ΤΟ «ΠΕΙΡΑΜΑΤΟΖΩΟ» (1975-76) είναι η πιο αποσυνάγωγη ταινία του ελληνικού κινηματογράφου. Ένα πείραμα εκτός τόπου και χρόνου, που είχε προκαλέσει σοκ στην εποχή του. Όχι γιατί προβλήθηκε και τρόμαξε ο κόσμος –δεν προβλήθηκε πουθενά δημόσια–, αλλά γιατί μαθεύτηκε τι ακριβώς είχε επιχειρήσει ο σκηνοθέτης, με αποτέλεσμα να οδηγηθεί ο ίδιος στα δικαστήρια και να καταδικαστεί!
Ο Γιάννης Κοκκόλης εικονοποιεί στο «Πειραματόζωο» τον Μεγάλο Αδελφό. Το «μάτι» που βλέπει τα πάντα, χωρίς να το ελέγχεις και χωρίς να το γνωρίζεις. Δεκαετίες πριν από το “The Truman Show” (1998) του Peter Weir και τα «παιγνίδια» τύπου Big Brother (που εξελίσσονταν όμως εν γνώσει των παικτών), ο Κοκκόλης στήνει ένα απερίγραπτο σκηνικό στην Αθήνα της Μεταπολίτευσης, κινηματογραφώντας κάποιον εν τη αγνοία του! Έτσι, ένας τυχαίος άνθρωπος γίνεται πρωταγωνιστής σ’ ένα φιλμ, στο οποίο ξετυλίγεται σε πρώτο χρόνο η αληθινή ζωή του – η οποία καθορίζεται εν πολλοίς από τις άγριες διαθέσεις του Μεγάλου Αδελφού! Όταν ο ανυποψίαστος πολίτης θα ανακαλύψει, κάποια στιγμή, τι τελικά είχε συμβεί θα βρισκόταν ήδη σε δεινή ψυχολογική θέση, οπότε η αντίδρασή του –δια της νομίμου πλέον οδού– ήταν, οπωσδήποτε, αναπόφευκτη.
Ένας τυχαίος άνθρωπος γίνεται πρωταγωνιστής σ’ ένα φιλμ, στο οποίο ξετυλίγεται σε πρώτο χρόνο η αληθινή ζωή του – η οποία καθορίζεται εν πολλοίς από τις άγριες διαθέσεις του Μεγάλου Αδελφού!
Ποιο ήταν, όμως, το σενάριο της ταινίας του Κοκκόλη, που θα γυριζόταν το καλοκαίρι του 1975; Με βάση λοιπόν όσα είχε πει ο ίδιος ο σκηνοθέτης στο περιοδικό «Επίκαιρα» [τεύχος #420, 19-25 Αυγ. 1976], σ’ ένα ρεπορτάζ της Λιάνας Κανέλλη, μαθαίνουμε διάφορα.
Κατ’ αρχάς, και μετά από το σχετικό ψάξιμο που θα επιχειρούσε η παραγωγή, θα επιλεγόταν ένα άτομο, ως «πειραματόζωο», ο 36χρονος υπάλληλος του ΟΤΕ Κ.Β., που πληρούσε, προφανώς, κάποιες συγκεκριμένες απαιτήσεις. Πέρα από δημόσιος υπάλληλος και μ’ έναν αξιοπρεπή μισθό, ο Κ.Β. ήταν επίσης ανύπαντρος, ζούσε σαν ένας τυπικός μικροαστός, ενώ διακατεχόταν, συγχρόνως, και από το σύνδρομο της «μεγάλης ζωής». Ο Κ.Β. είναι λοιπόν εκείνος που παρακολουθείται κατά πόδας από το κινηματογραφικό συνεργείο, το οποίο αποτελείτο από τρία διαφορετικά αυτοκίνητα, με το ένα εξ αυτών να είναι σχολικό και δη καμουφλαρισμένο, με τα κουρτινάκια του κ.λπ. (για να κρύβονται οι κάμερες), χωρίς να δίνει στόχο.
