«Το Φορτηγό»

Έγραψα τους «Μάγους», τη «Ζωζώ», το «Μπουλούκι» και τη «Μαϊμού» για τις περιθωριακές σκηνές της εθνικής οδού Αθηνών-Θεσσαλονίκης, μια διαδρομή που έκανα συνεχώς τότε. Ήταν ιστορίες όπου ο ήρωας διαπομπεύεται, ξεφτιλίζεται και μέσα στη διαπόμπευση και στον εξευτελισμό του θριαμβεύει μέσα από μία δική του στάση, η οποία εμφανίζεται με απροσδόκητο τρόπο, μέσα από μία πουτάνα, μέσα από έναν με μια μαϊμού, μέσα από μπουλουκτζήδες. Αγαπούσα πάντοτε αυτά τα υπαίθρια θεάματα. Χρόνια μετά πήρα τον Τζίμη τον Τίγρη και τον έβαλα στο πρόγραμμα στο Κύτταρο, όταν είχα κάνει το «Βρώμικο  Ψωμί». Έβγαινε ο Τζίμης και έκανε ένα νούμερο, από αυτά που έκανε στην πλατεία Αβησσυνίας, και μάλιστα μου έκανε εντύπωση το ότι ενώ υπέθετα πως το κοινό του προγράμματός μου ήταν κάπως, ας πούμε, προχωρημένο και καλλιεργημένο, αυτοί αντιδρούσαν όπως ακριβώς αντιδρούν και έξω στην πιάτσα. Παραδείγματος χάριν, του φώναζαν «Σκύλος, σε βίλα έρχεσαι;», ήταν σαν να προκαλεί την καζούρα, την κοροϊδία, τον χλευασμό και θυμάμαι με τι αξιοπρέπεια απαντούσε «Η σιωπή μου προς απάντηση σου» και συνέχιζε να κάνει το νούμερό του. Μου δημιουργεί συγκίνηση ο διαπομπευόμενος άνθρωπος, που, ενώ υφίσταται αυτό το πράγμα, μέσα του κάτι θριαμβεύει. Δεν ξέρω τι είναι αυτό το πράγμα, είναι κάτι πνευματικό ασφαλώς. Το είδα για πρώτη φορά σε διαπόμπευση τεντιμπόηδων. Τους κουρεύανε, τους κρεμούσαν μια ταμπέλα που έλεγε «Είμαι γάιδαρος, τεντιμπόη» και συνοδεία αστυφύλακα περνούσαν από τον δρόμο και τους φώναζαν «ου ου ου, δεν ντρέπεσαι ρε». Κάτι τέτοια. Μια φορά ήταν δύο τρία παιδιά που τα διαπομπεύανε και θυμάμαι το βλέμμα ενός από αυτά. Δεν είχε τίποτε το φοβισμένο. Είχε το παιδί κάτι το ακέραιο. Μου φέρνει ρίγος το βλέμμα δοκιμαζόμενου ανθρώπου. Έχω αισθανθεί κι εγώ μερικές φορές να κατηγορούμαι αδίκως ή να με κοροϊδεύουν, κυρίως για τον παράδοξο τρόπο με τον οποίο βγήκα και τραγούδησα, γιατί τότε παράδοξος ήταν αυτός ο τρόπος. Και ενώ υπήρχε αυτή η κοροϊδία και τα χαχαχούχα, αισθανόμουν ότι εγώ κάνω το σωστό. Ένα τέτοιο βίωμα πήγα να το απλώσω και διάλεξα μερικούς ήρωες πέριξ της εθνικής οδού και έκανα αυτά τα τέσσερα τραγούδια που λέγονται «Οι πλανόδιοι» και με τα οποία αρχίζει το «Φορτηγό».

