Ράνια (Ράια) Χαρλαμπίδη: «Τις οικογένειες για τις οποίες δούλεψα τις αισθάνομαι δικές μου» Facebook Twitter
Όταν πρωτοήρθα, συνάντησα μια άλλη Ελλάδα από αυτήν που βιώνουμε σήμερα. Έχουν αλλάξει πολλά, δεν αισθάνομαι βέβαια τον ρατσισμό, αλλά υπάρχει ανασφάλεια και έλλειψη εμπιστοσύνης στους ανθρώπους. Φωτ.: Freddie F./ LIFO

Ράνια (Ράια) Χαρλαμπίδη: «Τις οικογένειες για τις οποίες δούλεψα τις αισθάνομαι δικές μου»

0

Γεννήθηκα στη Γεωργία, στην περιοχή Πορτζόμι, ένα μεγάλο και χιονισμένο βουνό του Καυκάσου, που σήμερα είναι πολύ τουριστικό μέρος. Τα πρώτα μου χρόνια, ομολογώ, δεν θυμάμαι να είχαμε τόσο μεγάλες δυσκολίες, ευτυχώς υπήρχαν ακόμα δουλειές και διάφορα εργοστάσια στην περιοχή, που έβγαζαν από αυτοκίνητα μέχρι έπιπλα, κρύσταλλα, ρούχα και παπούτσια. Όταν όμως κατέρρευσε η Σοβιετική Ένωση, δυστυχώς αυτά διαλύθηκαν, μείναμε χωρίς δουλειά, μπήκαμε στην παγκόσμια αγορά με κακό σχεδιασμό και πουλούσαμε τα προϊόντα σε τιμές-χάρισμα. Εγώ είχα σπουδάσει νοσηλεύτρια στο Κουτάισι, μια παραθαλάσσια πανέμορφη πόλη στην Κολχίδα, όπου έμεναν πολλοί μας συγγενείς. Δεν έβρισκα τρόπο να αξιοποιήσω τις σπουδές μου όμως.

• Η ιστορία της μετανάστευσής μου ξεκινά με δυσκολίες. Το 1990, ο άνδρας μου έφυγε ξαφνικά από τη ζωή από ένα αυτοκινητικό δυστύχημα. Ήταν ακριβώς 44 χρονών. Έμεινα μόνη μου με δυο παιδιά ορφανά και έναν πατέρα ηλικιωμένο. Στη Γεωργία τότε η κατάσταση ήταν αφόρητη. Δεν έβρισκα να δουλέψω, δεν μπορούσα να προσφέρω στα παιδιά μου τίποτα, ούτε είχα ξεκάθαρο σκοπό στη ζωή μου. Τα παιδιά μου ήταν ακόμα πολύ μικρά, ο Μιχάλης μου ήταν 14 χρονών, η Νάζη μόλις 10. Ήταν πολύ αγαπητός ο άντρας μου και η οικογένεια του, αλλά φαντάζεστε πόσο δύσκολη είναι η ζωή όταν είσαι μια μόνη μητέρα με δύο παιδιά, σε μια χώρα που δεν μπορεί να σου προσφέρει τίποτα.

Η καταγωγή της οικογένειάς μου είναι από τον Πόντο, και ποτέ στη Γεωργία δεν μας θεώρησαν δεύτερης κατηγορίας. Οι παππούδες μου και τα πεθερικά μου έφτασαν στην περιοχή ως πρόσφυγες το 1920 από τη Μικρά Ασία, διέσχισαν με καράβι τη Μαύρη Θάλασσα και εγκαταστάθηκαν στη Γεωργία. 

