Εδώ και σχεδόν δύο δεκαετίες, οι μορφές του εμφανίζονται απρόσμενα στους τοίχους της Αθήνας, του Παρισιού και άλλων ευρωπαϊκών πόλεων: κορίτσια με λουλούδια στα μαλλιά, ζευγάρια που αγκαλιάζονται, λέξεις που μοιάζουν με εξομολογήσεις, εικόνες τρυφερές και μελαγχολικές που ξεχωρίζουν μέσα στον θόρυβο της πόλης. Χωρίς να επιδιώξει ποτέ τη δημόσια προβολή, ο Sonke κατάφερε να δημιουργήσει ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα και ταυτόχρονα πιο αινιγματικά εικαστικά σύμπαντα της ελληνικής street art.
Ο Sonke ξεκίνησε να δημιουργεί γκράφιτι από τα τέλη της δεκαετίας του 1990 και, μέσα από μια πολυετή πορεία που γεφυρώνει τον δημόσιο χώρο με τη ζωγραφική και τη σύγχρονη εικαστική πρακτική, διαμόρφωσε ένα απολύτως αναγνωρίσιμο προσωπικό ύφος. Έχει παρουσιάσει έργα του σε ατομικές και ομαδικές εκθέσεις στην Ελλάδα και το εξωτερικό, ενώ έχει συνεργαστεί και εκθέσει δίπλα σε ορισμένα από τα σημαντικότερα ονόματα της διεθνούς street art σκηνής. Έργα του περιλαμβάνονται σε ιδιωτικές και δημόσιες συλλογές, ενώ η χαρακτηριστική εικονογραφία του, με τις επιμήκεις γυναικείες μορφές και τον έντονο συμβολισμό, τον έχει καθιερώσει ως μία από τις πιο αναγνωρίσιμες φυσιογνωμίες της ελληνικής εικαστικής δημιουργίας των τελευταίων ετών. Το 2016 και το 2017 τιμήθηκε με το Βραβείο Κοινού στην Art Athina, ενώ υπήρξε ο πρώτος Έλληνας street artist που πούλησε έργο του σε δημοπρασία του οίκου Bonhams.
Μπορεί να υπάρξει και ένα γκράφιτι χωρίς πολιτικό υπόβαθρο ή συμβολισμό, απλώς ως μια μορφή προσωπικής έκφρασης ή ακόμη και ως μια ναρκισσιστική χειρονομία. Συνήθως, όμως, υπάρχει έστω ένα πολιτικό πρόσημο, που σχετίζεται με τη διεκδίκηση του δημόσιου χώρου.
Η νέα ατομική του έκθεση στην Gallery Kapopoulos Auction House δεν αποτελεί απλώς μια παρουσίαση έργων, αλλά μια αφορμή για να επανεξεταστεί η ίδια η σχέση ανάμεσα στον δρόμο και την αίθουσα τέχνης. Τα έργα που παρουσιάζονται είναι αναπαραγωγές γκράφιτι από την Αθήνα και το Παρίσι, μεταφερμένες από το εφήμερο και απρόβλεπτο περιβάλλον του δημόσιου χώρου στον καμβά και στο προστατευμένο πλαίσιο της γκαλερί. Η μετάβαση αυτή γεννά ένα κρίσιμο ερώτημα: τι συμβαίνει όταν μια εικόνα που ανήκε σε όλους αποκτά συλλεκτική και εμπορική αξία; Πόσο αλλάζει το νόημά της όταν απομακρύνεται από τον τοίχο που τη γέννησε; Ο Sonke δεν επιχειρεί να δώσει οριστικές απαντήσεις. Αντίθετα, η δουλειά του φωτίζει την αντίφαση που συνοδεύει διαχρονικά τη street art: την επιθυμία για ελευθερία και αναγνώριση ταυτόχρονα με την επιθυμία για ανωνυμία και ορατότητα, για παρουσία τόσο στον δρόμο όσο και στους θεσμούς της τέχνης. Σε μια εποχή που τα όρια μεταξύ περιθωρίου και κέντρου γίνονται ολοένα πιο ασαφή, η νέα του έκθεση λειτουργεί ως μια στοχαστική περιπλάνηση πάνω στην αξία της εικόνας, τη μνήμη του δημόσιου χώρου και την ομορφιά που εξακολουθεί να γεννιέται στους δρόμους.