Το «Δένδρο» είναι γραμμένο μια νύχτα που πήγαμε -νέοι τότε και μέλη του ειρηνιστικού κινήματος- μια εκδρομή. Δηλαδή, στρώσαμε κάτι κουβερτούλες στην άκρη της θάλασσας, όταν βράδιασε ανάψαμε και μια φωτιά, κοιμηθήκαμε όπως-όπως εκεί, αγόρια και κορίτσια, υπήρχε πολύ έντονη σεξουαλική ατμόσφαιρα χωρίς να τρέχει τίποτε. Δεν μ' έπιανε ύπνος. Ταυτοχρόνως, στο μυαλό μου μέσα έμπαινε ο Γρηγόρης Λαμπράκης, ο οποίος είχε δολοφονηθεί προσφάτως. Αυτό ήταν το παράδοξο. Και εκεί γράφτηκε αυτό το τραγούδι, το «Δένδρο», όπου η φωτιά είναι δένδρο, το δένδρο είναι φωτιά, δεν είναι εύκολο να το εξηγήσω, κομπιάζω. Τα «Πουλιά της δυστυχίας» είναι πάλι μία εικόνα ανθρώπων του περιθωρίου, που όμως δεν στέκουνε πάντα στο περιθώριο. Δηλαδή θέλουνε να είναι μέσα στο κεντρικό παιχνίδι, απλώς δεν μπορούν. Μπορεί να μπαίνουν για λίγο και να πρέπει να φύγουν μετά πάλι και αυτή η δυσκολία τους να ενταχθούν, μολονότι θα το θέλανε, με έκανε να αισθανθώ αλληλέγγυος μαζί τους. Έτσι τελειώνει το τραγούδι. Ότι θα φύγω πάλι ό,τι και αν μου χαρίσεις, θα φύγω γιατί αγαπώ τα μαύρα πουλιά.

Το «Ήλιε Αρχηγέ» θυμάμαι έλεγε «Ήλιε κόκκινε αρχηγέ», αλλά με τη λογοκρισία έγινε «Ήλιε, ήλιε αρχηγέ» και έτσι το έμαθε ο κόσμος και το κράτησα. Δεν το αποκατέστησα, γιατί περνώντας τα χρόνια δεν το ήθελα και εγώ ο ίδιος πια, ούτε να 'ναι κόκκινος ούτε πράσινος ούτε μπλε. Ήθελα να 'ναι ένας έφηβος που κάνει τον ήλιο αρχηγό του, ανεξαρτήτως  χρώματος. Το πρωτοτραγούδησα κάπου στο  Περιστέρι, σε μία συναυλία με τον Μίκη Θεοδωράκη. Δεν θυμάμαι, ήταν για κάποια απεργία. Μαζεύτηκε ο κόσμος σε ένα γήπεδο και επειδή δεν είχαμε φως είχαμε βάλει δυο αυτοκίνητα δεξιά και αριστερά από τη σκηνή να 'χουνε αναμμένα τα φώτα. Το τραγούδι είχε τεράστια επιτυχία. Την άλλη μέρα το είχε κάνει γελοιογραφία ο Μποστ στην «Αυγή».

Τα «Κορίτσια που πηγαίνουν δύο-δύο» είναι ένα τραγούδι που έγραψε ένας πολύ νέος άνθρωπος -τότε ήμουνα δεκαεννιά χρόνων-, ο οποίος θαυμάζει τα συνομήλικά του κορίτσια που διασχίζουν τη λεωφόρο Τσιμισκή στη Θεσσαλονίκη. Πώς περπατάνε, πώς στέκονται, πώς παραγγέλνουν παγωτό, πώς πηγαίνουνε σινεμά. Είναι τραγούδι αγάπης και τρυφερότητος, δηλαδή, και μες στο τραγούδι ξαφνικά κάνω μια φλασιά κι αναρωτιέμαι πώς να είναι αυτά τα ίδια κορίτσια μετά από χρόνια. Ότι θα 'ναι παντρεμένα, δηλαδή συμβιβασμένα, και ότι θα έχει μαραθεί αυτή η ομορφιά πια. Όχι από τα χρόνια, αλλά από τη συμβατικότητα. Και μόνο των κοριτσιών άραγε; Ολονών νομίζω.