• Εκείνα τα χρόνια, σιγά σιγά, ο κόσμος άρχιζε να φεύγει και κατά κύριο λόγο να πηγαίνει στην Τουρκία για να βρει δουλειά. Εγώ, βέβαια, δεν ήθελα να πάω με τίποτα, μου φαινόταν πολύ δύσκολο. Ωστόσο, όταν ξεκίνησαν πολλοί Έλληνες ποντιακής καταγωγής να κατεβαίνουν στην Ελλάδα, έμαθα πως τους δέχονταν λόγω της καταγωγής τους και τους έδιναν βίζα, όπως και σ’ εμάς, που ήμασταν Πόντιοι. Βέβαια επαφές δεν είχαμε, ούτε τηλέφωνα, αλλά, ευτυχώς, όποιος επέστρεφε στα μέρη μας, μας μετέφερε τα νέα. Έτσι λοιπόν, μια μέρα γύρω στο 1992 επέστρεψε στη Γεωργία ο ξάδελφος του άντρα μου, που εδώ και χρόνια μένει πλέον στην Κατερίνη. Ήρθε κατευθείαν στο σπίτι μου ο άνθρωπος, γιατί ήθελε να μάθει πώς τα βγάζουμε πέρα, και μου εξήγησε τη διαδικασία. «Μπορείς να έρθεις και συ, Ράνια, ευχαρίστως θα σε φιλοξενήσουμε εμείς για μερικούς μήνες, να μαζέψεις μερικές δεκάδες χιλιάδες δραχμές, δουλεύοντας κάποιους μήνες, ώστε να βοηθήσεις τα παιδιά σου». Έτσι, λοιπόν, αποφάσισα κι εγώ να κατέβω στην Ελλάδα.

• Έφτασα στην Κατερίνη τον Δεκέμβρη του 1996, αφού άφησα πρώτα τα παιδιά μου στην αδελφή μου για να τα κρατήσει. Αμέσως άρχισα να αναζητώ ευκαιρίες και δουλειές, η Κατερίνη όμως ήταν μικρή πόλη και δεν ήταν καθόλου εύκολο. Ευτυχώς, κάποιος γνωστός μας είπε πως στην Αθήνα υπήρχαν γραφεία εύρεσης εργασίας, έτσι, μετά από λίγο, κατέβηκα στην πρωτεύουσα. Αμέσως βρέθηκε μια ηλικιωμένη κυρία στην Ηλιούπολη που αναζητούσε μια κοπέλα στην ηλικία μου. Όταν, μάλιστα, της είπαν πως είμαι Πόντια από τη Γεωργία χάρηκε αφάνταστα. Χάρηκα κι εγώ που μια οικογένεια με καλοδέχτηκε στο σπίτι της, για να προσέξω μια κυρία μεγάλης ηλικίας, που ήταν μόνη της στο σπίτι. Ήταν χρυσός άνθρωπος η κυρία Στέλλα και κοντά της, μετά από μερικούς μήνες, ξεκίνησα δειλά δειλά να καταλαβαίνω και να μιλάω τα ελληνικά. Εκείνη τριγυρνούσε στο σπίτι και μου έδειχνε τα αντικείμενα κι εγώ είχα το τετράδιό μου και έγραφα τις λέξεις.

Ράνια (Ράια) Χαρλαμπίδη: «Τις οικογένειες για τις οποίες δούλεψα τις αισθάνομαι δικές μου» Facebook Twitter
Οι Έλληνες και οι Γεωργιανοί έχουμε πολλά κοινά, από τη θρησκεία μέχρι την πίστη μας στην αξία της οικογένειας. Οι συνήθειές μας μοιάζουν πολύ, και ιστορικά είμαστε δυο λαοί πολύ αγαπημένοι. Φωτ.: Freddie F./ LIFO

• Τις πρώτες μέρες δεν αντιμετώπισα δυσκολίες με τους ανθρώπους αλλά τον πόνο τού να είμαι μακριά από τα παιδιά μου. Είχαμε τις τηλεκάρτες τότε και επικοινωνούσαμε, και ευτυχώς με άφηνε η κυρία Στέλλα να τηλεφωνώ και από το σταθερό για να μαθαίνω τα νέα τους. Ήταν αφάνταστα δύσκολο, παρότι ήμουν κοντά σε μια υπέροχη οικογένεια, να βρίσκομαι τόσο μακριά από τη δική μου. Τα βράδια δεν με έπαιρνε ο ύπνος, δεν μπορούσα να ησυχάσω μακριά τους. Τι να κάνουν, πώς διαβάζουν, πως ντύνονται, νιώθουν αγάπη; Αυτές είναι οι ανησυχίες της μάνας. Έκλαιγα ασταμάτητα και στριφογυρνούσα στο κρεβάτι μου ξανά και ξανά, και κάπως έτσι περνούσαν οι μέρες και οι νύχτες. 

