«Στην Επίδαυρο πάντα πήγαινα ως θεατής. Ούτε ως ηθοποιός ούτε ως σκηνοθέτης έχω γνωρίσει την εμπειρία» λέει η Ρούλα Πατεράκη, που ετοιμάζεται για το μεγάλο αργολικό θέατρο με τον Οιδίποδα Τύραννο και τον Οιδίποδα επί Κολωνώ σε μία παράσταση. O διακαής πόθος της Ρούλας Πατεράκη ήταν να κάνει τον Πελοποννησιακό Πόλεμο κατά Θουκιδίδη. Το είχε προτείνει στον Γιώργο Λούκο, αλλά το σχέδιο δεν προχώρησε. Κάτι άλλο προέκυψε: Ο Γιάννης Χουβαρδάς της πρότεινε να σκηνοθετήσει τη μία από τις δύο παραστάσεις που θα παρουσιάσει το Εθνικό Θέατρο στην Επίδαυρο. Κατέληξαν στον Οιδίποδα Τύραννο και στον Οιδίποδα επί Κολωνώ σε κοινή παράσταση, που σημαίνει ότι έπρεπε να γίνει κάποιου είδους διασκευή των δύο τραγωδιών. «Το κείμενο δεν πειράζεται καθόλου, απλώς, όπου μπορεί να συντομευθεί, συντομεύεται. Έτσι κερδίζω χρόνο, χωρίς να θίγονται ούτε η πλοκή ούτε η γλώσσα ούτε οι περίφημοι μονόλογοι του Οιδίποδα, που είναι έργο τέχνης. Κόβω από τα διαλογικά μέρη, εφόσον επαναλαμβάνονται πράγματα που έχουν ήδη ειπωθεί. Ούτε και τα στάσιμα του χορού αγγίχτηκαν - δεν θα έκοβα από το Χορό ποτέ. Ειδικά οι ωδές στον Κολωνό είναι εκπληκτικές. Μιλάμε για πολύ υψηλή ποίηση».

Μαζί με τον Γιάννη Λιγνάδη απέδωσαν εκ νέου την αρχαία γλώσσα στη σύγχρονη ελληνική, ώστε ο λόγος να συνάδει και με το πνεύμα της παράστασης. «Δεν χρησιμοποίησα κάποια από τις μεταφράσεις που υπάρχουν, γιατί εκ της μεταφράσεως θα μου υποδεικνυόταν κι ένας τρόπος παράστασης. Γι' αυτό και ήθελα να ακολουθήσω τη διαδικασία από την αρχή, με ολικό τρόπο. Προέκυψε μία μετάφραση πολύ πιστή, ελεγμένη ξανά και ξανά, που διατηρεί τον ποιητικό τρόπο και ύφος του πρωτοτύπου. Δεν είναι "ρεαλιστική" και δεν είναι λόγος καθημερινός».

Μου λέει ότι απέφυγε να εστιάσει σε κάποια από τα ζητήματα που θίγονται στα δύο έργα. «Ο Οιδίπους στις δύο φάσεις του (που αντιστοιχούν στις δύο τραγωδίες) είναι ένα τοπίο πολιτισμού. Η άνοδος και η πτώση της πόλης, της Αθήνας του 5ου αι. π.Χ., και της περίφημης δημοκρατίας της έχουν εγγραφεί με κάποιο τρόπο στο σώμα των δύο τραγωδιών. Ως εκ τούτου η προσέγγισή μου δεν έχει να κάνει με όρους ψυχανάλυσης, ούτε με το αν είναι ψυχολογικό ή αντι-ψυχολογικό θέατρο. Τίποτα απ' όλα αυτά. Διαβάζω το κείμενο και μένω κατάπληκτη από τη διάνοιά του, από τις ιδέες που περιέχει και από τον τρόπο που αυτές μεταφέρονται μέσα από τη γλώσσα. Ειδικά ο επί Κολωνώ, τον οποίο ο Σοφοκλής έγραψε σε προχωρημένη ηλικία, είναι κατά σημεία ποιητικά μοναδικός. Δεν θεωρώ ότι κάτι με ξεπερνάει αλλά ούτε ότι υπάρχει και ανάγκη να επέμβω και να προτείνω μια ερμηνεία προς αυτήν ή εκείνη την κατεύθυνση».

