Φωτό: Freddie F.
Φωτό: Freddie F.
O διάσημος συγγραφέας νουάρ μυθιστορημάτων Τζο Νέσμπο παραμένει ψύχραιμος μπροστά μου, παρά τον κόσμο που πηγαινοέρχεται, τα φλας που αναβοσβήνουν και τους θαυμαστές που περιμένουν ανυπόμονα ένα τετράγωνο πιο κάτω για την αναμενόμενη ομιλία του στο Ινστιτούτο Γκαίτε. Απορώ με την ευδιαθεσία και την ευγένεια που δείχνει, παρότι έχει παραμείνει για ώρες νηστικός κι έχει μόλις προσγειωθεί από πολύωρο ταξίδι. Μοναδικό άγριο αποτύπωμα πάνω σεαυτό τον ξανθό τύπο που εκπροσωπεί επάξια τη σκανδιναβική αβρότητα είναι ένα μαύρο τατουάζ, που απλώνεται σαν απειλητική λωρίδα σε όλο το δεξί του χέρι - ίσως για να θυμίζει τη σκοτεινή πλευρά ενός ανθρώπου που μεγάλωσε παίζοντας σε υπόγεια, σε διάφορες μπάντες, για να καταλήξει ένας από τους πιο επιδραστικούς συγγραφείς του σύγχρονου νουάρ.

Τα στοιχεία με τις πωλήσεις του είναι εξίσου τρομακτικά με τα βιβλία του. Με 14 εκατομμύρια αντίτυπα σε όλο τον κόσμο και μεταφράσεις σε περισσότερες από 40 χώρες, ο Τζο Νέσμπο δικαιώνει την απέθαντη φύση του σκανδιναβικού νουάρ. Του εξομολογούμαι ότι δεν νιώθω να έχω απέναντί μου έναν συγγραφέα αλλά έναν

πραγματικό ποπ σταρ - όχι μόνο της μουσικής αλλά και των λέξεων.

«Η αλήθεια είναι ότι υπήρξα ποπ σταρ προτού αρχίσω να γράφω βιβλία (σ.σ. παραμένει frontman του συγκροτήματος Di Derre). Μόνο που σήμερα απολαμβάνω τα πλεονεκτήματα μιας καριέρας που σου χαρίζει διασημότητα, αλλά ταυτόχρονα σου επιτρέπει να παραμένεις αφανής. Στην πραγματικότητα, ροκ σταρ είναι ο Χάρι Χόλε (ο πρωταγωνιστής των μυθιστορημάτων του) κι όχι εγώ, που ευτυχώς μπορώ και απολαμβάνω την υπέροχη αυτή διπλή ζωή. Θυμάμαι ακόμα το περιστατικό, όταν βρέθηκα να είμαι ωτακουστής μιας κουβέντας για την μπάντα μου σε ένα καφέ. Κάποια στιγμή, ένας από την παρέα στράφηκε προς το μέρος μου, κοιτώντας με έντονα, κι ενώ σκέφτηκα ότι με αναγνώρισε, αυτός μου ζήτησε το τασάκι! Προφανώς φαντάζει ιδανικό για έναν δημιουργό να μπορεί να κάνει τη δουλειά του και να έχει την ησυχία του.

Αλλά, επειδή όταν γράφεις ή παίζεις σε μπάντα μια πλευρά του εαυτού σου αναζητεί διακαώς την έκθεση –μια και, κακά τα ψέματα, σε έναν μεγάλο βαθμό είσαι επιδειξιομανής–, θες ο κόσμος να σε αναγνωρίζει στον δρόμο. Κι αυτό από μόνο του είναι σχιζοφρένεια». Αναρωτιέμαι αν με τόσες πωλήσεις και αρκετά ήδη βιβλία στο ενεργητικό του –πέντε από αυτά έχουν γίνει ήδη μπεστ σέλερ και στη χώρα μας– δεν φοβάται μήπως γίνει mainstream. «Είναι αλήθεια ότι μετά από κάποια βιβλία είναι πολύ εύκολο ν’ ακολουθήσεις την πεπατημένη, παρά το αντίθετο.

Ξέρεις πώς λειτουργούν οι ήρωές σου, ποιες είναι οι αντιδράσεις τους, πώς θα βρεις το κατάλληλο φόντο. Αλλά πάντα επιζητάς το άλλο κι ας μισείς τον εαυτό σου μετά, που δεν επέλεξε τον ασφαλή δρόμο. Ο λόγος που δεν ακολουθείς τη σίγουρη λύση δεν είναι, όσο κι αν φαίνεται παράδοξο, γιατί επιζητείς το καλύτερο, αλλά γιατί παρασύρεσαι από το διαφορετικό. Είμαι πλέον σίγουρος ότι σε πολλές περιπτώσεις θα ήταν καλύτερα να είχα επιλέξει τον σίγουρο δρόμο, παρά το αντίθετο».