— Πόσο διαφορετικός είναι ο Sonke –ως άνθρωπος και ως καλλιτέχνης– από την τελευταία φορά που τα είπαμε πριν από 15 χρόνια;
Δεν έχει αλλάξει τίποτε πραγματικά. Δεν έχω ενηλικιωθεί, ούτε έχει αλλάξει κάτι στις συνήθειές μου. Το μεγάλο στοίχημα για εμένα είναι η διατήρηση της παιδικότητας και αυτό μπορεί να επιτευχθεί με την ενασχόληση με το γκράφιτι, τη ζωγραφική και τις τέχνες γενικότερα.
— Το σύνθημα «La beauté est dans la rue» γεννήθηκε μέσα σε ένα κλίμα εξέγερσης. Τι σημαίνει σήμερα για σένα αυτή η φράση;
Στην έκθεση το σύνθημα χρησιμοποιείται μεταφορικά. Δεν συμβολίζει την ομορφιά της κοινωνικής εξέγερσης στους δρόμους, αλλά περιγράφει τη διαλεκτική ανάμεσα στην εξωθεσμική και την εσωθεσμική τέχνη, το γκράφιτι στον δρόμο και το γκράφιτι σε ένα άλλο πλαίσιο, δηλαδή στις αίθουσες τέχνης. Ο Καντ, φιλόσοφος που ασχολήθηκε με το ζήτημα της αισθητικής, έλεγε: «Το ωραίο περιγράφεται με αισθητικούς κανόνες, το υπέροχο συγκινεί». Ένα ζωγραφισμένο τρένο με συγκινεί, όπως και ένα ωραίο γκράφιτι στον δρόμο. Πιστεύω ότι το υπέροχο –η ομορφιά– βρίσκεται στον δρόμο γιατί δεν υπακούει σε ιδιοκτησιακούς κανόνες, ούτε έχει καμία σχέση με εμπόριο και χρήματα. Περιέχει μια άδολη πρόθεση και έναν ρομαντισμό που το καθιστά συγκινητικό. Επίσης, η έκθεση αγγίζει την ιδέα της επανοικειοποίησης του δημόσιου χώρου μέσω της τέχνης του δρόμου. Προφανώς, το υπέροχο δεν αποτελεί αποκλειστικό προνόμιο του δρόμου. Το υπέροχο ανθίζει και μέσα στον θεσμικό χώρο των γκαλερί. Εκεί όμως η συγκίνηση συνομιλεί αναπόφευκτα με το εμπόριο, το να δημιουργείς συλλογές και την αξία και τους κανόνες που αποδίδει η «αγορά της τέχνης».
— Σε έναν καλλιτέχνη τι προσφέρει ο δημόσιος χώρος που δεν μπορεί να του προσφέρει ένας εκθεσιακός χώρος;
Εγώ ονομάζω τη ζωγραφική στον δρόμο «κοινωνική ζωγραφική», όπως ο Γερμανός καλλιτέχνης, θεωρητικός και παιδαγωγός της τέχνης Γιόζεφ Μπόις ονόμαζε τις δράσεις του «κοινωνική γλυπτική». Αυτό που προσφέρει ο δημόσιος χώρος είναι η ελευθερία και η αλληλεπίδραση με ολόκληρο το κοινωνικό σώμα, χωρίς το εμπορικό και το ιδιοκτησιακό στοιχείο. Δεν ανήκει μόνο σε μια ελίτ ανθρώπων που δήθεν ξέρουν από τέχνη· ανήκει σε όλους. Θα μπορούσε κανείς, έτσι, πιο ρομαντικά να πει ότι πρόκειται για ένα δείγμα λαϊκής τέχνης της εποχής μας.