Τον καιρό εκείνο οι σεξουαλικές σχέσεις στα δεκαπέντε μας ήταν σχεδόν απαγορευμένες. Οι κοπέλες δεν μας άφηναν, οπότε όταν λέγαμε τα έχω με κάποια, εννοούσαμε ότι την πιάναμε από το χέρι, ξέρεις, κανένα φιλάκι, καμία βόλτα, κανένα παγκάκι. Η «Συννεφούλα» είναι έρωτας παιδικής καψούρας με αφορμή το κοριτσάκι το οποίο αγαπούσα εκείνο τον καιρό. Είναι επηρεασμένο επίσης από το φιλμ Jules e Zim του Τριφό. Είναι μια ταινία που μου αρέσει παρά πολύ. Έδειχνε ένα amour impossible τέλος πάντων, έναν αδιέξοδο έρωτα, και εκεί μέσα υπάρχει ένα τραγούδι που λέει η Ζαν Μορό και με βάση αυτό κάθισα και έγραψα τη «Συννεφούλα». Πρέπει να ήμουν 15 χρόνων.

Το «Βιετνάμ γιε γιε» το έγραψα το '65. Θυμάμαι ο στρατιωτικός τότε γιατρός, αδελφός του Φώντα Λάδη, δεν θυμάμαι ποιο ήταν το μικρό του όνομα, μου έφερε μερικούς στίχους, που είχαν για θέμα τους το Βιετνάμ. Δικός του στίχος ήταν το «Αναπνέει με καλάμι κάτω από το νερό». Κάθισα και το έφτιαξα αυτό τραγούδι, αλλάζοντας λίγο τους στίχους, για να το ταιριάξω, αλλά ο φίλος μου δεν ήθελε να μπει το όνομά του, επειδή ήταν στρατιωτικός γιατρός.

Το «Μη μιλάς άλλο γι' αγάπη» το έγραψα ανηφορίζοντας μια μέρα την οδό Σταδίου, λόγια και μουσική. Ήταν άνοιξη, είχα κέφια και από την οδό Θεμιστοκλέους πήγα στο Σύνταγμα, ανέβηκα από τα λουλουδάδικα, έστριψα στην Ακαδημίας, ανέβηκα την Ιπποκράτους, όπου έμενα, και ώσπου να φτάσω στο δωμάτιο που έμενα, το είχα γράψει. Την άνοιξη του 1964.

Το «Οι παλιοί μας φίλοι» πάλι γράφτηκε το '66, επηρεασμένο από το είδος της αμερικάνικης μπαλάντας της εποχής. Τότε είχα αρχίσει πια και άκουγα τέτοια πράγματα, είχαν αρχίσει να έρχονται απ' έξω δίσκοι, όχι στα καταστήματα, αλλά από κανέναν φίλο που σπούδαζε έξω. Εκείνη την άνοιξη, ενόψει της πορείας ειρήνης, διάβασα στην «Αυγή» ένα δίστηλο με τη φωτογραφία ενός νέου Αμερικάνου τροβαδούρου. Τον παρουσίαζε σαν ένα τραγουδιστή της εργατικής τάξης. Αυτό μου κίνησε την περιέργεια και θυμάμαι ότι πήγα την άλλη μέρα στα καταστήματα δίσκων για να τον βρω, αλλά ήταν παντελώς άγνωστος, ουδείς τον ήξερε. Τον Ντίλαν έτσι τον έμαθα. Το καλοκαίρι του '65 κάποιος φίλος από τη Γερμανία, φοιτητής, έφερε τον δίσκο. Μου έκανε μεγάλη εντύπωση μόλις τον άκουσα, ήταν δηλαδή σαν να τραγουδάει ένας άνθρωπος που βγήκε μόλις από το σπήλαιο και έχει τρομάξει. Ήτανε το «Freewheelin'», που περπατάει μαζί με μια κοπέλα. Μου 'κανε εντύπωση η γυμνότητα, γιατί έπαιζε και αυτός με μια κιθάρα μόνο. Βέβαια, εγώ είχα ένα πρότυπο πιο πριν, τον Ζορζ Μπρασένς, ο οποίος ήταν έτσι, με κιθάρα μάλιστα την οποία έφτιαχνε ο ίδιος, δηλαδή ο πιο απλός τρόπος για να είσαι ολόκληρος. Τotal, απόλυτος, δημιουργικός με το τίποτα. Από κει και πέρα, σου φτάνουν ένα κερί και μερικοί άνθρωποι.

