Ο Τζέιμς Γκρέι συνεχίζει την αναδρομή του στις βαριές οικογενειακές αναμνήσεις, στις κρίσιμες στιγμές που τον καθόρισαν και συνεχίζουν να τον εμπνέουν για ένα ευρύτερο κοινωνικοπολιτικό σχόλιο πάνω στον ριγκανισμό που ύπουλα διέφθειρε τη χώρα τα τελευταία σαράντα χρόνια. Ακριβώς τότε ξεκινά η ιστορία των Περλς, του ζευγαριού των Έρβιν και Έστερ, που υποδύονται ο Μάιλς Τέλερ και η Σκάρλετ Τζοχάνσον (διότι η Αν Χάθαγουεϊ και ο Τζέρεμι Στρονγκ, που αρχικά προορίζονταν να επαναλάβουν τους ρόλους τους από το «Armageddon Time», δεν ήταν διαθέσιμοι για γύρισμα). Ο αδελφός του Έρβιν, ο αεράτος πρώην αστυνομικός Γκάρι, του προτείνει να ανοίξουν επαγγελματικές, φαινομενικά νόμιμες παρτίδες με τους Ρώσους και να τους εμπιστευτούν σε ένα σχέδιο που πάει στραβά και καταλήγει σε μια επικίνδυνη βραδινή επίσκεψη στα λημέρια τους. Με τη σπάθη πάνω από το σπιτικό των Περλς και τα δυο έφηβα αγόρια τους τρομοκρατημένα, ο Γκάρι προσπαθεί να ηρεμήσει τον γηραιό αρχιμαφιόζο, που ζητά αντάλλαγμα, και να προστατεύσει τον αδελφό του, όπως έκανε πάντα, ζητώντας απρόθυμα τη συμπαράσταση των παλιών συναδέλφων του. Την ίδια στιγμή, η Έστερ συμπεριφέρεται με αστάθεια και έχει τους δικούς της λόγους να νιώθει ευάλωτη και έξω από τις αποφάσεις, ενώ ο Έρβιν ψάχνει μάταια να βρει τι έχει κάνει λάθος, αφού έμπλεξε την οικογένειά του χωρίς σημαντική αφορμή.
Ο Γκάρι θεωρεί την υπόθεση ήσσονος σημασίας και την αγριάδα των Ρώσων ανάλογη με αυτήν ενός χάρτινου τίγρη – όλο λόγια και φοβέρα, αλλά χωρίς αποτέλεσμα. Βέβαια μπλοφάρει, αλλά έτσι είναι ο χαρακτήρας του· ο Άνταμ Ντράιβερ απογειώνει τον ρόλο του αδελφού με τα πατρικά αισθήματα και του φιγουρατζή θείου που υποδύεται στην καλύτερη ερμηνεία της καριέρας του, η οποία είναι ανώτερη και από το «Marriage Story», που το θυμηθήκαμε βλέποντάς τον σε κάποιες σκηνές μαζί με την Τζοχάνσον. Ο Ντράιβερ ανεβάζει οσκαρικές ταχύτητες όταν το «Paper Tiger» τον χρειάζεται, ειδικά στο τελευταίο και πιο αμήχανο μέρος ενός καθόλα πειστικού αστυνομικού θρίλερ – θυμίζει πολύ Λιούμετ από τα ’70s και είναι κοντά στη «Μικρή Οδησσό», το σκηνοθετικό ντεμπούτο του Γκρέι από το 1994, και πάλι στο Μπράιτον Μπιτς, γύρω από τη ρωσοεβραϊκή μαφία του Μπρούκλιν. Ο Αμερικανός σκηνοθέτης, που βασικά έχει φτιάξει το όνομά του στο Φεστιβάλ Καννών που τον εμπιστεύεται σε κάθε του βήμα, δίνει μεγαλύτερη έμφαση στην οκογενειακή δυναμική, με το μελόδραμά του να είναι οργανικά αφομοιωμένο από το σασπένς. Σε μια χρονιά που οι αμερικανικές ταινίες απουσιάζουν μυστηριωδώς από το φεστιβάλ, ευτυχώς ο Γκρέι επέστρεψε με μία από τις καλύτερές του.