Γεννημένος λίγα χρόνια πριν από τη γερμανική κατοχή σ’ ένα μικρό χωριό της Άρτας, ο Λάκης δεν έμαθε γράμματα στη ζωή του, αφού παράτησε από μικρό παιδί το σχολείο για να δουλέψει, καθώς η οικογένειά του βαριανάσαινε από τη φτώχεια. Σε ηλικία μόλις 2 ετών έμεινε ορφανός από μάνα και όταν αργότερα οι δύο μεγαλύτερες αδελφές του έφυγαν για να αναζητήσουν μια καλύτερη τύχη στην πόλη, έμεινε με τον πατέρα του. Δύσκολη η επιβίωση στο χωριό. Που την έκαναν δυσκολότερη ένας ανήμπορος πατέρας και μια κοινωνία που εκείνα τα χρόνια είχε ελάχιστες ευκαιρίες να μορφωθεί και να προκόψει. Με μοναδικό ενδιαφέρον τα βαμβακοχώραφα για τον επιούσιο, και το κυνήγι για την διασκέδαση.
Ο Λάκης είχε μεράκι να γίνει χωροφύλακας, αλλά η τραγική οικονομική κατάσταση της οικογένειάς του τον ανάγκασε να εγκαταλείψει το σχολείο μόλις τελείωσε τη Δευτέρα Δημοτικού για να βγει στο μεροκάματο και οδήγησε στη ζητιανιά τον πατέρα του, που μετά το θάνατο της γυναίκας του πάλευε μόνος. Τον έβλεπε να προσπαθεί καθημερινά να ζυμώσει ψωμί για τα ταΐσει τα παιδιά του και στο εφηβικό του μυαλό σκεφτόταν πόσο πιο όμορφη θα ήταν η ζωή του εάν έπαιρνε μια γυναίκα να κάνει αυτές τις δουλειές, να του χαρίζει φροντίδα και αγάπη. Μόλις στα 17 του παντρεύτηκε για να νιώσει λίγη οικογενειακή θαλπωρή. Όμως, η γυναίκα του πέθανε πάνω στη γέννα μαζί με το μωρό. Μετά από ένα χρόνο έκανε δεύτερο γάμο, πάλι με προξενιό, από τον οποίο απέκτησε τέσσερις κόρες.
Οι χωριανοί τον έβλεπαν μ’ αυτό το αιμοβόρο παρουσιαστικό, με το τραχύ πρόσωπο και το παχύ μουστάκι, να φτάνει συχνά στην πλατεία, φορτωμένος σκοτωμένα πουλιά. Ήταν τα «λάφυρα», με τα οποία προσπαθούσε να «κλέψει» λίγο σεβασμό και αγάπη από την μικρή κοινωνία του χωριού, που δεν τον είχε και σε μεγάλη υπόληψη. Κανείς δεν τον έπαιρνε στα σοβαρά, ούτε έδινε σημασία στα παχιά του λόγια. Έως το μοιραίο βράδυ της 15ης Μαρτίου 1985.
Στο πόντκαστ μιλούν οι δημοσιογράφοι Πάνος Σόμπολος και Βασίλης Παππάς, καθώς και η ψυχολόγος και εγκληματολόγος Ιωάννα Σκλιάμη.