Το «Φορτηγό» βγήκε τον Δεκέμβρη του '66. Δεν έκανε τίποτε υψηλές πωλήσεις, 2.000 κομμάτια. Περίμενα κάτι περισσότερο τότε με το «Φορτηγό». Είχα σκεφτεί μάλιστα να αλλάξω δουλειά ή τουλάχιστον να φύγω από τη δισκογραφία προς ώρας και να κάνω λιγάκι τον ναυτικό, να βγάλω χαρτιά να μπω σε κανένα πλοίο γιατί ήθελα να ταξιδέψω. Και θυμάμαι τον Πατσιφά που είχε στενοχωρηθεί πάρα πολύ: «Ρε παιδί μου, γιατί δεν σου αρέσει η  δουλειά σου;». Δεν ξέρω, ήταν και βαρύ το κλίμα στην Αθήνα πια, πέφτανε βόμβες, μας παρακολουθούσε η αστυνομία, παραβιάζανε το σπίτι όπου έμενα και το αναστατώνανε και έβρισκα πατημένα τσιγάρα, μιλάμε πια αρχές του '67, πριν ακόμη  γίνει η δικτατορία. Αναγκάστηκα  να φύγω από το μαγαζί, από την Παράγκα. Την Παράγκα τη βάφτισαν απ' το τραγούδι μου. Μεγάλη επιτυχία, αλλά έμπαινε μέσα η Αστυνομία στα καλά του καθουμένου στο πρόγραμμα, μάζευε ταυτότητες από τους θαμώνες για ψάρωμα, για να παγώνεις. Μερικοί δεν είχαν την ταυτότητά τους, αυτούς τους έπαιρναν και τους πήγαιναν συνοδεία στο Τμήμα, για εξακρίβωση, όπου την έβγαζαν μία νύχτα. Ήταν ένας τρόπος για να μην έρχονται οι άνθρωποι στα μαγαζιά. Το ρεπερτόριό μου ήταν τα δικά μου τραγούδια και μερικά Χατζιδάκι και Θεοδωράκη. Τους ενοχλούσε ιδιαιτέρως το τραγούδι του Μάνου Χατζιδάκι «Ήταν που λέτε μία φορά όπου είχαμε έναν βασιλιά, καλό ανθρωπάκι». Το ερμήνευα με πάθος. Αυτό είναι ένα παλιό τραγούδι του Χατζιδάκι απ' το έργο του Καμπανέλη  «Παραμύθι χωρίς όνομα». Επίσης, το «Πολεμούθαμε (με θ) απ' το βράδυ ως το πρωί» τους ενοχλούσε γιατί έλεγε «Τώρα όλα πήγανε στον βρόντο/ πατρίς, θρησκεία, βασιλιάς».      Στην «Παράγκα» τούς ενοχλούσε «ο χαφιές που μας ακολουθεί», στη «Συγκέντρωση της ΕΦΕΕ» ο στίχος «στον αγώνα του συντρόφου/ στην αγωνία αυτού του τόπου για ζωή». Μου ζήτησε ο ιδιοκτήτης να μην τα λέω και εγώ δεν είχα καμία όρεξη και παραιτήθηκα, έφυγα. Μάλιστα, το γιατί φεύγω το έστειλα στους «Ωτοβλεψίες» των «Νέων». Στον Σταματίου τότε. Του 'γραψα ότι  είχαμε πιέσεις από την Αστυνομία. Θυμάμαι μετά, όταν με συλλάβανε, μέσα στον φάκελό μου είχαν και αυτό το δημοσίευμα. Το θεωρούσαν πολύ επιθετική ενέργεια εκ μέρους μου, διότι βγήκα και τους ξεφώνησα.