• Το 1999 κατόρθωσα επιτέλους να πάρω την πράσινη κάρτα και μπορούσα πια να επιστρέψω στα παιδιά μου. Δηλώθηκα πως είμαι εδώ και έβαλα όλη αυτήν τη γραφειοκρατία σε μια σειρά. Ήταν δαιδαλώδης διαδικασία όταν την ξεκίνησα, έπρεπε να πηγαίνω συνεχώς στο Γραφείο Αλλοδαπών, χωρίς να ξέρω τη γλώσσα, τους ανθρώπους. Ευτυχώς, οι οικογένειες στις οποίες δούλευα πάντοτε με διευκόλυναν. Η κυρία Στέλλα ήταν πολύ μεγάλη σε ηλικία, δεν μπορούσε φυσικά να με συνοδεύσει, αλλά πάντοτε μου έγραφε ένα σημείωμα με τη διεύθυνση του σπιτιού μας, τις οδηγίες για τα χαρτιά και μου έδινε μαζί και χρήματα για πληρώνω το ταξί να με πηγαίνει στο υπουργείο Δικαιοσύνης. Σιγά σιγά τα κατάφερα.

• Στη συνέχεια επέστρεψα μαζί με τα παιδιά μου από τη Γεωργία και αφού άλλαξα διάφορες δουλειές, βρέθηκα για ένα διάστημα να προσέχω τα παιδιά μιας οικογένειας. Τα μεγάλωσα ως babysitter τους, τα φρόντιζα και τους μαγείρευα, παίζαμε μαζί και πηγαίναμε βόλτες στο πάρκο. Ήταν πολύ χαριτωμένα πλάσματα, και μέχρι σήμερα τα έχω στην καρδιά μου σαν δική μου οικογένεια. Ύστερα, γύρω στο 2001, πήγα στο Ερρίκος Ντυνάν όπου εργάστηκα ως νοσηλεύτρια και έμεινα στο νοσοκομείο περίπου τεσσεράμισι χρόνια. 

• Μια μέρα, το 2006, αφού πλέον είχα αρχίσει να έχω προβλήματα με τη μέση μου και κουραζόμουν πολύ στο νοσοκομείο, από μια γνωστή μου οικογένεια έμαθα πως μια ηλικιωμένη κυρία αναζητούσε μια κοπέλα για παρέα. Πήγα μήνα Μάρτιο, λοιπόν, να συναντήσω την κυρία Μαρία, την εποχή που η Νάζη μου ήταν έγκυος με τον Νικόλα, το πρώτο της παιδί. Τα θυμάμαι ως τα πιο ευτυχισμένα χρόνια της ζωής μου ‒ και η κυρία Μαρία ήταν τότε ακόμα πολύ καλά στην υγεία της. Θυμάμαι, όταν τη συνάντησα αρχικά, στο πρώτο μας ραντεβού, αφού πρώτα συζητήσαμε, τη ρώτησα: «Κυρία Μαρία, να σας ρωτήσω κάτι, πού είναι η γιαγιά που θα προσέχω;». «Εγώ είμαι!» μου απάντησε χαμογελώντας πονηρά. «Μα τι λέτε, εσείς είστε η γιαγιά; Αφού είστε σαν και μένα, τι έχετε να σας φροντίζω;» της είχα αποκριθεί. «Ακόμα καλά είμαι, δεν έχω κάτι για να με φροντίσεις», είχε πει. «Θέλω απλώς να έχω μια παρέα, να μην είμαι μόνη μου».

