Ο Δημήτρης Πολιτάκης για το ιδανικό καλοκαίρι

Το ιδανικό καλοκαίρι είναι μια στιγμή. Είναι προχωρημένο σούρουπο, ο ήλιος έχει δύσει, το τοπίο θολώνει – κι εγώ είμαι ξαπλωμένος στ’ ανοιχτά, στην επιφάνεια μιας θάλασσας σε πλήρη καταστολή, κοιτάζοντας τους φίλους μου στην παραλία να αντιμετωπίζουν το λιγότερο επείγον δίλημμα του κόσμου: Να φύγουμε πριν νυχτώσει εντελώς ή να κάτσουμε λίγο ακόμα; Ακούγονται οι απόηχοι ενός τραγουδιού που δεν μπορώ να αναγνωρίσω – τα αυτιά μου είναι βουτηγμένα στο νερό, εθισμένα στο απόκοσμο υποβρύχιο βουητό. Ξέρω τι θα γίνει, κι αυτό μού χαρίζει μια πρωτόγνωρη ασφάλεια: Σε λίγο θα ανάψει το φως στην παλιά ξύλινη κολόνα της ΔΕΗ ψηλά στο μονοπάτι, και μετά ένα ένα τα φώτα απέναντι στο μικρό λιμάνι. Το σκοτάδι θα πέσει αργά σαν fade out αλλά απόλυτα (δεν έχει φεγγάρι απόψε)· προς το παρόν όμως το λυκόφως κάνει να μοιάζουν τα πάντα πιθανά και ακίνδυνα.

 

Ο Χρήστος Παρίδης για το καλοκαίρι στη Χαμαμέτ

Ήταν η εποχή που από τα τρανζίστορ άκουγες στη διαπασών το Μαρία με τα κίτρινα και το Να 'τανε το ’21. Αγόρια με αμάνικα μπλουζάκια, μακρύ μαλί και ηλιοκαμένα μπράτσα διπλαρώνανε αναψοκοκκινισμένες αφράτες γερμανιδούλες, σβήνοντας την μετεφηβική τους κάψα, εξαργυρώνοντας το μύθο του έλληνα εραστή. Γερακινή Χαλκιδικής, καλοκαίρι του 1973. Μεταλλεία ψηλά στο βουνό, μετά το χωριό, ο κεντρικός δρόμος ελάχιστα φαρδύς, ο αγρός, η θάλασσα. Λίγο πιο πέρα το –περίφημο τότε– Gerakina Beach. Η παραλία σα βγαλμένη από τις ειδυλλιακές εικόνες του παλιού αναγνωστικού της Α΄ Δημοτικού: πεντακάθαρα νερά, ένα ίσωμα καυτής άμμου, ντόπιες φαμίλιες, γιαγιάδες, μανάδες, μωρά, μπανιερά, πολύχρωμες πετσέτες, σωσίβια, φαγητά, καρβέλι, τομάτα, τυρί! Τα χωριατόπαιδα να βουτάνε αμέριμνα, με παντελή άγνοια του φόβου, γύρω από το ρημαγμένο, σκουριασμένο ναυάγιο, και βαγονάκια πάνω σε ράγες με τα οποία μεταφέρανε τα ορυκτά μέχρι τα φορτηγά πλοία να πηγαινοέρχονται μέχρι τα μεταλλεία. Κάθε λίγο και λιγάκι μια νέα έκρηξη τράνταζε το τοπίο και μάθαινα για πρώτη φορά την ταχύτητα του φωτός και του ήχου, καθώς πρώτα βλέπαμε τον καπνό και μετά ακούγαμε τον κρότο.

Το μικρό μας συγκρότημα, κατάλυμα μεσοαστικών οικογενειών της Θεσσαλονίκης. Έφηβοι στα πρώτα ερωτικά σκιρτήματα, στα πάρτι όπου τρυπώναμε ανεπιθύμητοι και οι μικρότεροι. Το αποκορύφωμα ήταν η στιγμή που έμπαινε στο πικάπ το Εκείνο το καλοκαίρι, ενώ το μεγαλύτερο καλλιτεχνικό/τηλεοπτικό γεγονός –μεσούσης της δικτατορίας– ήταν η διοργάνωση των Καλλιστείων για τη Μις Υφήλιος στο Ηρώδειο! Μπροστά από τη μοναδική ασπρόμαυρη τηλεόραση, η οποία εγκαταστάθηκε στην αυλή, όλοι πήραν θέση σε απόσταση τέτοια ώστε να έχουν οπτική επαφή με τη μικρή οθόνη· εμείς τα παιδιά –στριμωγμένα όλα μαζί μπροστά– στρωθήκαμε να δούμε σε απευθείας μετάδοση από την ΥΕΝΕΔ το μοναδικό για τα ελληνικά χρονικά υπερθέαμα, στο οποίο, αν θυμάμαι καλά, βγήκε η Μις Φιλιππίνες.

