Το Ίδρυμα ΔΕΣΤΕ και το Μουσείο Μπενάκη έχουν μακρά ιστορία στη διοργάνωση εκθέσεων που φέρνουν σε επαφή έργα της αρχαιότητας και ιστορικές συλλογές με τη σύγχρονη καλλιτεχνική παραγωγή. Αυτή τη φορά παρουσιάζουν την έκθεση «Η εισβολή της αρχαιότητας»: δεκάξι πίνακες της σύγχρονης Πολωνής καλλιτέχνιδας Aleksandra Waliszewska τοποθετημένοι σε δύο ορόφους του Μουσείου Μπενάκη Ελληνικού Πολιτισμού ανοίγουν έναν υψηλής έντασης διάλογο με αντικείμενα από τη Νεολιθική Ελλάδα, την κλασική αρχαιότητα, τον κόσμο του Βυζαντίου και τη σύγχρονη ελληνική εποχή.
Ο τίτλος της έκθεσης αναφέρεται σε ένα από τα πιο αινιγματικά κεφάλαια του Άτλαντα της Μνημοσύνης του Aby Warburg, ενός από τους σημαντικότερους ιστορικούς τέχνης των αρχών του εικοστού αιώνα και ιδρυτή των κλάδων της πολιτιστικής ιστορίας και της επιστήμης της εικόνας. Το έργο του, που έμεινε ημιτελές λόγω του θανάτου του το 1929, έφερε το όνομα της αρχαιοελληνικής θεότητας της μνήμης και ο Warburg το είχε οραματιστεί σαν έναν άτλαντα εικόνων οργανωμένο σε δώδεκα θεματικά κεφάλαια που ανίχνευαν τις ρίζες της Αναγέννησης στους κλασικούς πολιτισμούς της Ελλάδας και της Ρώμης. Μέσα από μια απέραντη εικονογραφική ανάλυση –που τελικά περιλάμβανε πάνω από χίλιες εικόνες– ο Warburg φιλοδοξούσε να δημιουργήσει έναν χάρτη συλλογικής πολιτισμικής μνήμης χωρίς λέξεις.
Αντικατοπτρίζοντας τα μοντέλα που είχε φανταστεί ο Warburg για την ιστορία της τέχνης, οι πίνακες της Waliszewska μαρτυρούν την αντοχή και την απήχηση του ελληνικού πολιτισμού μέχρι σήμερα.
Τίτλος ταιριαστός η «Εισβολή της Αρχαιότητας» για μια έκθεση που διατρέχει την ιστορία και συνδέει τις πλούσιες και ετερογενείς συλλογές του Μουσείου Μπενάκη με το εικαστικό σύμπαν της Aleksandra Waliszewska, θέλοντας να αποτίσει φόρο τιμής στην Ελλάδα ως γενέτειρα της παραστατικής και αφηγηματικής τέχνης, ενώ παράλληλα εντοπίζει τη διαρκή παρουσία της αρχαιότητας στη σύγχρονη οπτική φαντασία, κάτι που διαφαίνεται στα ψυχολογικά έντονα έργα της Waliszewska.
Αντικατοπτρίζοντας τα μοντέλα που είχε φανταστεί ο Warburg για την ιστορία της τέχνης, οι πίνακες της Waliszewska μαρτυρούν την αντοχή και την απήχηση του ελληνικού πολιτισμού μέχρι σήμερα. Αρχαίοι θεοί, μύθοι, σύμβολα και θρησκευτικές μορφές αναδύονται στον ατμοσφαιρικό εικαστικό της κόσμο όχι ως απομεινάρια ενός μακρινού παρελθόντος αλλά ως ασταθείς και συχνά ανησυχητικές δυνάμεις που εξακολουθούν να διαμορφώνουν τη σύγχρονη οπτική συναίσθηση. Με αυτή την έννοια, η έκθεση προτείνει την αρχαιότητα όχι ως κληρονομιά αλλά ως πίεση, ως μια δεξαμενή εικόνων και αισθήσεων που εμμένουν, επανακάμπτουν και αρνούνται να περιοριστούν στο ιστορικό τους πλαίσιο.