— Έχεις κάνει street art σε πόλεις όπως η Αθήνα και το Παρίσι. Πώς αλλάζει η σχέση του κόσμου με το street art από τόπο σε τόπο; Υπάρχουν διαφορές στον τρόπο που αντιδρούν οι αρχές και η αστυνομία απέναντι στους street artists σε διαφορετικές χώρες;
Ναι, υπάρχουν. Κάθε αστυνομία καθρεφτίζει, ως έναν βαθμό, την κουλτούρα και τις ευαισθησίες ενός λαού. Είχα την ευκαιρία να βρεθώ σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες την περίοδο που αυτό το κίνημα βρισκόταν ακόμη στην άνθησή του. Στις πόλεις της Γερμανίας όπου έχω βρεθεί, επειδή σχεδόν παντού είχα κάποια εμπειρία με τις αρχές, και ιδιαίτερα στο Βερολίνο, όπου γεννήθηκε το κίνημα του street art, η στάση και των ανθρώπων και της αστυνομίας είναι εξαιρετικά αυστηρή. Ίσως γι’ αυτό το κίνημα να έχει σχεδόν εξαφανιστεί από τους τόπους που το γέννησαν και να έχει αφομοιωθεί, σε μεγάλο βαθμό, μέσα στις γκαλερί, παράγοντας τεράστιες χρηματικές αξίες. Κάτι αντίστοιχο συμβαίνει και στην Ολλανδία. Στη Βιέννη, για παράδειγμα, η αστυνομία μάς περικύκλωσε με πυροβόλα όπλα για έναν τοίχο που ζωγραφίζαμε νόμιμα, με άδεια από την γκαλερί που βρισκόταν ακριβώς δίπλα.
Στη Γαλλία, ο κόσμος είναι πιο εκπαιδευμένος και οι ποινές είναι πολύ πιο ήπιες. Δεν μιλάμε για φυλάκιση, όπως σε άλλες χώρες, ή για εξοντωτικά πρόστιμα, αλλά συχνά για κοινωφελή εργασία σχετική με το ίδιο το αντικείμενο της παράβασης, δηλαδή το γκράφιτι. Παρ’ όλα αυτά, ο δήμος σβήνει σχεδόν αμέσως ό,τι ζωγραφιστεί σε τοίχο και πλέον όλοι οι δρόμοι έχουν αυτό το ομοιόμορφο καφετί χρώμα.
Στην Ελλάδα τα πράγματα είναι πολύ πιο χαλαρά. Δεν υπάρχουν ειδικοί νόμοι για το γκράφιτι. Το νομικό πλαίσιο αναφέρεται γενικά στη φθορά ξένης ή δημόσιας ιδιοκτησίας. Στη δεύτερη περίπτωση, όταν πρόκειται για δημόσια περιουσία, προβλέπεται κανονικά το αυτόφωρο, το οποίο συνήθως συνοδεύεται από μια μικρή ποινή. Τη μεγαλύτερη αποδοχή από τον κόσμο την έχω νιώσει στην Αθήνα, αλλά και στη Γαλλία, όχι μόνο στο Παρίσι, αλλά και στο Μπορντό και το Μονπελιέ. Υπάρχει πάντα εκεί μια ανοιχτή αγκαλιά. Παρόλο που μετά το τρομοκρατικό χτύπημα στο Μπατακλάν η χώρα έχει γεμίσει αστυνομικούς με πολυβόλα στα χέρια και είναι αδύνατον να γίνει παρεμβατικό γκράφιτι χωρίς να σε αντιληφθούν άμεσα, η γαλλική κοινωνία εξακολουθεί να αγαπά βαθιά τις τέχνες και να τις ενσωματώνει στην καθημερινότητά της περισσότερο από πολλούς άλλους ευρωπαϊκούς λαούς. Αλλά ο ενθουσιασμός στη στιγμιαία αντίδραση παραμένει στην Ελλάδα. Οι Έλληνες μπορεί να μην είναι τόσο εκπαιδευμένοι στην τέχνη, αλλά είναι εντονότεροι στις αντιδράσεις τους, τόσο στις καλές όσο και στις κακές.
