Φωτό: Πάρις Ταβιτιάν/ LiFO
Φωτό: Πάρις Ταβιτιάν/ LiFO

 

Μια συμπαγής στοίβα βιβλίων φράζει το μεγάλο παράθυρο στη Γεννάδειο Βιβλιοθήκη. Ο Γιάννης Κουνέλλης ήρθε για λίγο στην Αθήνα προκειμένου να στήσει το έργο του στο πλαίσιο της έκθεσης «A thousand doors» την οποία οργανώνει ο πολιτιστικός οργανισμός ΝΕΟΝ, σε συνεργασία με τη Whitechapel Gallery, στους εσωτερικούς χώρους και στον κήπο της βιβλιοθήκης. Πρωτοπόρος της arte povera, καθώς χρησιμοποιεί καθημερινά υλικά στην τέχνη του, εδώ χρησιμοποιεί θεματολογικά τη βιβλιοθήκη και απλώνει βιβλία από δεύτερο χέρι, τα οποία συγκεντρώθηκαν από όλη την Αθήνα. Γλώσσες, ημερομηνίες και θέματα μας υπενθυμίζουν το ευρύ πεδίο της γνώσης και τη δύναμη των λέξεων. Είναι οι μεμονωμένες φωνές που δημιουργούν ένα σώμα και μεταμορφώνουν μια πόρτα, ένα άνοιγμα σε έναν τοίχο. Το ίδιο έργο είχε στηθεί το 2004 στο Σεράγεβο, στην κατεστραμμένη βιβλιοθήκη της πόλης, κάνοντας μια άλλη υπόμνηση. «Αυτό το έργο το επέλεξα επειδή η έκθεση γίνεται μέσα σε μια βιβλιοθήκη. Υπάρχει μεγάλο ενδιαφέρον σε αυτές τις ομαδικές εκθέσεις και είναι ωραίο να γίνονται. Όταν ήμουν πιο νέος έπαιρνα μέρος σε πολλές ομαδικές εκθέσεις. Υπήρχε, βέβαια, μια διαφορά: οι ομαδικές εκθέσεις εκείνης της εποχής ήταν ιδεολογικές. Οι μεγάλες εκθέσεις της Ολλανδίας και της Ελβετίας, δυο-τρεις από αυτές, ήταν εκθέσεις μεταξύ Αμερικανών και Ευρωπαίων καλλιτεχνών. Ήταν η πρώτη φορά, μεταπολεμικά, που έγιναν τέτοιες εκθέσεις. Ήταν μια ανοιχτή συνομιλία των καλλιτεχνών που έφεραν τη δική τους κουλτούρα. Για μένα οι εκθέσεις πρέπει να γίνονται γι' αυτόν το λόγο. Σήμερα, τα πράγματα γίνονται εντελώς διαφορετικά. Όμως βλέπεις να γίνονται εκθέσεις βασισμένες στη γλώσσα–  μια τέτοια θα ήταν ωραίο να γίνει και στην Ελλάδα».


Ο Γιάννης Κουνέλλης είναι λιγομίλητος. Όπως και στη συζήτηση έτσι και στην τέχνη του, στη δουλειά του, θέτει ερωτήματα, δεν δίνει απαντήσεις. Ερωτήματα για τον χώρο, τη βία, για τη λειτουργία της μνήμης, για τη μορφή, για τις σχέσεις μέσα στην κοινωνία που ζούμε και το ιστορικό περίγραμμα που την καθορίζει. Υποστηρίζει πως ωραίο είναι το σωστό, το καλό. Χωρίς αυτά δεν υπάρχει ωραίο.


«Φυσικά, η γενιά μου ήταν έτσι. Έδινε σημασία στο ιδεολογικό κομμάτι της τέχνης, την απασχολούσε αυτό. Στην τέχνη βρίσκαμε έναν ιδεολογικό πυρήνα. Και στα μεγάλα κινήματα. Η Αναγέννηση είναι ιδεολογική. Σήμερα υπάρχει μια επέκταση. Ο κόσμος μεγάλωσε πολύ. Οι εκθέσεις γίνονται γρήγορα. Τα έργα γίνονται γρήγορα. Ο καλλιτέχνης πρέπει να είναι επί τόπου και να φτιάχνει το έργο του.  Στην Κίνα πήγα για να φτιάξω το έργο μου. Έμεινα τέσσερις μήνες. Αυτό έχει μία διαλεκτική σημασία για μένα, ακόμα και όταν το φτιάχνω. Ο κόσμος άνοιξε, άπλωσε, αλλά η διαλεκτική παραμένει η μόνη σοβαρή υπόθεση. Να πας και να συναντήσεις τον άλλο. Ακόμα και σήμερα νομίζω ότι αυτό εννοούμε όταν μιλάμε για μοντερνισμό, τη διαλεκτική από πνευματικής πλευράς. Από οικονομικής πλευράς τη φτιάχνουν οι τράπεζες. Έχουν αυτήν τη λογική που δεν επιτρέπει στην κουλτούρα να αναπτύσσεται. Όμως, πνευματικά, την ποίηση, την τέχνη, δεν μπορείς να την εμπορεύεσαι, δεν μπορείς να είσαι ιδιοκτήτης της, την τέχνη τη φτιάχνεις».