Στην Μπουμπουλίνας κρατήθηκα κάπου σαράντα μέρες. Πέρασα από φάλαγγα, πέρασα άσχημα, αλλά όσο περνάν τα χρόνια, όλα αυτά τα θυμάσαι αλλιώς, δεν σε πειράζουν. Όταν βρέθηκα στο Παρίσι μετά, ήταν γιατί πραγματικά δεν άντεχα να ζήσω τότε στην Ελλάδα. Ψυχοσωματικά με ενοχλούσε να βρίσκομαι εδώ πέρα. Όταν πήγα στο  Παρίσι, ο μακαρίτης ο Δεσποτίδης μου είπε να πάμε στο Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, αλλά ντρεπόμουνα να πάω, ήθελα να το ξεχάσω αυτό το πράγμα.

 

«Το Περιβόλι του Τρελλού»

Στη φυλακή, όμως, για να περνάει η ώρα, έγραψα τη «Δημοσθένους λέξη», τη «Θεία Μάνου», και τη «Θαλασσογραφία». Πολλοί απορούσαν. «Μα πώς βρε παιδί μου μέσα σε 'κείνον το ζόφο εσύ έγραφες τραγούδια;». Μα γι' αυτό χρειάζονται τα τραγούδια, για να μπορούμε να ξεπερνάμε τον ζόφο. Μετά, όταν βγήκα, συνέχισα να γράφω, έγραψα το «Είδα την Άννα κάποτε», τις «Πίσω μου σελίδες».

Η «Θαλασσογραφία» είναι τραγούδι φυγής.  Είναι ενδιαφέρον το ότι γράφτηκε μέσα σε μια φυλακή. Το τραγούδι «Δημοσθένους λέξη» είναι για έναν άνθρωπο που ενώ είναι φυλακισμένος, μέσα του νιώθει ελεύθερος. Η «Θεία Μάνου» είναι υπαρκτό πρόσωπο, ήτανε κρατούμενη μεγαλύτερης ηλικίας από μας -που ήμασταν νέα παιδιά- και λόγω πείρας, επειδή είχε φυλακιστεί πολλάκις -ήταν μέλος του ΚΚΕ η θεία Μάνου- κυριολεκτικώς μας περιέθαλψε, μας ενθάρρυνε και μας έδινε συμβουλές για το πώς να τα βγάλουμε πέρα μέσα στη φυλακή. Τη σκέφτομαι πάντα με μεγάλη αγάπη. Πριν ακόμη βέβαια μπω στη φυλακή χώρισα με το τότε κορίτσι μου και το ερωτεύτηκα μόλις χωρίσαμε. Το τραγούδι «Είδα την Άννα κάποτε» είναι τραγούδι έρωτος, αλλά μετά τον χωρισμό. Χωρίσαμε  τελειωτικά, αλλά πολλές φορές ένας χωρισμός φέγγει, φωταγωγεί όλη την ιστορία. Δίνει το αληθινό νόημα μιας σχέσης και βοηθιέται αν υπάρχει και κανένα καλό τραγουδάκι από δίπλα. Μετά έφυγα στο Παρίσι. Έφυγα μαζί με την Άσπα. Η Άσπα είχε χαρτιά, εμένα μού απαγόρευσαν την έξοδο. Πήγα στο υπουργείο Εσωτερικών μαζί με την Άσπα και είπα «Κοιτάξτε, παντρευτήκαμε και θέλουμε να κάνουμε ένα ταξίδι του μέλιτος. Εγώ εξάλλου είμαι φοιτητής και πρέπει να γυρίσω για τις εξετάσεις μου». «Το παντρευτήκαμε» το είπα λιγάκι σαν να έκανα δήλωση μετάνοιας, σαν να έλεγα «κοιτάξτε, έγινα καλό παιδί». Και κάπως έτσι ίσως το εισέπραξε και ο γενικός γραμματέας γιατί μου έδωσε τελικά ένα χαρτί που μου έδινε την άδεια να ταξιδέψω για δεκαπέντε μέρες μόνο. Βγήκα στο εξωτερικό με αυτό και το πλαστογράφησα μετά για να μπορώ να κινούμαι. Δεν είχα σκοπό να γυρίσω.