— Έχεις πει ότι το να βάλεις ένα έργο street art στο σαλόνι σου είναι σαν να βάζεις ένα άγριο λιοντάρι σε κλουβί. Νιώθεις ότι η γκαλερί εξημερώνει τη δύναμη του δρόμου;
Ναι, η δυναμική του δρόμου είναι εκείνη που γεννά την αρχική αξία μέσα στην γκαλερί. Όταν όμως ένα έργο περνά το κατώφλι της, κάτι από το ρίσκο και την αμεσότητα του δρόμου αποδυναμώνεται. Με έχουν πιάσει πολλές φορές στην Ελλάδα και συχνά ανοίγει μια συζήτηση-διαπραγμάτευση γύρω από το τι είναι αυτό που κάνω σε έναν τοίχο με ένα σπρέι γρήγορα και κρυφά κάπως, στις τρεις το πρωί. Σε πολλούς αρέσει, αλλά σχεδόν ποτέ δεν αναφέρω ότι αυτά τα έργα έχουν και χρηματική αξία. Ντρέπομαι, γιατί συνήθως δυσκολεύονται να το πιστέψουν.
Στην Ελλάδα ο κόσμος δεν είναι ιδιαίτερα εξοικειωμένος ούτε με τις γκαλερί ούτε με τη ζωγραφική. Συχνά θεωρεί ότι ανήκουν σε μια ελίτ. Μου αρέσει, όμως, το γεγονός ότι η τέχνη που έχω επιλέξει έχει δύο πλευρές. Υπάρχει η εμπορική, από την οποία ζω, και υπάρχει και η ελεύθερη, που χαρίζεται στον δρόμο χωρίς αντάλλαγμα. Δεν θα μπορούσα να ζωγραφίζω μόνο για να πουλάω έργα. Έχω μάθει από τον οικογενειακό μου κύκλο ότι η τέχνη είναι και κάτι που χαρίζεις σε αυτούς που αγαπάς, το κίνητρο είναι πιο αγνό και όχι τα χρήματα. Οπότε η αντίφαση είναι μεγάλη. Ένα έργο σου μπορεί να βρίσκεται σε μια καλή γκαλερί ή σε έναν γνωστό οίκο δημοπρασιών και την ίδια στιγμή, ένας περαστικός ή η αστυνομία να σε αντιμετωπίζει σαν να προκαλείς απλώς μια φθορά.
Πολλοί δεν καταλαβαίνουν γιατί συνεχίζω να κάνω παράνομο γκράφιτι, αφού μπορώ να ζω από τις γκαλερί. Για μένα, όμως, ο δρόμος και η γκαλερί είναι δύο διαφορετικοί κόσμοι, ανάμεσα στους οποίους προσπαθώ μάταια να διατηρώ μια ισορροπία.
— Στην έκθεση υπάρχει το απόσπασμα του Χρόνη Μίσσιου από το «Χαμογέλα, ρε… τι σου ζητάνε;». Τι σε συνδέει με αυτό το κείμενο;
Ο Μίσσιος ήταν ένας πραγματικά πνευματικός εργάτης και επαναστατημένος άνθρωπος, χωρίς ακαδημαϊκή εκπαίδευση. Αυτοδίδακτος λαϊκός συγγραφέας και ποιητής. Το συγκεκριμένο απόσπασμα από το βιβλίο του «Χαμογέλα, ρε… Τι σου ζητάνε;» το επέλεξα για να συνοδεύει ένα έργο με ανθρωπάκια που ίπτανται και χορεύουν, δίνοντας και παίρνοντας καρδούλες. Με συγκινεί ιδιαίτερα το σημείο όπου μιλά για τη συνάντηση ως γέννα συναισθημάτων, αλλά και εκείνο που μας προτρέπει να χαιρόμαστε τα απλά πράγματα: να μυρίσουμε ένα λουλούδι, να διατηρήσουμε την τρυφερότητά μας, να παίξουμε.