• Περάσαμε υπέροχα χρόνια με την κυρία Μαρία. Παντού πηγαίναμε παρέα ‒ τι εστιατόρια και καφέδες, βαφτίσια και γάμους, επισκέψεις και υποδοχές στο σπίτι. Μόνο γλυκιές αναμνήσεις έχω και μέχρι σήμερα αγαπώ όλη της την οικογένεια σαν να είναι αδέλφια μου. Αυτό είναι το υπέροχο για μένα, αισθάνομαι σαν να έχω μία ακόμα δική μου οικογένεια στην Ελλάδα. Δεν έχω τα λόγια να τα περιγράψω πιο όμορφα.

Ράνια (Ράια) Χαρλαμπίδη: «Τις οικογένειες για τις οποίες δούλεψα τις αισθάνομαι δικές μου» Facebook Twitter
Αισθάνομαι τόσο περήφανη για την κόρη μου, που τα κατάφερε, και για μένα, που άρπαξα τις ευκαιρίες που μου δόθηκαν στην Ελλάδα. Φωτ.: Freddie F./ LIFO

• Είναι, βέβαια, δύσκολο να χάνεις τους ανθρώπους που προσέχεις. Μέχρι και σήμερα μου είναι αδύνατο να ξεχάσω την κυρία Μαρία, τόσο δέθηκα μαζί της. Ήταν ο πιο γλυκός άνθρωπος, ποτέ δεν μου έκανε ούτε το παραμικρό παράπονο. Μια μέρα τη χτύπησε αυτοκίνητο την καημένη, μετά το ατύχημα αρρώστησε και δυστυχώς πήρε την κάτω βόλτα. Δεν θα ξεχάσω ποτέ όταν με κοίταξε με δάκρυα στα μάτια και μου είπε: «Ράνια, μη με αφήσεις ποτέ. Κάτσε μαζί μου, και ας φύγω στα χέρια σου». Κι εγώ δεν ήθελα με τίποτα να την αφήσω σε ξένα χέρια. Ακόμα θυμάμαι πώς με χάιδευε, ακόμα κι όταν ήταν δύσκολα ‒ είχε πλέον χάσει τη μνήμη της και δεν μπορούσε να μιλήσει πολύ. Κάθε βράδυ, όμως, μου ζητούσε να κάθομαι δίπλα της. «Φοβάμαι τον θάνατο, Ράνια μου, μα όταν σε έχω δίπλα μου δεν τον φοβάμαι», μου έλεγε. Κι εγώ καθόμουν για ώρες δίπλα της, στο κρεβάτι της.

• Αν δεν είχα ζήσει τον τραγικό θάνατο του γιου μου, του Μιχάλη, ίσως σήμερα να ήμουν ευτυχισμένη. Τώρα είμαι μονάχα μια πικραμένη μάνα, επειδή πριν από κάποια χρόνια έχασα ξαφνικά το ίδιο το παιδί μου. Δεν υπάρχει μεγαλύτερη δυσκολία και βαρύτερος πόνος στη ζωή. 

• Όταν ήρθε η κόρη μου μαζί μου, και ξεκινούσε τη ζωή της στην Ελλάδα, ήθελε πάση θυσία να σπουδάσει. Δεν ήθελε να μιλάει ελληνικά έτσι χύμα και λάθος, όπως τα έμαθα εγώ. Πήγε, λοιπόν, στου Ζωγράφου, στο Πανεπιστήμιο, και γράφτηκε για να μάθει να διαβάζει τη γλώσσα σωστά και όμορφα. Για μένα είναι τεράστια η χαρά που κατάφερε να μάθει ελληνικά, και από εκεί να πάρει το δίπλωμά της και να προκόψει. Στην αρχή έβρισκε δουλειές, έκανε babysitting σε μια γνωστή μας οικογένεια, στη συνέχεια δούλεψε σε αλυσίδες σούπερ-μάρκετ και καφέ. Πήρε τα μαθήματά της από όλα αυτά και το 2019 έφτασε να κυνηγήσει τον στόχο και όνειρό της και άνοιξε το Tone House, έναν φούρνο που φτιάχνει παραδοσιακές γεωργιανές πίτες και ψωμί και γλυκά. «Tone» είναι ο πήλινος φούρνος όπου φτιάχνουμε ψωμί, πάντοτε με υγιεινό προζύμι, πέρα ως πέρα σπιτικό, όλα ζυμωμένα με το χέρι. 