Χρόνια άγουρα, μεγάλης αθωότητας και ξεγνοιασιάς. Όλα αυτά μου ’ρθαν στο μυαλό ένα πρωινό πέρυσι, σε μια λαϊκή παραλία της Hammamet, όταν άνοιξα τα παντζούρια του παλιού παρακμασμένου ξενοδοχείου La Belle View και αντίκρισα την καταγάλανη θάλασσα με το ανεπαίσθητο κυματάκι, ένα δυο ψαροκάικα με τους ψαράδες να μαζεύουν τα δίχτυα τους, ελάχιστους λουομένους να λιάζονται, το αεράκι να φουσκώνει μια συστάδα από φοινικόδεντρα. Η μνήμη διαπέρασε το δέρμα μου. Συνειδητοποίησα ότι είχαν περάσει τριάντα τρία χρόνια από εκείνο το καλοκαίρι. Κι εγώ έπρεπε να ταξιδέψω μέχρι τη βόρεια Αφρική για να ξαναβρώ την απλότητα και τη γαλήνη του ελληνικού καλοκαιριού της παιδικής μου ηλικίας!

Ο Κωστής Παπαγιώργης για το καλοκαίρι με ιστιοπλοϊκό

Διακοπές δεν πήγαινα ποτέ. Τα καλοκαίρια τα περνούσαμε με φίλους στο «Άμα λάχει» της Καλλιδρομίου πίνοντας και σαχλαμαρίζοντας ολονυκτίως, οπως κάνουν όλοι οι κανονικοί άνθρωποι. Αλλά αφότου παντρεύτηκα γνώρισα από κοντά τη θάλασσα, χάρη στον μπατζανάκη μου Τάκη Λιαρμακόπουλο και στο ιστιοπλοϊκό του Ηλέκτρα. Από ψηλό κατάστρωμα η θάλασσα δε φαίνεται, από χαμηλό λέει πολλά μυστικά της. Η πιό ακριβή σκηνή πάντως που έζησα ανά το Αιγαίο ήταν ένα εφταρο-οχτάρι μποφόρια έξω από το Σούνιο, οπου μου έφυγε το ταμ τιριρίμ. Κάτι κύματα τετραώροφα, ο Λιαρμακόπουλος γελαστός στο τιμόνι, το σκάφος να ανεβοκατεβαίνει αγκομαχώντας, τα παιδιά κάτω να κάνουν εμετό· ζόρικες οι διακοπές! Όταν ρώτησα τον Τάκη «πού πάμε ρε γαμώτο;», η απάντηση ήταν θαλασσινή: «Σε δυο ώρες πιάνουμε Ευβοϊκό…»

Ο Φώτης Βαλλάτος για ένα καλοκαίρι στο Καστελόριζο

Στο εξωτερικό* κατάλαβα ότι αυτό που έχει αξία δεν είναι μια παραλία τής κλισέ ομορφιάς με εκατοντάδες κόσμο τριγύρω, ρακέτες και αυτές τις πτυσσόμενες σαλοτραπεζαρίες των οικογενειών. Ένα τσιμέντο (ναι, τσιμέντο!) και μια θάλασσα μου αρκεί. Ένα τσιμέντο, μερικά βιβλία, βόλτες τις Παρασκευές με το καΐκι της Βαρβάρας απέναντι στην Τουρκία, στο Κας, για το παζάρι και για αφέψημα από ρίγανη σε ένα εστιατόριο/ σπίτι χωρίς καρέκλες, βουτιές στη Γαλάζια Σπηλιά, όπου ο φωτισμός κάνει τα σώματα να φαίνονται σαν από συσκευή X-Ray, ανάβαση στον Αϊ-Γιώργη του Βουνού για το σουρεαλιστικό πανηγύρι με φαγητό ρεφενέ και μουσική από ένα «αρχαίο» κασετόφωνο, ραβανί και παλιομοδίτικες πάστες στο ζαχαροπλαστείο με την Άνα Μουγκλαλίς να χορεύει τανγκό με το αγόρι της, μάζεμα χουχουλιών (τα σαλιγκάρια της θάλασ- σας) και αχινών από το λιμάνι (ναι, από το λιμάνι!), υγρά φιλιά με την Ε. τα βράδια στις ξαπλώστρες κάτω από τα δωμάτια της Marie, με ένα κομμάτι του Νίνο στο τέρμα από το απέναντι μπαρ και τον Ν. να μας αποχαιρετάει κάθε χρόνο με τη φράση «άντε, και του χρόνου ραντεβού στο εξωτερικό»*.
*όπου εξωτερικό, βλ. Καστελόριζο.