 

Φωτό: Πάρις Ταβιτιάν/ LiFO
Φωτό: Πάρις Ταβιτιάν/ LiFO


Τον Γιάννη Κουνέλλη στο σύνολο του έργο του δεν τον απασχολεί η ομορφιά. Πιστεύει ότι ο καλλιτέχνης δημιουργεί για δικό του λογαριασμό. Η κατανόηση από τον θεατή είναι μια προϋπόθεση του διαλόγου, μέσα στον οποίο μπορεί να μιλήσει με μεγαλύτερη ελευθερία. Το ζήτημα της σύγχρονης τέχνης δεν αφορά μόνο την αισθητική της αλλά και την ηθική και την ιστορία. Και μέσα στην ιδέα της ομορφιάς ενυπάρχει και αυτή του θανάτου. Η οποία παραμένει κυρίαρχη ως ιδέα, μέχρι το τέλος.


«Τα πράγματα ήταν αλλιώς παλιά. Τι σημαίνει σύγχρονη τέχνη; Από τις "Δεσποινίδες της Αβινιόν" του Πικάσο μέχρι σήμερα η τέχνη παραμένει ένα γλωσσικό γεγονός. Αυτή είναι πάντα η σύγχρονη τέχνη. Και η αναγέννηση ήταν ένα γλωσσικό γεγονός. Πώς φτιάχνεις ένα έργο και γιατί αυτό είναι το ζήτημα. Στην τέχνη πάντα υπάρχουν αντιδράσεις. Το να βγεις έξω από το κάδρο φέρνει πάντα αντιδράσεις. Η δική μου γενιά το έκανε για διαλεκτικούς λόγους. Για να ξεπεράσουμε τα σύνορα χωρίς τίποτα, έτσι. Χωρίς να υπάρχει ένα έργο. Απλώς για να συναντήσεις, να βρεις τον άλλον. Να τον καταλάβεις και να ευχαριστηθείς με το δίκιο του. Αυτή είναι μια στιγμή εξαιρετική, όταν καταλαβαίνεις ότι ο άλλος έχει δίκιο. Γι' αυτόν το λόγο αφήσαμε το κάδρο. Για να μπορέσουμε να ακούσουμε τον άλλο και να ελπίσουμε ότι ο άλλος έχει δίκιο, όχι εμείς. Γι' αυτόν ακριβώς τον λόγο η τέχνη δεν μπορεί να έχει εθνικό χαρακτήρα αλλά γενικό. Εμείς είμαστε δυτικοί. Ο ανοιχτός χαρακτήρας του δυτικού πολιτισμού υπήρχε πάντα. Έτσι και ο φιλελεύθερος, ανοιχτός χαρακτήρας της τέχνης δεν μπορεί παρά να έχει ως κέντρο τον άνθρωπο. Για να συναντήσεις τον άνθρωπο πρέπει να ταξιδέψεις, να ψάξεις για να τον βρεις. Με αυτό τον τρόπο δεν έχει καμία σημασία αν ένα έργο είναι όμορφο. Ένας καλλιτέχνης δεν κάνει ποτέ άσχημα έργα. Ο μεγάλος πλούτος είναι να πλησιάζεις τον άλλον και να μπορείς να τον καταλαβαίνεις. Ο ριζοσπαστισμός στη Δύση ήταν πάντα αυτός που άνοιγε τον διάλογο. Γι' αυτό τα έργα που μου αρέσουν είναι ριζοσπαστικά. Αυτό το πιο ριζοσπαστικό είναι που μου αρέσει περισσότερο. Ακόμα και όταν εσύ είσαι ο δημιουργός, αυτή η στιγμή του έργου σού αρέσει. Η στιγμή που αρχίζεις να σκέφτεσαι ριζοσπαστικά».