Η παραγωγή δεν είχε υποκλέψει μόνον τα τηλεφωνήματα που δεχόταν και έκανε ο Κ.Β., αλλά είχε και ανθρώπους της, που τον παρακολουθούσαν παντού, και οι οποίοι κατέγραφαν, σε καφενεία, σουπερμάρκετ κ.λπ., με κρυφά μαγνητόφωνα, όλα όσα έλεγε.
Έτσι, μετά από δυο εβδομάδες γυρισμάτων και παρακολούθησης η παραγωγή, παρανομώντας προφανώς σε κάθε επίπεδο, θα ήξερε τα πάντα, για τον Κ.Β. και με όλες τις δυνατές λεπτομέρειες.
Ο Κ.Β. ζει μια ζωή εντελώς ταπεινή και ασήμαντη. Σπίτι, δουλειά, καφενείο και πάλι σπίτι. Δεν έχει ερωτική σχέση, ζει με στερήσεις, για να πάρει ένα αυτοκίνητο, το οποίο αγοράζει κάποια στιγμή, και ασχολείται μόνο με αυτό, πλένοντάς το και καθαρίζοντάς το συνεχώς, με την καθημερινότητά του να μην παρουσιάζει κανένα απολύτως ενδιαφέρον. Τούτο, βεβαίως, σήμαινε πως με τίποτα δεν θα μπορούσε να περάσει από το μυαλό του πως κάποιοι θα τον είχαν επιλέξει, για να τον παρακολουθούν. Γιατί και για ποιο λόγο; Ζούσε, σαν να μην συνέβαινε τίποτα. Από ’δω και κάτω, όμως, θα άρχιζαν τα δύσκολα...
Η παραγωγή θα επιχειρήσει να «ρίξει» στον δρόμο τού Κ.Β. μια γυναίκα. Νέα, όμορφη, διάσημη, αλλά και κάπως μελαγχολική. Η γυναίκα είναι φυσικά ηθοποιός και μιλημένη. Είναι η Μαρία Αλιφέρη(!), που τότε ήταν στα πολύ επάνω της, καθώς πρωταγωνιστούσε ήδη σε θέατρο, σινεμά και τηλεόραση και η οποία, αφού θα αντιλαμβανόταν, γρήγορα, τι ακριβώς πήγαινε να συμβεί θα αποχωρούσε, δια παντός, από το γύρισμα!
Ήταν από δύσκολο έως αδύνατον να βρισκόταν από την παραγωγή επώνυμη και διάσημη ηθοποιός, που θα δεχόταν να συμμετάσχει σε μια τέτοια ταινία και που θα έκανε περισσότερο πιστευτό (η διάσημη ηθοποιός) τον δήθεν έρωτά της για το «πειραματόζωο». Οπότε, αναγκαστικά την Αλιφέρη θα αντικαθιστούσε μια ερασιτέχνις, η Α.Π., που είχε παρατήσει τη δραματική σχολή και που θα κρινόταν κατάλληλη από την παραγωγή, για τον πρωτάκουστο αυτόν ρόλο.
Έτσι, ο Κ.Β. αρχίζει να κάνει παρέα μαζί της. Η γυναίκα τού αποκαλύπτεται. Του λέει πως είναι παντρεμένη με κάποιον ανάπηρο, που έχει όμως πάρα πολλά λεφτά. Του εκμυστηρεύεται πως δεν περνάει καθόλου καλά με τον άνδρα της, πως η συζυγική ζωή της έχει φθάσει στο απροχώρητο, και πως σκέφτεται ώρες-ώρες να τον γκρεμίσει, μαζί με το αμαξίδιο, από τη σκάλα. Ο Κ.Β. αναστατώνεται και της λέει ότι δεν πρέπει να βιαστεί!
Η γυναίκα (που είναι ηθοποιός και μιλημένη – το ξαναλέμε) κάποια στιγμή φέρνει τον Κ.Β. στο σπίτι της, παρουσιάζοντάς τον στον ανάπηρο άνδρας της (που είναι κι αυτός ηθοποιός, και μιλημένος προφανώς) ως υπάλληλο της τράπεζας, στην οποία έχει τις καταθέσεις της. Ο σύζυγος εμπιστεύεται τον Κ.Β. και θέλει να τον κάνει διαχειριστή της περιουσίας του! Ο Κ.Β. «τρελαίνεται» με την εξέλιξη (χαίρεται δηλαδή), αλλά ακόμη δεν έχει αντιληφθεί κάτι που να τον βάλει σε σκέψεις.