Περισσότερο από τίτλος ή επεξήγηση του έργου, η παρουσία αυτού του αποσπάσματος λειτουργεί ως μια αφορμή να ακούσουν περισσότεροι άνθρωποι αυτό το μικρό ποιητικό κείμενο ή να το ξανακούσουν. Νομίζω ότι κουβαλά μια απλή αλλά πολύτιμη υπενθύμιση: ότι η ζωή μάς δίνεται μία φορά και ότι δεν πρέπει να αναβάλλουμε όσα δίνουν νόημα και ομορφιά στην καθημερινότητά μας.
— Πόσο πολιτική πράξη είναι για σένα η κατάληψη ενός τοίχου;
Μπορεί να είναι πολιτική πράξη, μπορεί και να μην είναι. Αν περνά κάποιο πολιτικό μήνυμα, φυσικά και είναι. Διαφορετικά, μπορεί να μεταφέρει ένα συναίσθημα ή απλώς να αποτελεί μια μικρή ανάσα αισθητικής και παιχνιδιού μέσα στην πόλη. Έχω ακούσει την άποψη ότι η δράση στον δρόμο περιέχει από μόνη της πολιτική σημειολογία, και μπορεί να ισχύει και αυτό. Σίγουρα το παράνομο συμβολίζει μια μορφή αμφισβήτησης των θεσμών. Δεν κουβαλά όμως απαραίτητα κάποιο βαθύτερο πολιτικό νόημα, αν, όπως σου είπα, το ίδιο το έργο δεν είναι αμιγώς πολιτικό. Ένα στένσιλ με μια Παλαιστίνια είναι ξεκάθαρα πολιτικό. Ένα tag, σε σύγκριση με αυτό, έχει πολύ διαφορετικό περιεχόμενο και λειτουργία. Η δράση στον δρόμο μπορεί να περιέχει πολιτική σημειολογία, αλλά μπορεί να υπάρξει και ένα γκράφιτι χωρίς πολιτικό υπόβαθρο ή συμβολισμό. Να είναι απλώς μια μορφή προσωπικής έκφρασης ή ακόμη και μια ναρκισσιστική χειρονομία. Συνήθως, όμως, υπάρχει έστω ένα πολιτικό πρόσημο, που σχετίζεται με τη διεκδίκηση του δημόσιου χώρου.
— Στην έκθεση συναντάμε τον Έρωτα ως αγγελιοφόρο, αλλά και το έργο «Ένα καρουζέλ για κάθε νεκρό παιδί του πολέμου». Πώς συνυπάρχουν στο έργο σου η τρυφερότητα και η βία;
Έτσι είναι η ίδια η ζωή. Ο ζωγράφος ή ο γκραφιτάς ζωγραφίζει ό,τι βιώνει. Εμένα το υλικό μου είναι η κοινωνία και ό,τι βιώνεται στο τώρα, ό,τι απασχολεί τον κόσμο προσπαθώ να το ζωγραφίζω. Όλοι κουβαλάμε το συλλογικό τραύμα του πολέμου, αλλά και τη μελαγχολία που γεννά η αίσθηση ανημποριάς, ότι οι κοινωνίες δύσκολα θα αλλάξουν σύντομα προς το καλύτερο. Το έργο έγινε με αφορμή ένα έργο του Αλέξη Ακριθάκη με τίτλο «Καρουζέλ για τα παιδάκια του Βιετνάμ», για το οποίο είχε κατασκευάσει ένα ξυλόγλυπτο καρουζέλ που, αντί για βαρκούλες ή άλογα, είχε φέρετρα. Έκανα κάτι αντίστοιχο για τα παιδιά της Γάζας κυρίως. Μέσα σε τρία τέσσερα χρόνια πολέμου στη Γάζα –και όχι μόνο– έχουν σκοτωθεί δεκάδες χιλιάδες παιδιά, ενώ πολλά άλλα έχουν πεθάνει εγκλωβισμένα σε μια πόλη-παγίδα, όπου μπορεί να μη σε σκοτώσει μια σφαίρα, αλλά η έλλειψη νερού, τροφής ή ιατρικής φροντίδας.