Έμεινα έναν χρόνο έξω. Εκεί πέρα έγραψα τα τραγούδια «Το Περιβόλι», «Οι πίσω μου σελίδες», ξαναέγραψα τη «Συννεφούλα». Έκανα μάλλον μια διασκευή, την έκανα σαρκαστικό στρατιωτικό εμβατήριο. Έγραψα επίσης τα «Παιδιά που χάθηκαν». Γιατί εμείς, κάποια στιγμή, γυρίσαμε με την Άσπα στην Ελλάδα, αλλά πολλά παιδιά της ηλικίας μου παρέμειναν στην παρανομία, στις χημικές παραισθήσεις και στην περιπέτεια - γι' αυτούς είναι γραμμένο το τραγούδι. Την «Ωδή στον Γεώργιο Καραϊσκάκη» την έγραψα επίσης εκεί. Το τραγούδι ήταν γραμμένο στην αρχή για τον Τσε, αλλά μετά το ξαναδούλεψα για να μπορέσω να αντιμετωπίσω τη λογοκρισία και νομίζω ότι δεν θα δυσαρεστηθεί ο στρατηγός Καραϊσκάκης που τον δάνεισα στον Τσε, ούτε και το ανάποδο, ο ένας περιέχει τον άλλο κατά κάποιο τρόπο. Νομίζω γράφτηκε και τελευταίο στη σειρά, στο  Μιλάνο πια. Από το Παρίσι πήγαμε στο Μιλάνο, την προηγουμένη της αντιδιαδήλωσης του Ντε Γκολ. Τον Μάιο του '68 είχαν κοπεί οι συγκοινωνίες, απεργούσαν ως και οι τελωνοφύλακες. Λοιπόν, κινηθήκαμε με οτοστόπ με διάφορα φορτηγά, μα κάθε τρεις και λίγο η Άσπα ήθελε να σταματήσουμε για να κάνει εμετό. Ο άνθρωπος μας περίμενε, την επόμενη φορά όμως ντρεπόμουνα, τον χαιρετούσα και άντε πάλι από την αρχή να προσπαθείς να βρεις φορτηγά. Φοβηθήκαμε εγκυμοσύνη. Ταλαιπωρημένοι φτάσαμε κάποια στιγμή στο Μιλάνο. Ήταν όντως εγκυμοσύνη. Τώρα τι κάνουμε; Πρώτη λύση γυρίζουμε Αθήνα. Η δεύτερη, προχωράμε σε άμβλωση και μένουμε προσώρας Μιλάνο, όπου είχα βρει και μια δουλίτσα. Το να προχωρήσουμε σε άμβλωση δεν ήταν έξω από την κουλτούρα μας, είχαμε καταφύγει ξανά σε ανάλογο μέσο, αλλά είδα τον εαυτό μου σε μια φλασιά, μετά από δέκα-είκοσι χρόνια, και αναρωτήθηκα, μπορώ να ζήσω όλη μου τη ζωή στον αέρα; Το θέλω αυτό το πράγμα; Έχω τη γνώμη ότι πολλά παιδιά εκείνης της δεκαετίας το αναρωτήθηκαν αυτό το πράγμα κάποια στιγμή στη ζωή τους. Εμείς αποφασίσαμε να γυρίσουμε Ελλάδα, να γυρίσουμε στη γλώσσα μας και στον κόσμο τον παραδεδομένο, όπως τον ξέραμε.

Ήταν ακριβώς στο τέλος του '68. Γυρίσαμε στην κηδεία του Γεωργίου Παπανδρέου, Οκτώβρη. Αποφασίσαμε να γυρίσουμε δηλαδή, να κάνουμε το πρώτο μας παιδί, να κάνουμε σπίτι και δουλειά. Όταν γυρίσαμε μας συλλάβανε στο αεροδρόμιο γιατί είπα ότι έχασα το διαβατήριό μου. Είχαμε κάτι προβλήματα, τέλος πάντων ορθοποδήσαμε, τα καταφέραμε, ας πούμε. Αυτή η επιστροφή είναι το «Περιβόλι», γι' αυτό το πράγμα μιλάει.