Εν τω μεταξύ οι επισκέψεις του Κ.Β. στο σπίτι είναι τακτικές, και όταν κάποια στιγμή ο σύζυγος ήταν εκτός (γιατί έχει πάει, υποτίθεται, στο νοσοκομείο για εξετάσεις), θα βρεθεί η ευκαιρία ώστε το «παράνομο» ζευγάρι να κάνει έρωτα (με όλα αυτά να κινηματογραφούνται βεβαίως, αφού το σπίτι ήταν γεμάτο με κρυφές κάμερες!). Κι ενώ συμβαίνει ό,τι συμβαίνει μπουκάρει στο σπίτι η αστυνομία, μαζί με φωτορεπόρτερ και τον ανάπηρο σύζυγο (όλοι ηθοποιοί) με τον Κ.Β. να συλλαμβάνεται επί μοιχεία (που ήταν αδίκημα τότε). Όλα αυτά κινηματογραφούνται βεβαίως!
Ο Κ.Β. μέσα στην έκπληξη και την απελπισία του αναφωνεί «καταστράφηκα... είμαι και δημόσιος υπάλληλος...», με τη στημένη μοιχεία να μετατρέπεται συν τω χρόνω σε στημένη ανάκριση! Εκεί, στο υποτιθέμενο ανακριτικό γραφείο, ο Κ.Β. αποκαλύπτεται πλήρως, σε σχέση με τα αισθήματά του. Ομολογεί πως η γυναίκα τού πούλησε «αγάπες και λουλούδια» και πως τον παρέσυρε, γιατί και ο ίδιος είχε θαμπωθεί από την προοπτική της «μεγάλης ζωής» που τον περίμενε, και τέλος πάντων ότι τα κίνητρα της σχέσης ήταν ευτελή και πως δεν υπήρχε έρωτας.
Η ανάκριση όμως, αίφνης, θα έπαιρνε άλλη τροπή. Τους αστυνομικούς (ηθοποιοί) δεν τους ενδιαφέρει πλέον το θέμα της μοιχείας, αλλά το γεγονός πως ο ανάπηρος και πλούσιος σύζυγος ήταν μπλεγμένος σε υπόθεση κατασκοπείας εις βάρος της χώρας! Ο Κ.Β. καθώς το ακούει ωρύεται! Υποστηρίζει πως δεν έχει ουδεμία σχέση με όλα αυτά, πως δεν ήξερε από πριν το ζευγάρι, και πως σε κάθε περίπτωση είναι «καθαρός» και αμέτοχος. Τότε οι ανακριτές του λένε πως συγκεκριμένος φίλος του (η παραγωγή γνώριζε προφανώς τους αληθινούς φίλους τού Κ.Β., αφού τον παρακολουθούσε) ομολόγησε πως ήξερε τον πλούσιο-ανάπηρο, ο οποίος έφερνε, παράνομα, όπλα στην Ελλάδα! Ο Κ.Β. τα έχει χάσει!
Ο άνθρωπος μπορεί να είχε μπλέξει σε μια τυπική υπόθεση μοιχείας, αλλά τώρα κινδύνευε να του απαγγελθούν κατηγορίες για «εσχάτη προδοσία»! Βλέπει τη ζωή και την καριέρα του να καταστρέφονται. Και κάπως έτσι επιχειρεί, λίγο άτσαλα, να αθωώσει τον εαυτό του, μπροστά στους ανακριτές, αρχίζοντας να καταδίδει συναδέλφους του στον ΟΤΕ, που, επί επταετίας, είχαν λερωμένη τη φωλιά τους και που επί μεταπολίτευσης πια θα ήταν «στα μέσα και στα έξω». Προσπαθεί να εμφανιστεί «θεσμικός» δηλαδή, αλλά μάλλον κάνει τα πράγματα χειρότερα.