Την έκθεση στο Μουσείο Μπενάκη Ελληνικού Πολιτισμού, που θα διαρκέσει μέχρι τις 27 Σεπτεμβρίου 2026, επιμελείται η Alison M. Gingeras. Κεντρική ιδέα της είναι ότι η αρχαιότητα δεν ανήκει μόνο στο παρελθόν – συνεχίζει να ζει μέσα στις εικόνες, στις χειρονομίες, στη μνήμη και στη σύγχρονη καλλιτεχνική φαντασία. Όπως σημείωσε ο Γιώργος Τζιρτζιλάκης στη συνέντευξη Τύπου, το Ίδρυμα ΔΕΣΤΕ, σε ένα από τα πρώτα του εγχειρήματα, παρουσίασε το 1988 στο Σπίτι Της Κύπρου την έκθεση «Cultural Geometry», που βασιζόταν ακριβώς στον ίδιο άξονα. «Το αναφέρω αυτό για να υπογραμμίσω πως το Ίδρυμα ΔΕΣΤΕ, ήδη από την ίδρυσή του, έδειχνε ιδιαίτερο ενδιαφέρον γι' αυτόν τον διάλογο μεταξύ έργων ιστορικής τέχνης –έργων της αρχαιότητας, αν θέλετε– και του σύγχρονου πολιτισμού».
Στην έκθεση εκείνη, την οποία είχε επιμεληθεί ο Jeffrey Deitch και της οποίας ο τίτλος σχετιζόταν με τη σύγχρονη τέχνη, γίνεται σαφές ότι το σημείο αναφοράς ήταν οι καλλιτέχνες της ομάδας New Geo, ενός σημαντικού κινήματος που χρησιμοποίησε τη γεωμετρική αφαίρεση ως μέσο για να ασκήσει κριτική στον καταναλωτισμό, στον βιομηχανικό πολιτισμό και στη μαζική παραγωγή της σύγχρονης κοινωνίας και με αυτό τον τρόπο συνδέονταν με τις γεωμετρικές δομές της αρχαιότητας. Ακολούθησαν δυο εκθέσεις του ΔΕΣΤΕ με το Μουσείο Μπενάκη. Η πρώτη ήταν η μνημειώδης έκθεση σύγχρονης τέχνης «Ametria», που προέκυψε από την επιλογή έργων των συλλογών των δύο φορέων, το εύρος των οποίων εκτεινόταν συνδυαστικά από την αρχαιότητα μέχρι τη σύγχρονη εικαστική σκηνή, εγχώρια και μη, και τη διέκρινε η έντονη ποικιλομορφία και η απουσία των αρχών οργάνωσης στις οποίες υπόκειται συνήθως μια συλλογή. Η δεύτερη ήταν η έκθεση «Liquid Antiquity», που επιχειρούσε να διερευνήσει τις δυνατότητες επανερμηνείας του κλασικού και να αναδείξει τη διαρκή επίδρασή του στη σύγχρονη τέχνη.
«Σήμερα, με αυτή τη νέα έκθεση στο Μουσείο Μπενάκη, διαπιστώνουμε ξανά αυτή τη ροή αλληλεπιδράσεων και διαλόγων. Φυσικά, γεννάται εύλογα το ερώτημα: γιατί αυτή η αυξανόμενη έμφαση; Τι ακριβώς συμβαίνει;» λέει ο Γιώργος Τζιρτζιλάκης. «Θα έλεγα όμως ότι αυτή η σύγχρονη στροφή προς την αρχαιότητα στηρίζεται σε βασικούς λόγους που αξίζει να μας απασχολήσουν. Ο πρώτος είναι προφανής: αναζητούμε τρόπους να επανερμηνεύσουμε και να εκσυγχρονίσουμε την εποχή μας, γι’ αυτό χρειαζόμαστε αυτές τις πηγές, προκειμένου να εμπλουτίσουμε την ανάγνωσή μας του παρόντος. Ο άλλος είναι ότι ο Warburg υποστηρίζει ότι δεν μπορούμε να μιλάμε απλώς για “επιρροές” της αρχαιότητας στη νεότερη τέχνη. Αντίθετα, μιλά για αυτό που ο ίδιος αποκαλεί “μορφές πάθους”, για συγκεκριμένες συμπεριφορές, χειρονομίες, κινήσεις του σώματος και εκφραστικούς τρόπους, τους οποίους ο Warburg μελέτησε μέσα από το νιτσεϊκό δίπολο ανάμεσα στο διονυσιακό και το απολλώνιο στοιχείο».
