Ο 54χρονος χειρουργός Νίκος Γιαννόπουλος, παιδί εννιαμελούς οικογένειας από το Βαρθολομιό Ηλείας, ήταν από τετραετίας διευθυντής στην Α’ Χειρουργική Κλινική του Ευαγγελισμού, εγνωσμένης αξίας επιστήμονας, με σπουδές στην Ελλάδα και τη Γερμανία, υφηγητής στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, αγαπητός σε ασθενείς και συναδέλφους, συμμαθητής, προσωπικός φίλος και γιατρός του πρωθυπουργού Κωνσταντίνου Καραμανλή. Ήταν επίσης αρχίατρος στον Οργανισμό Λιμένος Πειραιώς. Όλοι είχαν να λένε για το πόσο καλός γιατρός και άνθρωπος ήταν, καθώς χειρουργούσε και περιέθαλπε τους ασθενείς του ακόμη κι αν η οικονομική τους κατάσταση δεν τους επέτρεπε να αντεπεξέλθουν στα ιατρικά έξοδα.
Τον Οκτώβριο του 1961 η αγαπημένη του Φιφή έφυγε από τη ζωή μόλις στα 48 της χρόνια, χτυπημένη από τη λευχαιμία. Ο κόσμος του γκρεμίστηκε, αλλά έπρεπε να βρει τη δύναμη να σταθεί στα πόδια του, αν μη τι άλλο για χάρη της κόρης του, της Κλαίρης, που ήταν 21 ετών. Αποφάσισε να την στείλει στο Μόναχο για σπουδές. Το διάβασμα θα μπορούσε να της απαλύνει τον πόνο. Κι εκείνος θα προσπαθούσε να ξεχάσει, δουλεύοντας με τις ώρες στον Ευαγγελισμό. Όμως τα Χριστούγεννα ήταν μοναχικά. Στολίδια, γιρλάντες, πολύχρωμα φώτα, τίποτα δεν τον άγγιζε. Δεν θα άντεχε να περάσει και το Πάσχα μόνος του στην Αθήνα. Κάθισε και έγραψε στην Κλαίρη ένα γράμμα. Σε τρεις μέρες, δηλαδή την Παρασκευή πριν από το Σάββατο του Λαζάρου, θα έφευγε για τη Γερμανία, να κάνουν μαζί Πάσχα στο Μόναχο.
Ήταν 8 και τέταρτο το πρωί, Τρίτη, 17 Απριλίου 1962. Ο 54χρονος χειρουργός βγήκε από το σπίτι του, επί της οδού Μουρούζη 7 κοντά στην πλατεία Ρηγίλλης, κρατώντας την τσάντα του και το γράμμα που είχε γράψει στην Κλαίρη. Πήγε στο περίπτερο, αγόρασε την εφημερίδα του και ένα γραμματόσημο και κατευθύνθηκε προς το γραμματοκιβώτιο έξω από το κτίριο του Εθνικού Ιδρύματος Ραδιοφωνίας. Έριξε μέσα τον φάκελο, αλλά προτού κάνει λίγα βήματα βρέθηκε αντιμέτωπος με έναν άνδρα που κρατούσε κυνηγετικό όπλο, κρυμμένο μέσα σε μια εφημερίδα.
Στο πόντκαστ ο δρ. Εγκληματολογίας και δικηγόρος Παναγιώτης Παπαϊωάννου μιλά για τα χαρακτηριστικά του εγκλήματος και τον «ημιοργανωμένο» τρόπο εκτέλεσης και σχολιάζει την απόφαση του δικαστηρίου.