 

#quote#


Ο Κουνέλλης, έχει γράψει η «Guardian», αντιμετωπίζει το έργο του σαν τις λέξεις και τις εικόνες ενός ποιήματος. Το 2005, όταν το ΑΠΘ αναγόρευσε τον παγκοσμίου φήμης καλλιτέχνη και διανοητή επίτιμο διδάκτορα στο Τμήμα Αρχιτεκτόνων Μηχανικών της Πολυτεχνικής Σχολής για το εξαιρετικό εικαστικό έργο του, τη διεθνή του παρουσία και τη θέση του ανάμεσα στις μεγάλες προσωπικότητες του μοντερνισμού, ο Γιάννης Κουνέλλης απήγγειλε το ποίημα του Κωνσταντίνου Καβάφη «H μεγάλη άρνηση», «ένα από τα λίγα πράγματα που μετέφερα πάντα μαζί μου και δεν έχω ποτέ ξεχάσει», όπως δήλωσε τότε.


«Γεννήθηκα σε μια πόλη μέσα στα τείχη της Αθήνας, στην Καστέλλα, και ζω πάλι σε μια πόλη μέσα στα τείχη, στη Ρώμη. Στην Καστέλλα πηγαίνω κάθε φορά που έρχομαι στην Ελλάδα.  Όταν έφυγα, δεν ήταν για να γυρίσω. Ήταν για να συνεχίσω το ταξίδι. Πάντοτε. Μέχρι το τέλος. Θα μου πείτε: στο τέλος, φυσικά, υπάρχει και η Ιθάκη.... Η Ιθάκη, όμως, είναι παντού. Είναι όπου το ορίσεις, είναι όπου νομίζεις, αρκεί να ξέρεις ότι "αυτή εκεί είναι η Ιθάκη».


Στην Ελλάδα μου αρέσει να έρχομαι κάθε τόσο, αυτό είναι αλήθεια, μου αρέσει να έρχομαι και χωρίς λόγο, αλλά δεν είναι δυνατόν να γυρίσω οριστικά. Και στο σπίτι στην Ύδρα δεν πηγαίνουμε πια τόσο συχνά. Εδώ, στην Ελλάδα, έχω πάντα τους φίλους μου. Και είχα περισσότερους. Έφυγαν. Θέλω να ζω σε ένα κέντρο. Κέντρο για μένα είναι αυτό που διαλέγει κανείς ως κουλτούρα. Όσο και να αλλάξουν, να μετατοπιστούν τα κέντρα του κόσμου, ο Παρθενώνας θα είναι πάντα ένα κέντρο, όπως και η Ρώμη. Τα ανθρώπινα μέτρα, πάνω στα οποία είναι φτιαγμένος ο Παρθενώνας, και ο ουμανισμός στην Ιταλία. H Nέα Yόρκη δεν είναι πια κέντρο, το Παρίσι έχει πάψει προ πολλού. Η ιδέα μπορεί να υπάρχει ως κέντρο. Μια ιδέα που πηγαίνει από την αρχή έως το τέλος. Και, φυσικά, ο άνθρωπος».

 

Φωτό: Πάρις Ταβιτιάν/ LiFO
Φωτό: Πάρις Ταβιτιάν/ LiFO


Ο Γιάννης Κουνέλλης επέστρεψε στη Ρώμη το Σάββατο. Σε δέκα μέρες ανοίγει η έκθεσή του στη Νάπολη και ακολουθεί το Παλέρμο. Θα ταξιδέψει στη συνέχεια στη Γερμανία, σε μια χώρα στην οποία δίδαξε και παρουσίασε μεγάλα, εμβληματικά του έργα.


«Στη Νάπολη έκανα πολλά πράγματα. Είναι μια πολύ δυνατή πόλη, με δική της φυσιογνωμία και μια σχεδόν δική της γλώσσα. Μια πόλη που δημιουργεί θέματα. Τα θέματα υπάρχουν όταν έχεις μια εικονογραφία. Αλλιώς δεν υπάρχουν. Για μένα έχει σημασία ο τόπος όπου κάνω την έκθεση.


Η Γερμανία, ας πούμε, έχει δύναμη και δραματικότητα. Αν λείπει η δραματικότητα, όλα γίνονται διακοσμητικά. Και όταν χάσεις τη δραματικότητά σου, είναι πολύ δύσκολο να την ξαναβρείς».


Όσες φορές και να δει κανείς τα έργα του Κουνέλλη, ακόμα και σε διαφορετικούς τόπους, υπενθυμίζουν συνεχώς ότι ο κόσμος κινείται. Ότι είναι σχεδόν ακατόρθωτο να επιστρέψουμε στο ίδιο μέρος. Όσο και να διαβάζουμε, να γνωρίζουμε το έργο του, πάντα θα είμαστε στην αρχή, θα γνωρίζουμε τα ελάχιστα, σχεδόν τίποτα.