«Οι Πίσω μου σελίδες» γράφτηκαν στο Παρίσι. Με πείραζε κάποτε όταν ερμηνεύαν τα τραγούδια μου τελείως διαφορετικά  απ' ό,τι τα σκέφτηκα εγώ. Ήμουν καινούργιος στη δουλειά, δεν ήξερα ότι αυτό συμβαίνει πάντα. Μετά από κάποιες ταλαιπωρίες που πέρασα στο Παρίσι και μετά τη φυλακή, σαν να ωρίμασα κάπως και σκέφτηκα ότι τα τραγούδια που γράφω είναι κάτι ανεξάρτητο από μένα.  Σαν να 'ναι παιδιά δηλαδή, που μάλιστα μπορεί να μουντζώσουνε και αυτόν που τα έγραψε, όπως τα παιδιά τον μπαμπά τους, ας πούμε, και βροντάν την πόρτα πίσω. Τα έργα μας έχουν μια δικιά τους ζωή, δεν μπορούμε να τα ελέγξουμε. Το τραγουδώ μάλλον πικραμένος αυτό το τραγούδι, όμως είναι αλήθεια αυτό το συναίσθημα που ένιωσα. Πολλές φορές με ρωτούνε «εσύ που έγραψες εκείνο και εκείνο γιατί τώρα λες το δείνα και το άλλο;». Τους απαντώ «κρατήστε λοιπόν το τραγούδι και αφήστε εμένα, τι σημασία έχει;».

Η «Δημοσθένους Λέξη» δεν έχει μπει στο «Περιβόλι», αλλά γράφτηκε τότε. Είναι της φυλακής.

Το «Σαν ρεμπέτικο παλιό» λέει «Τα ξεπούλησα φθηνά /το χαλί μου, τα ρούχα και το μπρίκι». Είχα διαβάσει εκείνο τον καιρό τις ταξιδιωτικές εντυπώσεις από τις Ηνωμένες Πολιτείες του Βασίλη Βασιλικού, που τελείωναν με ένα στιχάκι: «Δεν είδα τίποτε στις ΗΠΑ και είπα γεια χαρά σου στον Αντύπα». Από κει το πήρα και έγραψα το τραγούδι με την έννοια ότι εγκαταλείπω την Ελλάδα. Μαζί με τη «Θεία Μάνου» και το «Βιετνάμ γιε γιε» είναι οι πρώτες μου αμερικανιές. Από την άποψη του ρυθμού δηλαδή. Μάλιστα στο «Βιετνάμ» αυτή η μελωδία στο στίχο «Τώρα κρυμμένος στο ποτάμι/ ανασαίνεις» είναι κλεμμένο από Ντίλαν, κάποιο τραγούδι του Ντίλαν που δεν θυμάμαι τώρα. Έτσι ασυναίσθητα το έκανα.