Το σενάριο προέβλεπε έως και εικονική εκτέλεση(!) για το «πειραματόζωο», αλλά η παραγωγή κάπου είπε... μπάστα... μην το τραβήξουμε άλλο, γιατί ο άνθρωπος μπορεί να πάθει και τίποτα, μετά απ’ όλα αυτά, και να μας τρέχουν. Λες και όσα είχαν συμβεί μέχρι εκείνη τη στιγμή ήταν λίγα...
Στο τέλος ο Κ.Β. θα αφηνόταν ελεύθερος, με τους ανακριτές (ηθοποιοί) να του λένε πως πρέπει να κρατήσει το στόμα του κλειστό και πως σε κάθε άλλη περίπτωση θα κινδύνευε με εκτέλεση! Ο Κ.Β. φεύγει τρομαγμένος... Όλα αυτά, ήταν γυρισμένα βεβαίως, και θα αποτελούσαν την ταινία «Πειραματόζωο». Τι απέγινε μετά; Και αυτά έχουν ενδιαφέρον.
Ο Κ.Β. πληροφορείται (είτε γιατί μίλησε σε κάποιον εμπιστευτικά είτε από τις εφημερίδες) πως κάποιος σκηνοθέτης γυρίζει ταινία με πρωταγωνιστή εν αγνοία του (ο Κοκκόλης μιλούσε για το «Πειραματόζωο» στα μίντια), αναγνωρίζει σε αυτά που διαβάζει ή μαθαίνει τον εαυτό του και αποφασίζει να καταθέσει μήνυση κατά αγνώστων. Η αστυνομία (αληθινή αυτή τη φορά) ψάχνει την υπόθεση και αποκαλύπτεται το τι ακριβώς είχε συμβεί. Ο Κ.Β. μηνύει τον Κοκκόλη, ο οποίος τον Ιανουάριο του 1977 παραπέμπεται να δικαστεί για συκοφαντική δυσφήμιση δια του Τύπου, εξύβριση δια του Τύπου, ηθική αυτουργία σε παράνομη κατακράτηση και ηθική αυτουργία σε παράνομη βία.
Ο κατηγορούμενος σκηνοθέτης θα έλεγε στον Τύπο πως ο «πρωταγωνιστής» της ταινίας του είχε πιστέψει πως οι αστυνομικοί ήταν αληθινοί, με αποτέλεσμα να ομολογήσει και διάφορα άλλα μυστικά που γνώριζε, όπως για την κατάσταση που επικρατούσε στις υπηρεσίες του ΟΤΕ κατά την δικτατορία και ακόμη ότι και ο ίδιος είχε μπλεχθεί σε μια υπόθεση κατασκοπείας! Τέλος πάντων η δική θα αναβαλλόταν λόγω μη νομίμου κλητεύσεως του κατηγορουμένου, για να οριστικοποιηθεί τελικά η απόφαση από το τριμελές Εφετείο Αθηνών, τον Απρίλιο του ’77.
Εκεί ο Κ.Β. θα έλεγε πως ο Γιάννης Κοκκόλης θέλησε να γυρίσει «εκ του φυσικού» μια ταινία, και κάπως έτσι θα τον έμπλεκε σ’ αυτή την περιπέτεια, ρίχνοντάς μπροστά του, για δόλωμα, και μια άγνωστη γυναίκα. Θα έλεγε ακόμη πως ο Κοκκόλης τον παρακολουθούσε συνεχώς με αυτοκίνητα, μικρόφωνα και κάμερες, καταγράφοντας λεπτομέρειες της ζωής του και πως σε κάθε περίπτωση, με όλα αυτά, παραβίαζε το απόρρητο της ιδιωτικής ζωής του.
Ο σκηνοθέτης απολογούμενος θα ισχυριζόταν πως τα πράγματα είχαν έτσι ακριβώς, όπως τα έλεγε ο Κ.Β., με τη διαφορά ότι το έργο του δεν ήταν πορνογράφημα, αλλά ψυχογράφημα, και πως δεν ήθελε να προσβάλλει κανέναν. Ο εισαγγελέας θα πρότεινε την ενοχή του κατηγορουμένου, με το δικαστήριο να καταδικάζει τον Γιάννη Κοκκόλη σε 16 μήνες φυλάκιση – με τον σκηνοθέτη να ασκεί έφεση, στη συνέχεια και να αφήνεται ελεύθερος. Το «Πειραματόζωο», σαν ταινία πια, παραμένει έκτοτε επτασφράγιστο μυστικό.