• Αισθάνομαι τόσο περήφανη για την κόρη μου, που τα κατάφερε, και για μένα, που άρπαξα τις ευκαιρίες που μου δόθηκαν στην Ελλάδα. Νιώθω επίσης απεριόριστη ευγνωμοσύνη που οι οικογένειες για τις οποίες δούλεψα με έκαναν να αισθάνομαι καλά, να μην έχω πίκρες από κανέναν, βοήθησαν να ανοίξει ο δρόμος εδώ για την οικογένειά μου, δείχνοντάς μας εμπιστοσύνη. Έχει μεγάλη σημασία το να περιτριγυρίζεσαι από καλούς ανθρώπους. Καταλήγεις να αγαπάς και την οικογένεια που σε εμπιστεύεται αλλά και την ίδια την χώρα.

• Οι Έλληνες και οι Γεωργιανοί έχουμε πολλά κοινά, από τη θρησκεία μέχρι την πίστη μας στην αξία της οικογένειας. Οι συνήθειές μας μοιάζουν πολύ, και ιστορικά είμαστε δυο λαοί πολύ αγαπημένοι. Η καταγωγή της οικογένειάς μου είναι από τον Πόντο, και ποτέ στη Γεωργία δεν μας θεώρησαν δεύτερης κατηγορίας. Οι παππούδες μου και τα πεθερικά μου έφτασαν στην περιοχή ως πρόσφυγες το 1920 από τη Μικρά Ασία, διέσχισαν με καράβι τη Μαύρη Θάλασσα και εγκαταστάθηκαν στη Γεωργία. 

• Πριν από κάποια χρόνια, μετά τις αφάνταστα οδυνηρές απώλειες που βίωσα, η Νάζη μου έφερε στη ζωή το δεύτερο εγγονάκι μου. Αυτό ήταν για μένα χάρισμα Θεού, κλειδί της καρδιάς μου που την άνοιξε και πάλι διάπλατα. Κάτι σου δίνει η ζωή και κάτι σου παίρνει, και αν πήρε από μένα πολλά, μου χάρισε αυτό το γλυκό πλάσμα. Βλέπω τα εγγονάκια μου και παρότι είναι πολύ δύσκολο για όλους μας που χάσαμε τον Μιχάλη μας, η ζωή συνεχίζεται και ας μη φεύγει ποτέ το βάρος της απώλειας για τη μάνα.

• Ο μεγάλος μου εγγονός, ο Νικόλας, έχει πλέον μεγαλώσει, έχει κλείσει τα 15 και έχει κλίση στα μαθηματικά. Τα εγγόνια μας είναι δυο φορές παιδιά μας, που λένε και οι Έλληνες. Τον μεγάλωσα στο σπίτι της κυρίας Μαρίας και ακόμα και τα χρόνια που ήταν βυθισμένη στην άνοια και δεν ξεστόμιζε κουβέντα, είχε πάντα την προσοχή της στο εγγονάκι μου. Δεν θα το ξεχάσω ποτέ.

cover
Το νέο τεύχος της LiFO δωρεάν στην πόρτα σας με ένα κλικ.

