Schiaparelli για το φθινόπωρο του 2026), έχοντας ένα ιδιωτικό αεροπλάνο σε αναμονή», αστειεύτηκε ο 47χρονος Λο, που κυριολεκτικά έβγαλε το νυφικό από το μοντέλο που έκλεισε την επίδειξη, για να προλάβει να το φορέσει το ίδιο βράδυ η Ζεντέγια στο Λονδίνο. Μια μικρή οδύσσεια ενός ρούχου που ο οίκος το περιέγραψε ως «ένα αστραφτερό κομμάτι, με γλυπτικό μπούστο σε εφέ λευκής πορσελάνης και μακριά κρόσσια κεντημένα με την τεχνική του σφουμάτο, ώστε να δημιουργούν λευκούς αντικατοπτρισμούς».
Αυτή η υπνωτιστική κίνηση της κουρτίνας από κρόσσια πάνω στη λιγνή φιγούρα της Ζεντέγια μετέτρεπε κάθε της βήμα σε εικαστική δράση, τοποθετώντας τον Λο που την εμπνεύστηκε σε μια λίγκα δημιουργών εκτός συναγωνισμού, που εξυμνούν το παρελθόν (στην περίπτωση αυτή, την αρχαιοελληνική αισθητική), προβάλλοντας μια τολμηρή ερμηνεία του στο μέλλον.
Είναι ο Λο Ρόουτς η ισχυρότερη προσωπικότητα στο μάρκετινγκ της μόδας; Δεν θα ήταν υπερβολή να το ισχυριστούμε.
Για αυτόν, η επιλογή ενός look αποτελεί χειρονομία στρατηγικού branding που διαμορφώνει πρότυπα και αλλάζει τον τρόπο με τον οποίο η μόδα επιδρά στη σύγχρονη κουλτούρα. Με άλλα λόγια, το δικό του στάιλινγκ δεν εξαντλείται στο σετάρισμα μιας εμφάνισης. Ο Ρόουτς εμπλέκει το ύφασμα, το χρώμα και το κόψιμο ενός ρούχου στην ανάδειξη της προσωπικότητας του ατόμου που ντύνει, εφαρμόζοντας μια φιλοσοφία ένδυσης με εμφανή στοιχεία δανδισμού. Φαντεζί ακρότητες και κομψότητα ισορροπούν στην αισθητική του, ανεβάζοντάς τον στο βάθρο ενός μοναδικού δημιουργού της διεθνούς μόδας, που ανέκαθεν αντιμετώπιζε τα ρούχα ως εργαλεία φυσικής οχύρωσης, αφήγησης και ρήξης με τις παγιωμένες αντιλήψεις για την ομορφιά.
Το επαγγελματικό του κύρος δεν χτίστηκε πάνω στις διάσημες πελάτισσές του, όπως η Ζεντέγια, η Σελίν Ντιόν, η Μέρι Τζ. Μπλάιτζ ή η Αριάνα Γκράντε, αλλά χάρη στο ρίσκο που πήρε ο ίδιος να βγει μπροστά και από αφανής ήρωας που διαλέγει ρούχα για άλλους, να εφεύρει τον εαυτό του ως οραματιστή που συνομιλεί ισότιμα με τα brands της μόδας. Με τη δουλειά του διαμορφώνει τάσεις, δημιουργεί ή αναγεννά είδωλα και αναβαθμίζει την εμπορική αξία των οίκων με τους οποίους συνεργάζεται, θέτοντας τους δικούς του όρους στο παιχνίδι του celebrity fashion.
Πριν από μια ακριβώς δεκαετία, o Λόουτς προσέφερε μια αξέχαστη στιγμή στη δημόσια κουλτούρα, λανσάροντας τη Σελίν Ντιόν ως bona fide ίνδαλμα του στυλ στην Εβδομάδα Υψηλής Ραπτικής του Παρισιού με ένα oversized hoodie από τα αρχεία του Vetements, που στο μπροστινό μέρος απεικόνιζε τα πρόσωπα του Ντι Κάπριο και της Ουίνσλετ πάνω από το βυθισμένο σκαρί του Τιτανικού. Η συνεργασία της Ντιόν με τον Λόουτς μετρούσε τότε μερικές μόνο εβδομάδες, ενώ δεν είχαν περάσει παρά έξι μήνες μετά τη διπλή της απώλεια, του συζύγου της και του αδελφού της, που πέθαναν από καρκίνο με διαφορά δύο ημερών ο ένας από τον άλλον. Ο σάλος από την εικόνα της με αυτό το look συντηρήθηκε μέχρι την επόμενη χρονιά, οπότε, πάλι στην Haute Couture Week, η Ντιόν ξεχώρισε ανάμεσα σε μοντέλα και ινσταγκράμερς που δεν είχαν καν γεννηθεί το 1997 (όταν κυκλοφόρησε το μεγάλο της χιτ «My heart will go on») με εμφανίσεις επιμελημένες από τον Ρόουτς.
Πρόπερσι, ο Ρόουτς υμνήθηκε στα social για δύο εμφανίσεις της Ζεντέγια –με Givenchy του 1996 φορεμένο για πρώτη φορά και Maison Margiela από τον Γκαλιάνο– στο Met Gala, που συνέλαβαν τέλεια το θέμα «Ο κήπος του χρόνου» εκείνης της χρονιάς. Το 2025, όταν η θεματική του Met Gala αφορούσε το «Black style», έγραψε ιστορία αναλαμβάνοντας, στο πλαίσιο μιας πρωτόφαντης συνεργασίας με την Burberry, να επιμεληθεί όλες τις εμφανίσεις των καλεσμένων στο τραπέζι του βρετανικού brand. Ο Ρόουτς συμμετείχε σε όλη τη διαδικασία, από τη διαμόρφωση της λίστας των καλεσμένων (με δημιουργικούς ανθρώπους από διαφορετικές γενιές, ανάμεσά τους την Άντζελα Μπάσετ, την Τζόντι Τέρνερ-Σμιθ, την Cardi B και τον Ρομπέρτο Μπόλε) μέχρι την έμπνευση για το look τους, τις πρόβες και τη σκηνοθεσία τους στο κόκκινο χαλί.