Φώντας Τρούσας, Cult Όψεις του Ελληνικού Κινηματογράφου, εκδόσεις LIFO BOOKS
Προβλήθηκε ποτέ το «Πειραματόζωο»; Στην Ελλάδα, δημόσια, όχι. Υπάρχει, όμως, η αφήγηση του αιγυπτιώτη ηθοποιού, και συνεργάτη του Γιάννη Κοκκόλη, Πάνου Κατέρη (πρωταγωνιστής στις ταινίες του «Τετράγωνο», «Εις Θάνατον», «Αγωνία για τον Έρωτα» και «Μετοικεσία») έτσι όπως αυτή καταγράφεται στο βιβλίο του «Συνεχίζεται...» [Εκδόσεις «Δωδώνη», 1988], που μας πληροφορεί για κάτι ενδιαφέρον:
«Εδώ θα ήθελα να σταθώ λίγο στον Κοκκόλη που για μένα είναι μια μεγάλη παρεξηγημένη μορφή του κινηματογράφου μας. Η παρεξήγηση βέβαια δεν οφείλεται μόνο στους άλλους, αλλά φταίει κι ο ίδιος: φταίει ο χαρακτήρας του, ο τρόπος που σκέφτεται, ο τρόπος που αντιμετωπίζει τους άλλους. Έχει αυτή την τρέλα των μεγάλων καλλιτεχνών, αλλά είναι ανίκανος να την εκμεταλλευτεί. Δεν την εκμεταλλεύεται όπως ο Κολλάτος για παράδειγμα. Ο Κοκκόλης έχει γράψει σενάρια διεθνούς επιπέδου, με παγκόσμια διάσταση, αλλά που μένουν στο συρτάρι του. Αν και έχω μια υποψία ότι τα σκίζει όταν περάσει κάποιος χρόνος γιατί “δεν τον αντιπροσωπεύουν πια”. Μήπως δεν ήταν κάτι διεθνώς μοναδικό το “Πειραματόζωό» του; Έκανε μια ταινία που δεν ξανάγινε ποτέ στην παγκόσμια ιστορία του κινηματογράφου. Σα σύλληψη, σα θέμα, σαν τρόπος γυρίσματος. Δεν θα μπω σε λεπτομέρειες γι’ αυτή την ταινία, γιατί χρειάζεται ένα βιβλίο ολόκληρο κι αν έλεγα μόνο δυο λόγια θα την αδικούσα και θα την υποτιμούσα. Του κάνανε μηνύσεις, αγωγές, του την απαγόρευσαν, η γνωστή μας πια ιστορία. Πήραμε την ταινία υπό μάλης και την πήγαμε στο Παρίσι. Την δείξαμε στη γαλλική τηλεόραση όπου ενθουσιάστηκαν. Την είδαν αιθουσάρχες και παραγωγοί και την ύμνησαν και όταν κάποιο πρωί είχαμε ραντεβού να συζητήσουμε για την αγορά της με τους πιο σημαντικούς Γάλλους κινηματογραφιστές, ο Κοκκόλης δεν φάνηκε. Γύρισε αργά το βράδυ στο ξενοδοχείο λέγοντάς μου ότι πήγε μια μεγάλη βόλτα στο δάσος της Βουλώνης! Έτσι απλά. Αυτός είναι ο μεγαλοφυής τρελός Κοκκόλης».
[Οι φωτογραφίες, που συνοδεύουν το άρθρο, προέρχονται από το περιοδικό «Επίκαιρα», τεύχος #420, 19-25 Αυγ. 1976, κείμενο της Λιάνας Κανέλλη, όπως και από το περιοδικό «Κινηματογραφιστής», τεύχος #9, Μάιος-Ιούν. 1999, κείμενο του Γιάννη Ράγκου]
[πρώτη δημοσίευση του κειμένου στο βιβλίο «Cult Όψεις του Ελληνικού Κινηματογράφου», στις εκδόσεις LiFO Books, Οκτώβριος 2024]