• Όταν πρωτοήρθα, συνάντησα μια άλλη Ελλάδα από αυτήν που βιώνουμε σήμερα. Έχουν αλλάξει πολλά, δεν αισθάνομαι βέβαια τον ρατσισμό, αλλά υπάρχει ανασφάλεια και έλλειψη εμπιστοσύνης στους ανθρώπους. Τότε θυμάμαι καθαριότητα, ομορφιές, ο κόσμος μού απαντούσε πρόθυμα όταν ζητούσα βοήθεια με τα σπασμένα ελληνικά μου. Ήταν όλα πιο ανθρώπινα. Σήμερα όλοι φοβούνται μην τυχόν σου αρπάξει κανείς την τσάντα. Τη δεκαετία της κρίσης ήταν πολύ δύσκολα τα πράγματα και για μένα, όπως και για όλους τους Έλληνες. Το ίδιο αισθανόμασταν όλοι, όπως και σήμερα, που οι μισθοί και οι συντάξεις δεν φτάνουν. Πολύς κόσμος δεν αντέχει, και αξίζει να λέμε την αλήθεια. 

• Επιστρέφω καμιά φορά στη Γεωργία. Τώρα που μεγάλωσα αισθάνομαι ακόμα περισσότερο πως είναι η πατρίδα μου. Στην Ελλάδα, βλέπεις, δεν μπόρεσα να αποκτήσω δικό μου διαμέρισμα. Και δεν θα μπορέσω ποτέ να πληρώσω ενοίκιο με τη σύνταξη που περιμένω να πάρω, κι ας έχω συγκεντρώσει όλα τα ένσημα. Έχω, λοιπόν, στην πατρίδα μου το σπίτι μου και θα γυρίσω εκεί να περάσω τα γεράματά μου. Δυστυχώς, δεν είχα τη δυνατότητα να μαζέψω τα χρήματα για να πάρω δικό μου διαμέρισμα, επειδή ήμουν μια χήρα με δυο ορφανά παιδιά και έναν ηλικιωμένο πατέρα που έπρεπε να βοηθήσω. Ελπίζω η επόμενη γενιά να τα καταφέρει.

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO.

Το νέο τεύχος της LiFO δωρεάν στην πόρτα σας με ένα κλικ.

Θέματα
0

ΑΦΙΕΡΩΜΑ

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ

«Μη μας ρωτάς από πού είμαστε. Είμαστε 100% Ελληνίδες και 100% Νιγηριανές»

ΟΙ ΑΛΛΟΙ / «Είμαστε και Ελληνίδες, και Νιγηριανές»

Γεννημένες στην Αθήνα από Νιγηριανούς γονείς, η Ειρήνη και η Σοφία Oυκπέμπορ έμαθαν να διεκδικούν χώρο, από τα σχολικά προαύλια των Αμπελοκήπων και τις πολυπολιτισμικές γειτονιές της Κυψέλης μέχρι το παρκέ του «Φιλαθλητικού» και το δικό τους εναλλακτικό κομμωτήριο.
ΜΕΡΟΠΗ ΚΟΚΚΙΝΗ
Η Έμιλι Μπροντέ άναψε και πάλι φωτιές

The Review / Η Έμιλι Μπροντέ άναψε και πάλι φωτιές

Η ταινία της Έμεραλντ Φένελ «Ανεμοδαρμένα Υψη», αν και πολυαναμενόμενη, κατακρεουργήθηκε από την παγκόσμια κριτική. Η Βένα Γεωργακοπούλου και η συγγραφέας και σεναριογράφος Κάλλια Παπαδάκη, έχοντας και οι δυο ξαναδιαβάσει το κλασικό αριστούργημα του 1847 και δει την ταινία, κουβεντιάζουν σχετικά
ΒΕΝΑ ΓΕΩΡΓΑΚΟΠΟΥΛΟΥ
Στάθης Καλύβας: «Όταν τελειώσεις το σχολείο, το μόνο που θες είναι να το ξεχάσεις»

LiFO Talks / Στάθης Καλύβας: «Όταν τελειώσεις το σχολείο, το μόνο που θες είναι να το ξεχάσεις»