Το «Ντιρλαντά» είναι ένα τραγούδι το οποίο άκουσα για πρώτη φορά πολλά χρόνια πριν βγει, από τους ψαράδες στη Θάσο, και εν συνεχεία το άκουσα ηχογραφημένο στις συλλογές από 45άρια που έκανε η Δόμνα Σαμίου. Λοιπόν, έκανα μια διασκευή του. Πρέπει να σας πω ότι εκείνα τα χρόνια υπήρξε ένα ενδιαφέρον από πολλούς -και από τη μεριά μου- για παραδοσιακά τραγούδια. Θυμάμαι που στο ρεπερτόριό μου τραγουδούσα το «Γιάννη μου το μαντήλι σου» από την  Ήπειρο, το '63 ακόμη. Ή, τραγουδούσα στη «Στοά» του Κούνδουρου τον «Ερωτόκριτο». Εκ των υστέρων παρατηρώ ότι αυτό γενικά συνέβαινε στον πλανήτη, υπήρχε μια στροφή στην παράδοση, έκανε, ας πούμε, σουξέ τραγουδώντας παραδοσιακά η Joan Baez. Εν συνεχεία έκαναν τεράστια επιτυχία με ένα παραδοσιακό τραγούδι οι Simon & Garfunkel, το «El condor pasa» και πάνω στα ρούχα τους επίσης τα παιδιά βάζανε στοιχεία φολκλορικά, δηλαδή γιλέκα με καθρεφτάκια -το θυμάμαι και στο εξωτερικό και στην Ελλάδα- κάτι ταγάρια... Μέσα σε αυτό το πράγμα πρέπει να δεις την επιτυχία «Ντιρλαντά». Άρεσε πάρα πολύ στον κόσμο, έγινε μεγάλη επιτυχία και μάλιστα διεθνής. Βγήκε και σε δισκάκι μικρό, είχε πουλήσει πάρα πολύ, είχε πάει στο εξωτερικό. Βγήκε και στα γιαπωνέζικα. Μια μέρα παρουσιάστηκε ένας άνθρωπος από την Κάλυμνο και ισχυρίστηκε ότι το τραγούδι είναι δικό του. Η  Δόμνα, την οποία άκουγα, το απέκλειε, είναι παραδοσιακό τραγούδι, και μάλιστα πήγα στο λαογραφικό αρχείο της Ακαδημίας Αθηνών που μου το δώσανε ως καταχωρημένο στα παραδοσιακά νησιώτικα τραγούδια. Σε κείνη την πρώτη φάση την κέρδισα τη δίκη. Δεν είπα ποτέ ότι είναι δικό μου το τραγούδι. Στο εξώφυλλο γράφει ότι είναι μια διασκευή δημοτικού τραγουδιού. Παραδοσιακό το ανακήρυξε και το δικαστήριο και έκτοτε δεν έδωσα σημασία. Όμως ο Καπετάν Γκίνης, που ισχυριζόταν ότι είναι ο συνθέτης του τραγουδιού, κουβάλησε όλο το νησί στο δικαστήριο σε μιαν άλλη φάση, ως μάρτυρες που λέγανε «ήμουν εκεί όταν το έγραφε» και τα λοιπά. Το επιχείρημά όσων με υποστήριζαν ήταν ότι δεν γίνεται ένας άνθρωπος να γράψει ένα τραγούδι μόνο και μάλιστα ένα τέτοιο τραγούδι, πού είναι τα άλλα; Δεν υπήρχαν άλλα τραγούδια. Όμως το δικαστήριο δεν το δέχτηκε αυτό το επιχείρημα. Λένε τώρα αρβύλα ότι μεσολάβησε ο Πατακός, αλλά δεν ξέρω να σας πω αν αυτά είναι αλήθεια.

Υπάρχει ένα διασκεδαστικό περιστατικό στη δίκη από τον Γιάννη τον Παπαϊωάννου. Λέει ο Παπαϊωάννου «Εγώ το θυμάμαι από έφηβος που το τραγουδούσαμε». «Πού το τραγουδούσατε;» ρωτάει το δικαστήριο. «Στον  Πειραιά, στην ξυλομηχανή». «Ποια ξυλομηχανή;». Ήθελε να πει δεν είχαμε μηχανή, κουπιά μόνο. Ονόμαζε ξυλομηχανή το ψάρεμα με βάρκα. Και του λέει ο δικηγόρος «Έχετε άδεια αλιείας;». Οπότε εδώ γελάνε όλοι, τι άδεια αλιείας να έχει ο κυρ Γιάννης τώρα; Και λέει «βεβαίως», γιατί δεν ξέρανε ότι ο λαϊκός άνθρωπος όλα τα έγγραφα της ζωής του τα κουβαλάει επάνω του. Και ανασύρει από την τσέπη το στεφανοχάρτι, το συμβόλαιο αγοράς του σπιτιού, το απολυτήριο του στρατού, το πιστοποιητικό γεννήσεως και άδεια αλιείας του 1930! Τον τάπωσε τον δικηγόρο. Όμως, τη δίκη τη χάσαμε.