 

Είναι θέμα εξαίσιας στιγμής, θείας έμπνευσης ή επιλογής, κανείς δεν ξέρει. Μπορεί και να είναι αυτή η διαίσθηση που χαρακτηρίζει τον ήρωά του, ίσως και τον ίδιο, ώστε να επιλέξει το διαφορετικό. «Αυτό που πρωτεύει είναι να επινοώ ιστορίες συναρπαστικές κι ενδιαφέρουσες. Γι’ αυτό και δεν μπορώ να έχω στο μυαλό μου το μεγάλο κοινό, όταν εμπνέομαι. Προτιμώ να σκέφτομαι πώς θα αντιδράσουν οι δυο καλύτεροί μου φίλοι, που παραμένουν οι ιδανικοί αναγνώστες μου.

Στην πραγματικότητα, όμως, αυτόν που θέλω να εντυπωσιάσω είναι ο εαυτός μου. Γράφω το βιβλίο που θα ήθελα να διαβάσω εγώ. Η τέχνη σου μιλάει από μόνη της κι είναι η μόνη ικανή δύναμη να σε κάνει καλύτερο ή χειρότερο. Αυτή με έκανε να είμαι λιγότερο και όχι περισσότερο mainstream με την πάροδο του χρόνου και σε σχέση με την εποχή που πρωτοξεκίνησα. Η αναγνωρισιμότητα παραμένει πάντα πειρασμός, όσον αφορά τις εύκολες λύσεις, αλλά ένας δημιουργός ή ένας συγγραφέας δεν μπορεί να λειτουργεί κατ’ αυτό τον τρόπο. Θυμάμαι, στην αρχή της καριέρας μου, τους ελάχιστους φαν που είχαμε τότε, ξέρεις, κάτι nerds με γυαλάκια που διάβαζαν μετά μανίας NME και πίστευαν ότι είχαν βρει την αλήθεια της μουσικής, να απομακρύνονται από το γκρουπ, όταν το δεύτερο άλμπουμ μας σημείωσε τεράστια εμπορική επιτυχία. Θεώρησαν ότι τους προδώσαμε, ότι γίναμε mainstream . Το ίδιο, λοιπόν, συμβαίνει και με τα βιβλία. Τα καλά βιβλία προκύπτουν πάντα τυχαία, αρκεί να είσαι ικανός να διεισδύσεις αποτελεσματικά στην ψυχή του άλλου.

 

Φωτό: Freddie F.
Φωτό: Freddie F.
Ο Νέσμπο κατεβάζει διαρκώς απόψεις υπαρξιακές, απόρροια των πολλαπλών του επιρροών από τον Ίψεν, τον οποίο δηλώνει ότι λατρεύει, χωρίς όμως να τις μεγαλοποιεί. Ίσως γι’ αυτό οι ήρωές του να είναι ενοχικοί, εγκλωβισμένοι διαρκώς –όπως ο ίδιος ο επιθεωρητής του– στο υφάδι των λάθος ή σωστών επιλογών τους. «Δεν είναι μόνο οι επιλογές μας, όμως, που μαρτυρούν ποιοι είμαστε. Είναι και οι μουσικές που ακούμε, τα βιβλία που διαβάζουμε. Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα με όλους όσοι φορούν t-shirts με χαραγμένες πάνω τους στάμπες. Με αυτό τον τρόπο γνωστοποιούν πώς ακριβώς θέλουν να γίνονται αντιληπτοί από τους άλλους. Φαντάσου έναν πιτσιρικά που φοράει t-shirt με τους Radiohead: με αυτό τον τρόπο θέλει να δηλώσει ότι είναι σκοτεινός, λίγο πιο πεσιμιστής από το κανονικό και πιο επιλεκτικός ή ποιητικός». Στις σελίδες των βιβλίων του, που είναι ποτισμένες σε μουσικές και σε στίχους, παρατηρώ διάφορους τύπους με t-shirts να σουλατσάρουν αδιάφορα γύρω από ματωμένα σκηνικά. «Είναι αλήθεια, ίσως γιατί αυτό μαρτυρά περισσότερα από τη σκηνή ενός φόνου». Τον ρωτάω πιο t-shirt θα φόραγε εκείνος. Μήπως του Νιλ Γιανγκ, που είναι και αγαπημένος του; «Βασικά, έχω ένα t-shirt του Νιλ Γιανγκ και είναι φρικτό, για πέταμα! Όπως έχω t-shirts με τις μπάντες φίλων μου, τα μόνα t-shirts που θα φόραγα, προφανώς για λόγους προώθησης. Στην πραγματικότητα, όμως, δεν θα φορούσα κανένα t-shirt δηλωτικό κάποιας προτίμησης. Ίσως γιατί προτιμώ να παραμένω κουλ».