Με αφορμή το νέο του βιβλίο, ο καθηγητής στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης αμφισβητεί τον μύθο της πολιτιστικής «ερήμου» στη δικτατορία, σχολιάζει τη σημερινή πολιτική συγκυρία και τον τρόπο που διδάσκεται η Ιστορία, δίνοντας παράλληλα τη δική του ερμηνεία στο γιατί «οι άνθρωποι σήμερα στριμώχνονται στα μπαρ της Αθήνας».
ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΝΤΑΖΟΠΟΥΛΟΣ
Το ένοχο μυστικό στο τζακούζι και η γυναίκα-«αράχνη»

Αληθινά εγκλήματα / Το ένοχο μυστικό στο τζακούζι και η γυναίκα-«αράχνη»

Ο δημοσιογράφος Νίκος Τσέφλιος ερευνά και αφηγείται μια πρωτοφανή υπόθεση που εκτυλίχθηκε στο Διακοπτό της Αχαΐας τον Μάιο του 2009 και αποκάλυψε την εγκληματική δράση μιας γυναίκας-«αράχνης».
ΝΙΚΟΣ ΤΣΕΦΛΙΟΣ
«Βρίσκουμε κυβερνοδραστηριότητα από Τούρκους, Ρώσους και Κινέζους»

LIFO POLITICS / «Βρίσκουμε κυβερνοδραστηριότητα από Τούρκους, Ρώσους και Κινέζους»

Ο διοικητής της Εθνικής Αρχής Κυβερνοασφάλειας Μιχάλης Μπλέτσας μιλά στο «Lifo Politics» για τις κυβερνοεπιθέσεις και τα social media που χειραγωγούν ψηφοφόρους. Aποκαλύπτει, επίσης, ότι η Αρχή έχει εντοπίσει κυβερνοδραστηριότητα που αποδίδεται σε ξένους κρατικούς ή παρακρατικούς παράγοντες.
ΒΑΣΙΛΙΚΗ ΣΙΟΥΤΗ
Ήταν, τελικά, λευκή ή μαύρη η Ωραία Ελένη;

Lifo Videos / Ήταν, τελικά, λευκή ή μαύρη η Ωραία Ελένη;

Στο νέο επεισόδιο του «Newsroom» ο Θοδωρής Κουτσογιαννόπουλος μιλάει για τη μεγάλη αντιπαράθεση που έχει ξεσπάσει σχετικά με το ζήτημα της «μαύρης» Ωραίας Ελένης που υποτίθεται χρησιμοποιεί ο σκηνοθέτης Κρίστοφερ Νόλαν στην ταινία του «Οδύσσεια».
ΤΙΝΑ ΜΑΝΔΗΛΑΡΑ
Χαράλαμπος Μουτσόπουλος: «Οι ομαδούλες αντιεμβολιαστών λένε μπούρδες»

Άκου την επιστήμη / Χαράλαμπος Μουτσόπουλος: «Οι ομαδούλες αντιεμβολιαστών λένε μπούρδες»

Ποια είναι η αλήθεια για τα αυτοάνοσα νοσήματα; Πόσο ρόλο παίζουν το στρες και οι γενετικοί παράγοντες; Και τι ισχύει τελικά για τα εμβόλια; Ο διακεκριμένος ακαδημαϊκός Χαράλαμπος Μ. Μουτσόπουλος απαντά.
ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΝΤΑΖΟΠΟΥΛΟΣ
Κατερίνα Μάτσα: «Οι εξαρτημένοι αντιμετωπίζονται πια ως περιττοί πληθυσμοί»

Lifo Videos / Κατερίνα Μάτσα: «Οι εξαρτημένοι αντιμετωπίζονται πια ως περιττοί»

Η ψυχίατρος Κατερίνα Μάτσα, από τα ιδρυτικά πρόσωπα του 18 Άνω, περιγράφει πώς, μέσα στη βαρβαρότητα που επικρατεί στο Δαφνί, γεννήθηκε μια «όαση» αξιοπρέπειας και γιατί σήμερα η διάλυση των «στεγνών» προγραμμάτων απεξάρτησης συνδέεται με τη λογική των «περιττών πληθυσμών».
ΜΕΡΟΠΗ ΚΟΚΚΙΝΗ
«Αν δεν είχα πάρει στο Χαμόγελο του Παιδιού, ίσως να μην υπήρχα σήμερα»