Μπροστά σε μια τέτοια τραγωδία, ο καλλιτέχνης έχει την υποχρέωση όχι απλώς να μη σιωπήσει, αλλά να φωνάξει. Όχι ότι η τέχνη μπορεί να σταματήσει τον πόλεμο ή να σώσει τα παιδιά που συνεχίζουν να πεθαίνουν, αλλά ίσως μπορεί να αγγίξει ευαισθησίες σε κάποιους ανθρώπους και να γεννήσει μια συνείδηση ενάντια σε αυτά τα εγκλήματα.
— Ένα γκράφιτι στον δρόμο ανήκει σε όλους. Μόλις μπει σε μια γκαλερί, αποκτά ιδιοκτήτη. Πώς αισθάνεσαι απέναντι σε αυτήν τη μετάβαση;
Στον δρόμο αισθάνομαι πιο κοντά στην αρχική λειτουργία της τέχνης ως δημόσιου αγαθού. Είναι ίσως το πιο όμορφο συναίσθημα για κάποιον να γνωρίζει ότι το έργο του ανήκει σε όλους και ταυτόχρονα σε κανέναν. Δεν ξέρω ποιος θα το συναντήσει, ποιος θα το αγαπήσει ή ποιος θα το προσπεράσει. Αυτή η αίσθηση της κοινής εμπειρίας και της εικόνας που ταξιδεύει από μάτι σε μάτι σαν μυστικό είναι για μένα μια αστείρευτη πηγή έμπνευσης. Όταν ένα έργο μπαίνει σε μια γκαλερί, αποκτά έναν ιδιοκτήτη και μια διαφορετική διαδρομή. Δεν έχω κάποιο πρόβλημα με αυτό· είναι ένας άλλος τρόπος να υπάρξει το έργο. Παρ’ όλα αυτά, η στιγμή που μια εικόνα βρίσκεται ελεύθερη στον δημόσιο χώρο, διαθέσιμη σε όλους χωρίς κανένα αντάλλαγμα, εξακολουθεί να μου φαίνεται η πιο όμορφη μορφή επικοινωνίας που μπορεί να έχει η ζωγραφική.
— Όταν κοιτάς πίσω, τι σου έχει μάθει ο δρόμος που δεν θα μπορούσε να σου διδάξει καμία σχολή καλών τεχνών;
Ο δρόμος μού έμαθε κάτι που καμία σχολή καλών τεχνών δεν μπορεί να διδάξει πλήρως: την καθημερινή σχέση με τη ζωγραφική, τη συνεχή τριβή με τα υλικά, την επανάληψη της πράξης, την πειθαρχία που γεννιέται από την επιθυμία και όχι από την υποχρέωση. Το γκράφιτι έχει κάτι από εθισμό. Ζωγραφίζεις συνεχώς και αυτό που δημιουργείς εκτίθεται αμέσως σε χιλιάδες μάτια, αλληλεπιδρά με τους ανθρώπους και γίνεται μέρος μιας μεγάλης υπαίθριας έκθεσης. Αυτό δημιουργεί ένα ισχυρό κίνητρο να συνεχίσεις. Η ακαδημαϊκή γνώση και η τεχνική μπορεί να είναι πολύτιμες, αλλά δεν μπορούν να σου διδάξουν την όρεξη να ζωγραφίζεις κάθε μέρα. Πιστεύω ότι αυτό είναι το μυστικό συστατικό που κάνει έναν καλλιτέχνη να εξελίσσεται διαρκώς: η συχνή ενασχόληση και η ανάγκη να επιστρέφει ξανά και ξανά στη ζωγραφική, χωρίς να πεθαίνει μέσα στις συμβάσεις της καθημερινότητας, τον ορθολογισμό και την πεζότητα.