Αν κάποιος, πάντως, είναι εκνευριστικά κουλ και ψύχραιμος, αυτός είναι ο ήρωάς του, ο Χάρι Χόλε. Επιμένω ότι είναι αδιανόητο να συμβαίνουν τόσα γύρω του και να κρατάει τόσο χαμηλούς τους τόνους (αν εξαιρέσεις τους τόνους αλκοόλ που καταναλώνει). «Για μένα ο Χάρι Χόλε είναι πραγματικός κι αυτό έχει σημασία. Όχι κάποιος που δεν υπάρχει. Με τον καιρό βλέπω ότι μας δένουν διάφορα κοινά χωρίς να το πολυκαταλαβαίνω. Αλήθεια, όμως, δεν θα μου κάνεις την κλασική κλισέ ερώτηση για τα κοινά που με δένουν με τον ήρωά μου;». Με πειράζει, λέγοντας ότι πρέπει να επιστρέψουμε στις ερωτήσεις κλισέ για χάρη των αναγνωστών. Ανταποδίδω το πείραγμα, επιμένοντας ότι, παρότι δεν μου μοιάζει με τη Μαντάμ Μποβαρύ, δείχνει να παραμένει απελπιστικά ίδιος με τον ήρωά του, ό,τι κι αν κάνει. «Εντάξει, δεν ξέρω αν ο Χάρι Χόλε είναι τόσο κουλ όσο δείχνει, μάλλον υποκρίνεται. Πάντως, τον αγαπάω τον Χάρι και φροντίζω να του χαρίζω και τις καλύτερες ατάκες ως πρωταγωνιστή. Στην αρχή φοβόμουν ότι θα ήταν αντιδημοφιλής, αφού στο πρώτο βιβλίο τον έβαζα να κάνει σεξ με μια πόρνη. Νόμιζα ότι θα τον τρώγανε ζωντανό, αλλά αντέχει ακόμη».

 

Αντίθετα με ό,τι φανταζόταν ο ίδιος, το συγγραφικό alter ego του Νέσμπο όχι μόνο αντέχει αλλά καταπλήσσει όλο και περισσότερο τα πλήθη, όσο κανείς επιθεωρητής τα τελευταία χρόνια. Είναι χαρακτηριστικό ότι οι αναγνώστες του Νέσμπο παραμένουν αμετανόητοι serial readers του δημοφιλούς αλκοολικού, μονήρους ήρωά του, παρακολουθώντας φανατικά όλη τη σειρά των βιβλίων του. Ο φίλος που μου συνέστησε για πρώτη φορά τον Νέσμπο, όταν ακόμη δεν ήταν γνωστός στην Ελλάδα, παραμένει πνευματικά εξόριστος στις παγωμένες γειτονιές του Όσλο, όπως και τόσοι άλλοι αναγνώστες του. Ο ίδιος ο Τζο Νέσμπο, πάντως, προτιμάει τα πραγματικά, παρά τα νοερά ταξίδια: «Μου δίνει οξυγόνο η φυγή. Σε κάποιο βιβλίο μου βάζω τον ήρωά μου να μπαίνει σε ένα αεροπλάνο και, καθώς αυτό απογειώνεται, να κοιτάει κάτω το Λονδίνο και να νομίζει ότι αυτό εξαφανίζεται, παίρνοντας μαζί του όλα τα προβλήματα. Αυτή είναι η πραγματική χαρά του ταξιδιού, που δεν μπορεί να μην απασχολεί κάθε φιλοπερίεργο άνθρωπο. Δεν μπορώ, όσο παραμένω περίεργος για τα πράγματα και τη ζωή, να μην ταξιδεύω.

Τα τελευταία 15 χρόνια κάνω συνέχεια επαγγέλματα που με βάζουν στο κέντρο των πραγμάτων και μου δίνουν την ψευδαίσθηση ότι είμαι σημαντικός. Είναι αναπόφευκτο, αλλά το ταξίδι σε επαναφέρει στην πραγματικότητα και σε ισορροπεί, κάνοντάς σε να σκεφτείς ότι τελικά δεν είσαι τόσο σπουδαίος όσο νομίζεις».

 

Αν κάποτε αυτό μου το έκανε η δημοσιογραφία, στον βαθμό που ασχολιόμουν με κάποιον άλλο πέρα από εμένα και το εγώ μου, σήμερα μου το κάνει ένα αεροπλάνο. Και σίγουρα δεν υπάρχει κάτι καταστροφικότερο για έναν συγγραφέα από το να θεωρήσει τον εαυτό του σπουδαίο. Το ότι είσαι σημαντικός σήμερα δεν σημαίνει ότι ήσουν χτες, ούτε ότι θα είσαι αύριο. Τα νέα πράγματα σε φέρνουν πάντα αντιμέτωπο με τον εαυτό σου και αυτά σου τα χαρίζουν πάντα τα ταξίδια». Το ταξίδι επιμένει ότι δημιουργεί εκπλήξεις, φέρνει στο προσκήνιο φόβους απωθημένους –μου εξομολογείται ότι πάει στην Κάλυμνο για αναρρίχηση επειδή φοβάται τα ύψη–, καταργεί βεβαιότητες και δεδομένα. «Είναι ίσως ο μοναδικός τρόπος για να κρατήσω τις ερωτήσεις ζωντανές. Βλέπεις, μόλις έκλεισα τα πενήντα και αυτό που συμβαίνει με τους περισσότερους άντρες

σε αυτή την ηλικία -ίσως όχι με τις γυναίκες- είναι ότι πιστεύουν πως έχουν πια τις απαντήσεις σίγουρες, δεδομένες και ακλόνητες».