Lifo Videos / «Χωρίς το Χαμόγελο του Παιδιού, ίσως να μην υπήρχα σήμερα»

Η Μαρία Χριστίνα μεγάλωσε με τη γιαγιά της, ανάμεσα σε υφάσματα, ραπτομηχανές και αγάπη. Η δημιουργία ήταν πάντα το καταφύγιό της. Όταν η ζωή της σκοτείνιασε, ένα τηλεφώνημα στο 1056 τής έσωσε τη ζωή. Από τότε έμαθε να κοιτάει μόνο μπροστά.
ΜΙΝΑ ΚΑΛΟΓΕΡΑ
Mercosur: Ευκαιρία ή απειλή για την ελληνική γεωργία;

H κατάσταση των πραγμάτων / Mercosur: Ευκαιρία ή απειλή για την ελληνική γεωργία;

Τι σηματοδοτούν οι νέες εμπορικές συμφωνίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης οι οποίες επανακαθορίζουν τους όρους του ανταγωνισμού, θέτοντας κρίσιμα ερωτήματα για το μέλλον της ελληνικής παραγωγής; Ο Δημήτρης Μπιλάλης, πρόεδρος του Τμήματος Επιστήμης Φυτικής Παραγωγής, εξηγεί.
ΝΤΙΝΑ ΚΑΡΑΤΖΙΟΥ
Χαρούλα Σπινθηροπούλου, η κυρία του Ξινόμαυρου

Το κρασί με απλά λόγια / Χαρούλα Σπινθηροπούλου, η κυρία του Ξινόμαυρου

Από το Ροδοχώρι Νάουσας μέχρι το Μονπελιέ, και από τα πρώτα αμπέλια μέχρι την καταγραφή της ιστορίας του ελληνικού κρασιού, η «Χαρούλα του κρασιού» ξεδιπλώνει μια ζωή αφιερωμένη στη γνώση, με επιμονή και πάθος.
ΥΡΩ ΚΟΛΙΑΚΟΥΔΑΚΗ | ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΟΡΦΑΝΙΔΗΣ
Κράτος σε ετοιμότητα και δανεική ζωή

Άλλο ένα podcast 3.0 / Κράτος σε ετοιμότητα και δανεική ζωή

Βρέχει μία ώρα και η μισή Ελλάδα γίνεται Βενετία. Μετά έρχονται τα alerts, οι δηλώσεις ότι «ο μηχανισμός είναι σε ετοιμότητα» και οι κλασικοί φταίχτες: ο καιρός, οι πολίτες, οι προηγούμενοι. Ο Θωμάς Ζάμπρας σχολιάζει την εθνική μας ικανότητα να μετατρέπουμε κάθε κρίση σε δικαιολογία, τη μανία των ρεπόρτερ μέσα στο χαλάζι και τη νέα κανονικότητα, που η ευθύνη είναι πάντα κάποιου άλλου.
ΘΩΜΑΣ ΖΑΜΠΡΑΣ
«Στο Grindr με μπλοκάρουν όταν καταλάβουν ότι είμαι τυφλός»

Οι «Άλλοι» / «Στο Grindr με μπλοκάρουν όταν καταλάβουν ότι είμαι τυφλός»

Ο Γιάννης Βίτσος είναι τυφλός, queer, δημοσιογράφος, μουσικός και δημιουργός περιεχομένου για κοινωνικά ζητήματα. Και καθεμία από αυτές τις ιδιότητες μοιάζει, για τους άλλους, να λέει ήδη μια ιστορία. Μόνο που σπάνια είναι η σωστή.
ΜΕΡΟΠΗ ΚΟΚΚΙΝΗ