Μεγαλώνοντας στο Σικάγο, την καρδιά του «μαύρου στυλ», ο Ρόουτς έμαθε από νωρίς να χρησιμοποιεί το στυλ σαν ένα κοινωνικό διαβατήριο. «Υπήρχε ένας διάσημος νταβατζής στο Σικάγο, ο Επίσκοπος Ντον “Μάτζικ” Χουάν. Τον αναγνωρίζαμε όλοι από τα φανταχτερά του ρούχα και τα τεράστια διαμαντένια δακτυλίδια του, και μια πράσινη Κάντιλακ με χρυσές ρόδες με την οποία σεργιάνιζε επιδεικτικά», θυμάται ο Ρόουτς. «Δεν ήξερα τι ήταν αυτό τότε, αλλά ήταν κάτι ξεχωριστό, κραυγαλέο, εξωστρεφές, τολμηρό».
Οι ντίβες του κλασικού Χόλιγουντ, ο Πρινς, η κομψευόμενη κουλτούρα La Sape στο Κονγκό και το κίνημα Αναγέννηση του Χάρλεμ των αρχών του 20ού αιώνα, αλλά και ο δανδισμός του Αντρέ Λεόν Τάλεϊ συνιστούν μερικές από τις αναφορές στις οποίες ο Ρόουτς επιστρέφει συχνά. «Γεννήθηκα έτσι», απάντησε το 2018 σε ερώτηση της «Teen Vogue» για το πώς προέκυψε η αγάπη του για τη μόδα και τη διασημότητα. Οι συνεργάτες του έχουν να λένε για την ταπεινότητα (η εικόνα του προφανώς είναι απατηλή) και τη μεταδοτική αφοσίωσή του στο δημιουργικό styling.
«Μεγαλώσαμε με την παλιομοδίτικη αντίληψη ότι μορφώνεσαι, βρίσκεις μια δουλειά και χτίζεις μια καριέρα. Η μόδα δεν ανήκε στα βιοποριστικά επαγγέλματα, δεν πιστεύαμε ότι μπορεί κανείς να ζήσει από αυτή». Ο Ρόουτς δούλεψε σκληρά για να καταξιωθεί σε μια βιομηχανία που έχει τη βάση της στη Νέα Υόρκη και το Λος Άντζελες. Έστησε ένα κατάστημα με vintage ρούχα στο Πίλσεν, τη δυτική πλευρά του Σικάγο, και άρχισε να ταράζει τα νερά. «Δεχόμασταν τηλέφωνα από στυλίστες που αναζητούσαν ρούχα για τους πελάτες τους. Ήρθε στο μαγαζί μας ο Κάνιε Γουέστ. Εντάξει, σκέφτηκα, αφού το κάνουν αυτοί οι άνθρωποι, θα αρχίσω κι εγώ να αποκαλώ τον εαυτό μου στυλίστα».
H πρώτη του σοβαρή πελάτισσα, από τα πρώτα της βήματα στην Disney μέχρι τη σημερινή της κυριαρχία ως ποπ είδωλο, υπήρξε η Ζεντάγια Κόλμαν. «Την αισθάνομαι πιο πολύ σαν την ενοχλητική μικρή μου αδελφή απ’ ό,τι σαν πελάτισσα. Είναι η αδελφή ψυχή μου στη μόδα», είχε δηλώσει παλιότερα. Η συνεργασία τους ενέταξε και τους δύο στο πάνθεον της μόδας. «Νιώθω ότι γίνομαι κομμάτι της ιστορίας. Αυτές οι εμφανίσεις θα συζητιούνται μέχρι το τέλος της δικής μας ζωής, ίσως και των παιδιών μας. Όταν ο κόσμος μιλά για τη Ζεντέγια με το φόρεμα-πεταλούδα Moschino (σ.σ.: στην αυστραλέζικη πρεμιέρα του «The Greatest Showman», το 2017) ή τη Σελίν στα Βραβεία του Billboard με το φόρεμα του Στεφάν Ρολάν, το όνομά μου σχετίζεται με αυτές, κι αυτό με αποζημιώνει για την πραγματικά σκληρή δουλειά που κάνω», λέει ο Ρόουτς. «Αν κλείσεις τα μάτια σου και περιγράψεις αυτά τα looks, κανένα δεν βγάζει νόημα. Είναι όμως μοναδικά και πανέμορφα, και μοιάζουν να φτιάχτηκαν για αυτές τις γυναίκες. Κανένας στον κόσμο δεν θα τα είχε φορέσει έτσι, γι’ αυτό και τα διάλεξα για εκείνες».
Ο Ρόουτς και οι μούσες του φέρνουν στη σημερινή κουλτούρα των celebrities μια αύρα από το παλιό σύστημα του Χόλιγουντ, τότε που ενδυματολόγοι και στυλίστες σαν τον Gilbert Adrian και την Ίντιθ Χεντ δημιουργούσαν εικόνες ανεξίτηλες μέσα στον χρόνο, αξιοποιώντας το στυλ σαν ασπίδα και προβολέα για τους σταρ.