Έρωτας και θάνατος, μύθος και φαντασία, επιθυμία και φόβος, σκοτεινή πραγματικότητα και ιστορική μνήμη συναντιούνται στο έργο της Aleksandra Waliszewska, μιας καλλιτέχνιδας που δουλεύει σχεδόν απομονωμένα, είναι βυθισμένη στην ιστορία της τέχνης και βλέπει τον εαυτό της κοντά στον συμβολισμό του 19ου αιώνα. Η αρχαιότητα και ο κόσμος των συλλογών του μουσείου Μπενάκη λειτουργεί ως πηγή εικόνων, νοημάτων και πολιτισμικών αναφορών που βοηθούν να διαβαστεί ο σύγχρονος κόσμος, με μεταφορικές έννοιες πίσω από τις οπτικές της αφηγήσεις που, όπως και οι συμβολιστές πρόγονοί της, τής επιτρέπουν να αναλύσει την πολυπλοκότητα της ανθρώπινης ύπαρξης. Η σκοτεινή κοσμοθεωρία της, η αισθητική και εννοιολογική της γλώσσα, όπου φανταστικές φιγούρες, παγανιστικές θεότητες, μυθολογικά πλάσματα και υβριδικά ζώα-τέρατα λειτουργούν ως οχήματα για να εξερευνήσει πρωτόγονα συναισθήματα, έρχεται να συναντήσει τη δική μας εποχή ανησυχίας και αστάθειας – εν ολίγοις το έργο της αντιμετωπίζει τις βαθύτερες ανθρώπινες ανησυχίες. Μέσα στο σύμπαν του Μουσείου Μπενάκη οι φιγούρες της δεν αναδύονται ως απομεινάρια ενός μακρινού παρελθόντος και ξεπηδούν από τον ιστορικό τους περιορισμό συγκροτώντας μια ζωντανή δεξαμενή εικόνων και συναισθημάτων που επιμένουν να επανεμφανίζονται, να ερεθίζουν, να προκαλούν, να ενοχλούν, να τέρπουν και να διαμορφώνουν τη σύγχρονη οπτική συνείδηση. Τα έργα της δεν αντιγράφουν αρχαιότητες και εικόνες του παρελθόντος, αλλά λειτουργούν ως μνήμες ή ενεργειακά ίχνη που επανέρχονται.
«Η σχέση μου με την Aleksandra Waliszewska, επίσημα τουλάχιστον, μπορεί να εντοπιστεί σε μια έκθεση που διοργάνωσα μαζί της στο Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης της Βαρσοβίας το 2022, πιθανότατα την πιο μεγάλη σε επισκεψιμότητα έκθεση στην ιστορία του ιδρύματος. Και αυτό γιατί, η Waliszewska διαθέτει ένα εντυπωσιακό κοινό στο Instagram. Στην πραγματικότητα, έτσι την ανακάλυψα κι εγώ, πριν από πολλά χρόνια. Είναι γνωστή για τον ιδιαίτερα εσωστρεφή χαρακτήρα της, όχι επειδή είναι κάποια παράξενη προσωπικότητα, αλλά επειδή εργάζεται ασταμάτητα, από την ανατολή έως τη δύση του ήλιου, κάθε μέρα του χρόνου», λέει η επιμελήτρια της έκθεσης Alison M. Gingeras, που τα τελευταία χρόνια έχει ασχοληθεί εκτενώς με το έργο της. «Θα πρέπει να πω ότι η έκθεση έχει και μια σαφή ιστορικο-καλλιτεχνική διάσταση, επειδή η ίδια η καλλιτέχνιδα αντιλαμβάνεται τον εαυτό της ως ένα είδος σύγχρονης συμβολίστριας. Νιώθει ιδιαίτερα κοντά στον κόσμο του ύστερου 19ου αιώνα, στη συμβολιστική εικονογραφία εκείνης της περιόδου, και θα έλεγα ακόμη και στην κοσμοαντίληψή της. Αυτή η διαρκής ταλάντωση ανάμεσα στον Έρωτα και τον Θάνατο, ανάμεσα στη σεξουαλικότητα και τη φθορά, διατρέχει ολόκληρο το έργο της. Η Waliszewska δεν ταξιδεύει ιδιαίτερα στον κόσμο, αλλά ταξιδεύει αδιάκοπα μέσα από τον οπτικό πολιτισμό. Είναι μια αφηγήτρια εικόνων. Κάθε πίνακάς