Για τους πολλούς πολέμιούς της, η βιογραφία είναι κάτι σαν το junk food: ένα φτηνό (αν και νόστιμο) υποκατάστατο, που απομακρύνει τους αναγνώστες από το εύχυμο και θρεπτικό ψαχνό της λογοτεχνίας. Απευθύνεται στους βιαστικούς και τους ακατέργαστους, που θεωρούν χαμένο χρόνο ένα ωραίο τελετουργικό δείπνο - μ' άλλα λόγια σ' εκείνους που θεωρούν ότι αν διαβάσουν περί του βίου ενός δημιουργού παίρνουν μιαν ασφαλή ιδέα περί το έργο. Κι ύστερα είναι και η συνταγή, πάνω στην οποία βαδίζουν κατά κανόνα οι βιογράφοι, ο τρόπος με τον οποίο ξεδιπλώνουν τα ευρήματα της πολύχρονης ανασκαφής τους σε αρχεία, προσωπικά χαρτιά, κάθε λογής υλικό: η συντηρητική, μονόδρομη, γραμμική ακολουθία της βιογραφικής αφήγησης ελέγχεται ως ελλειμματική.

Όμως η βιογραφία ως είδος δεν το βάζει κάτω. Εξακολουθεί να υπάρχει υπό όλες τις μορφές της: ογκώδες πόνημα με σχολαστικό υπομνηματισμό, ελεύθερη αφήγηση με στοιχεία μυθοπλασίας, μακροσκελής συνέντευξη με μικρή ανάμειξη του ερευνητή. Κι όσο περνούν τα χρόνια και τη σκυτάλη παίρνουν ολοένα και πιο υποψιασμένοι βιογράφοι, οι μέχρι πρότινος αδιαμφισβήτητες προϋποθέσεις της βιογραφίας (η ανθρώπινη ταυτότητα είναι απολύτως καθορισμένη και σταθερή, η πρόθεση του συγγραφέα και το παραγόμενο νόημα ταυτίζονται, η ιστορία είναι απλώς υπόθεση τοποθέτησης των γεγονότων στη σωστή σειρά) ανατρέπονται κι έτσι γεννιούνται νέα βιβλία, οξυδερκή και στοχαστικά, που καταρρίπτουν τις πληκτικές και τρομοκρατικές χρονολογικές δομές, οι οποίες λειτουργούσαν, στη βιογραφία, σαν πνιγηροί αφηγηματικοί ιστοί. Ένα προσωπικό παράδειγμα: δεν ξέρω αν θα καταλάβαινα τον Βίτγκενσταϊν, αν δεν υπήρχε η σπουδαία βιογραφία του Ρέι Μονκ (στα ελληνικά από τις εκδόσεις Scripta).

Πολύχρονη έρευνα, μερικές φορές προσωπική γνωριμία, δημοσιογραφικό δαιμόνιο, ιστορική γνώση και συγκαιρινή αντίληψη πάντως συνιστούσαν και συνεχίζουν να συνιστούν το οπλοστάσιο του βιογράφου. Η προσωπική γνωριμία, αν και βαραίνει αναπόφευκτα με κάποια προκατάληψη, θετική ή αρνητική, τον γράφοντα, δίνει μεγαλύτερη ζωντάνια στην αφήγηση, την κάνει πιο θερμή και πιο άμεση. Αυτή είναι η περίπτωση του δημοσιογράφου Τζέραλντ Κλαρκ, που συνεργάστηκε με τον Τρούμαν Καπότε επί χρόνια (αποσπώντας του, μάλιστα, τη γενναιόδωρη υπόσχεση ότι δεν θα ζητήσει ποτέ να δει τι είχε γράψει), ακούγοντας τις πολύωρες αφηγήσεις του, συμπαθώντας τον, συμπονώντας τον, αλλά μην ξεχνώντας ποτέ πόσο διαφορετικοί, πόσο ανταγωνιστικοί, μερικές φορές, ήταν οι ρόλοι τους. «Εκείνος ήταν το αντικείμενο της μελέτης, που μερικές φορές υπερέβαλε. Εγώ ήμουν ο βιογράφος, που ήθελα τα γεγονότα. Ως αποτέλεσμα, η σχέση μας δεν ήταν πάντα ομαλή». Παρ' όλα αυτά, το αποτέλεσμα, ένα ογκώδες βιβλίων εξακοσίων περίπου σελίδων είναι πραγματικά ενδιαφέρον, φτάνοντας να γίνεται, μερικές φορές, σπαρακτικό, ιδίως όταν ο Κλαρκ περιγράφει τα τελευταία χρόνια της ζωής του συγγραφέα. Η βιογραφία, σε μετάφραση Βασίλη Μανουσάκη, μόλις κυκλοφόρησε από το Μεταίχμιο, με μότο τη συμπαθητική ετυμηγορία του Τρούμαν Καπότε: «Ο Τζέραλντ Κλαρκ γνωρίζει περισσότερα για μένα απ' ό,τι κι εγώ ο ίδιος». Διατρέχοντας τις σελίδες, δεν θα μπορούσε παρά να συμφωνήσει κανείς.