Από τη μελέτη των δύο κειμένων, ως προς την ανθρώπινη εμπειρία, η Ρούλα Πατεράκη καταλήγει ότι ο άνθρωπος, στην ουσία του, δεν αλλάζει με το πέρασμα του χρόνου. «Παρά τις ανατροπές και την αντίστροφη μοίρα που μπορεί να αντιμετωπίσει ο χαρακτήρας, στη βάση του δεν αλλάζει. Ένας άλλος άνθρωπος φανερώνεται στα χρόνια, που έχει αλλάξει σε κάποιες αντιδράσεις και συμπεριφορές του καθώς έχει προστεθεί γνώση, ίσως και ταπεινοφροσύνη, αλλά όχι τόσο πολύ ώστε να εξαφανίσει την αλαζονεία, τον εγωισμό, τη φιλοδοξία του γεννημένου Τύραννου. Κάτι ανάλογο νομίζω ότι συμβαίνει και στη ζωή μας. Με μια διαδικασία δύστροπη στην ανάγνωσή της, οι άνθρωποι μεγαλώνοντας γίνονται πιο πολύπλοκοι γιατί ακριβώς αλλάζουν και δεν αλλάζουν».

Από μια σκηνοθέτιδα με ισχυρή προσωπική φωνή, κάπως απομονωμένη από την πολλή φασαρία της θεατρικής αγοράς, η Ρούλα Πατεράκη συνεργάζεται πια με θεσμικούς φορείς αυτής της αγοράς. Μήπως έγινε κατεστημένο; «Στη χώρα μας αυτά τα πράγματα, το ότι μου ανέθεσε παράσταση το Φεστιβάλ Αθηνών λόγου χάρη ή το ότι σκηνοθετώ για το Εθνικό, συμβαίνουν συμπτωματικά. Κάποια πρόσωπα που ανέλαβαν θέσεις με δύναμη παρέμβασης στην παραγωγή, τα οποία, όπως είναι φυσικό, θέλουν να επιβάλλουν την άποψή τους, αισθητική ή άλλη, με καλούν γιατί θεωρούν ότι "ταιριάζω" στο πλαίσιο των επιθυμιών και επιδιώξεών τους. Εγώ, πάντως, παραμένω εκτός μηχανισμών. Για 'μένα το ζήτημα είναι απλό: Αν μου γίνει μία πρόταση που μ' ενδιαφέρει, καλή ώρα όπως με τους Οιδίποδες, και οι συνθήκες είναι καλές, δέχομαι με χαρά. Αν είναι ένα σχέδιο που δεν αγγίζει τα προσωπικά μου ενδιαφέροντα, λέω όχι και είμαι πάλι στο περιθώριο».

Λέει, ακόμη, ότι δεν συνδιαλέγεται με την παράδοση των Επιδαυρίων. «Ούτε και με καμία "μοντερνιά", βέβαια. Προσπαθώ να καταλάβω τη διάνοια του ποιητή και δεν ασχολούμαι ούτε με τα αριστουργήματα ούτε με τα ανουσιουργήματα που έκαναν άλλοι σκηνοθέτες όλα αυτά τα χρόνια. Ίσως γι' αυτό δεν φοβάμαι την Επίδαυρο. Δεν νιώθω δέος, αντιθέτως, έχω την αίσθηση ότι θα είναι κάτι μαγικό. Ούτως ή άλλως αρχαιολογικοί χώροι, όπως οι Δελφοί και η Επίδαυρος, εκπέμπουν κάτι, μία δύναμη, μία ενέργεια. Κι είμαι ευτυχής που οι αρχαιολόγοι δέχτηκαν να ανοίξουν τα αρχαία ερείπια του θεάτρου, οι πληγές και τα τραύματά του. Άλλωστε με πληγές ασχολούμαστε, δεν ξέρουμε τι μουσική και τι κίνηση συνόδευε το λόγο, δεν έχουμε στα χέρια μας κάτι στην ολότητά του. Τραυματισμένος έρχεται ο πολιτισμός ο αρχαίος σε μας». Λυπάμαι μόνο που δεν θα παίξει.