της δεν είναι απλώς εμποτισμένος με τη δική της φαντασία· φέρει μέσα του ολόκληρο τον μεταβολισμό αιώνων ιστορίας της τέχνης. Πριν από περίπου ενάμιση χρόνο, όταν επισκέφθηκα ξανά το εργαστήριό της, είδα έναν πίνακα μέσα στον οποίο εμφανιζόταν ένας μικροσκοπικός πήλινος Διόνυσος. Όταν την ρώτησα, μου είπε “μελετούσα τη συλλογή του Μπενάκη. Μερικές φορές οι εικόνες απλώς έρχονται σε μένα”. Δεν πρόκειται, δηλαδή, για μια συνειδητή προσπάθεια οικειοποίησης ή αναφοράς. Η ίδια αποτελεί την ενσάρκωση της ιδέας της “μεταθανάτιας ζωής των εικόνων”. Του τρόπου δηλαδή με τον οποίο η αρχαιότητα επανεμφανίζεται μέσα από εμάς, ακόμη και παρά τη θέλησή μας. Όχι απλώς ως διανοητική άσκηση, αλλά σχεδόν ως κυκλοφορία ενεργειών, μνημών, συναισθημάτων, αρχαίων χειρονομιών. Στην έκθεση υπάρχουν διάλογοι απολύτως άμεσοι, όπου ορισμένα αντικείμενα αναγνωρίζονται καθαρά μέσα στους πίνακες. Υπάρχουν όμως και βαθύτερες, περισσότερο συναισθηματικές συνδέσεις: χειρονομίες, συστήματα πεποιθήσεων, μορφές πνευματικότητας, που μοιάζουν να εκρήγνυνται κυριολεκτικά μέσα στη ζωγραφική της. Η παρουσία αυτών των έργων μέσα στον χώρο ανασύρει τα πνεύματα του παρελθόντος, φέρνοντάς τα στο προσκήνιο και μας επιτρέπει να αντικρίσουμε αυτή την υπέροχη συλλογή με νέα μάτια».
Απόφοιτος της Ακαδημίας Καλών Τεχνών στη Βαρσοβία, η Aleksandra Waliszewska έχει κερδίσει ένα ευρύ κοινό που ξεπερνά τα όρια του σύγχρονου κόσμου της τέχνης και την ακολουθεί φανατικά, μαγεμένο από το οπτικό της σύμπαν στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Η δουλειά της εμφανίστηκε σε εξώφυλλα βιβλίων όπως το «Complete Lyrics, 1978-2022» του Nick Cave και σε συνεργασίες με fashion labels όπως το Vampire’s Wife. Οι έξυπνες αναδιατυπώσεις της και οι επαναλαμβανόμενες αναφορές της αντλούν από έναν πλούσιο προσωπικό κανόνα ευρωπαϊκής τέχνης – από τον Φλαμανδό δάσκαλο Petrus Christus μέχρι τον Georges de La Tour και τους ζωγράφους Młoda Polska, και από τον Βέλγο συμβολιστή Léon Spilliaert μέχρι τη σουρεαλίστρια Leonor Fini.
Η Waliszewska προέρχεται από μια μητριαρχική γενεαλογία γυναικών καλλιτεχνών. Τέσσερις γενιές γυναικών στην οικογένειά της ήταν καλλιτέχνιδες, συμπεριλαμβανομένης της γιαγιάς της, Anna Dębska, μιας καταξιωμένης μεταπολεμικής γλύπτριας γνωστής για τις εικόνες των ζώων που έχει δημιουργήσει. Με αυτό το μοναδικό υπόβαθρο, η Waliszewska έχει χτίσει την πρακτική της σε αυτήν την πλούσια και ασυνήθιστη κληρονομιά εικονιστικής αφήγησης. Καθόλου τυχαία στις πυκνές οπτικές αφηγήσεις και στα έργα της κυριαρχούν δυναμικές θηλυκές πρωταγωνίστριες. Ανάμεσα σε άγιους, μάρτυρες στο καθαρτήριο και διονυσιακές φιγούρες, εξαϋλωμένες φιγούρες γυναικών, σοφές κουκουβάγιες και πονηρούς όφεις, το έργο της Waliszewska είναι μια υπενθύμιση για το εφήμερο της ζωής και το αιώνιο της τέχνης, που φτάνει για να υμνηθεί μέσα σε καιρούς ζοφερούς ως φάρος και ως λύτρωση.