Ο Κλαρκ είναι μια περίπτωση συμπαθητικά διακείμενου προς το αντικείμενό του ερευνητή· μπαίνει, ωστόσο, κανείς στον πειρασμό να πει ότι το ακριβώς αντίθετο ισχύει για τον Ντέιβιντ Τόμσον, που υπογράφει τη βιογραφία του Όρσον Γουέλς (Rosebud, μτφρ. Δημήτρης Νόλλας, εκδ. Πάπυρος). Ο βιογράφος εκνευρίζεται από την εκκεντρικότητα του μεγάλου σκηνοθέτη, τους «θεατρινισμούς» του, την αλαζονεία, τους κακούς τρόπους, τον ναρκισσισμό του. Δεν του συγχωρεί την αδιαφορία του για τις γυναίκες του, ιδίως τη Ρίτα Χέιγουορθ, την οποία και δεν μπόρεσε «ή δεν θέλησε» να βοηθήσει. Μπλέκει τη βιογραφική αφήγηση με την κινηματογραφική κριτική και μερικές φορές είναι ξεκάθαρα απορριπτικός. Όλα αυτά, όμως, συμβαίνουν μόνο στην επιφάνεια. Ο Τόμσον αναγνωρίζει τη μεγαλοφυΐα αυτού του «αήττητου πρωταθλητή», όπως τον ονομάζει. Δηλώνει πως «χρόνο με το χρόνο γίνεται όλο και πιο ξεκάθαρο πως κανείς δεν μπορεί να τον ξεπεράσει, ούτε αυτόν, ούτε τον Πολίτη Κέιν». Διακρίνει πόσο βίαια ανασκάλεψε τα πάθη με τις κινηματογραφικές του εφορμήσεις, πόσο πλατύτερος ήταν και από τη ζωή την ίδια. Αν ο Τόμσον ασκεί στο έπακρο την αυστηρότητά του, είναι μάλλον γιατί θέλει να παρουσιάσει τον Όρσον Γουέλς όπως ήταν: θλιμμένος, ρωμαλέος, και κυρίως γενναίος, αφού «χρειάζεται πολύ θάρρος για να είσαι ατελής» και ταυτόχρονα βασανισμένος, όπως όλοι οι άρπαγες της τελειότητας. Δίνοντας έμφαση στα ελαττώματα του Γουέλς, ο Τόμσον θυμίζει την απογοήτευση του εραστή όταν διακρίνει ψεγάδια στο αντικείμενο της λατρείας του. Διαλέγοντας να κλείσει το βιβλίο του με μια ατάκα της Ζαν Μορό -«ο Όρσον Γουέλς μοιάζει τόσο πολύ με έκπτωτο βασιλιά... επειδή δεν υπάρχει βασίλειο στον κόσμο, αρκετά καλό για τον Όρσον Γουέλς»- τιμά μελαγχολικά αυτό τον θηρευτή του απόλυτου, που το συνεχές κονταροχτύπημά του με το αδύνατο αναστατώνει και συγκινεί.

Εξίσου θερμή είναι και η διαπραγμάτευση που επιφυλάσσει ο Ολιβιέ Τοντ στον Αλμπέρ Καμύ (μτφρ. Ρίτα Κολαϊτή, εκδ. Καστανιώτη) στη βιογραφία του, που σε λιγότερο από έναν μήνα θα έχει τη θέση της στις προθήκες. Ο Τοντ βυθίστηκε στην προσωπική αλληλογραφία, τα σημειωματάρια, τις δημόσιες ανακοινώσεις, τις συνεντεύξεις με την οικογένεια, τους φίλους, τους ομοτέχνους, τις ερωμένες του Καμύ, για να αναδείξει το τάνυσμα του μεγάλου ηθικολόγου συγγραφέα ανάμεσα στις πολλές του αντιφάσεις και τις εσωτερικές συγκρούσεις: την πίστη του στην οικογένειά του από τη μια και την παθιασμένη του φύση από την άλλη, την ανάγκη του για πολιτική δράση και την αφοσίωσή του στην τέχνη του, την υποστήριξη των Αλγερινών αυτοχθόνων και την ταύτισή του με τους «λησμονημένους της αποικιοκρατίας», τους φτωχούς pied-noirs. Γοητευτικός και καυστικός, οικείος και θεατρικός, γνήσια μετριόφρονας κι όμως υπέρμετρα φιλόδοξος, μοναχικός μα πάντα περιστοιχιζόμενος από σαγηνευμένα πρόσωπα, πεισματικά ακατάτακτος όμως επίμονα στρατευμένος, εσωτερικά ταλανισμένος από μια ηθική επιταγή που ποτέ δεν εγκατέλειψε και που τον οδήγησε σε απομόνωση και σε σύγκρουση ακόμη με πρώην φίλους του όπως ο βιτριολικός Σαρτρ, ο Καμύ είναι μυθιστορηματικό πρόσωπο και ο ίδιος. Ο Τοντ αποτυπώνει τις αντιφατικές πλευρές του συγγραφέα, στοχαστή, δημοσιογράφου, θεατρικού συγγραφέα και σκηνοθέτη, την πολύπλοκη εκείνη φύση που αναγνώριζε την πολυπλοκότητα και των άλλων, τον αέναα σκεπτικιστή, καχύποπτο απέναντι σε όλες τις μορφές ριζοσπαστισμού, επειδή ακριβώς γνώριζε καλά ότι κάθε μορφή ριζοσπαστισμού αντιπροσωπεύει τον φανατισμό και προκαλεί την οδύνη.