H Δέσποινα Τριβόλη για το φετινό καλοκαίρι

Το πιο συμπυκνωμένο και τρελό καλοκαίρι της ζωής μου είναι το φετινό, κι ας μην έχει τελειώσει ακόμα. Το ξέρω από τώρα γιατί έχει αρχίσει φαντασμαγορικά – μ’ ένα ταξίδι στην Καλιφόρνια. Η αφορμή ήταν ο γάμος μιας πολύ καλής (Καλιφορνέζας, εννοείται) φίλης: παντρεύτηκε και με ήθελε για παράνυμφο. Στην πραγματικότητα αυτό το ταξίδι ήταν κάτι σαν reunion των 4 καλύτερών μου φιλενάδων (όλες παράνυμφοι) από το πανεπιστήμιο: μένουμε σε τρεις διαφορετικές χώρες, βλεπόμαστε σπάνια, και ο γάμος της φίλης μας ήταν μια ευκαιρία να ξαναβρεθούμε.

Ξεκινήσαμε από το Los Angeles να συναντήσουμε τη νύφη στο San Francisco. Διανύσαμε από την παραλιακή τη διαδρομή Los Angeles - San Francisco, στα χνάρια του παλιού El Camino Real, του δρόμου που είχαν ακολουθήσει οι ισπανοί ιεραπόστολοι για να διδώσουν τον χριστιανισμό στους ινδιάνους ιθαγενείς. Χαζεύαμε από τη μια την ακτή από την άλλη τα αμπέλια, ακούγοντας μεξικάνικη μουσική mariatsi και kaki country (Θα είμαι ο ίσκιος σου αγάπη μου, σήκωσε το τηλέφωνο και θα είμαι εκεί –πίσω από το καουμπόικο καπέλο μου).

Σταματήσαμε στην Santa Barbara και στο St. Louis Obispo – δυο μόνο από τις 21 πόλεις που ίδρυσαν οι ιεραπόστολοι στο δρόμο τους –, αλλά και στο Buelton (την πατρίδα της σούπας αρακά), το Gaylor (την πόλη του σκόρδου), και σε διάφορα diners που σερβίριζαν μερίδες φαγητού ιδανικές για πεινασμένους φαντάρους. Στο San Francisco συναντηθήκαμε με τη νύφη, την οποία –όπως προστάζει η αγγλοσαξονική παράδοση– προσπαθήσαμε να μεθύσουμε ακόμα και στις δέκα το πρωί. Ο γάμος έγινε δυο μέρες μετά, στην κορυφή μιας απομονωμένης βουνοπλαγιάς στη Βόρεια Καλιφόρνια, δίπλα στο χωριό της νύφης. Ήταν ένα υπέροχο ταξίδι, η αρχή ενός ακόμα πιο ωραίου καλοκαιριού. Τίποτα δεν πρόκειται να μου αλλάξει γνώμη – ούτε καν το τιρκουάζ τουρτένιο φόρεμα που αναγκάστηκα να φορέσω για τη γαμήλια τελετή.

Ο Απόστολος Διαμαντής για ένα καλοκαίρι στον Παγασητικό

Διακοπές δεν έχω κάνει ποτέ στη ζωή μου. Αυτό που έκανα ονομαζόταν παραθερισμός. Όλο το θέρος δηλαδή. Πάω, από μικρός, Ιούνιο, Ιούλιο και Αύγουστο στο σπίτι μου και παραθερίζω. Όλο στο ίδιο μέρος, διότι ο μπαμπάς αυτό το σπίτι μού άφησε. Στα Καλά Νερά, στο Πήλιο. Μπροστά στον Παγασητικό. Το να φύγω με το πλοίο και να πάω διακοπές σε νησί μού φαίνεται τρομερά περιπετειώδες. Ακόμη κι όταν ήμουν νέος, 20 χρονών, δεν το σκεφτόμουν καθόλου. Πρώτον διότι δεν είχα λεφτά και δεύτερον διότι παραθέριζα. Μια φορά μόνον πήγα στη Σκόπελο – το 1982, επί σοσιαλισμού. Είπα κι εγώ, μέσα στον γενικό ενθουσιασμό, να πάω. Έμεινα 4 μέρες, έπαθα τροφική δηλητηρίαση από στιφάδο και έκτοτε δεν το επανέλαβα. Από όλους αυτούς τους παραθερισμούς, ο καλύτερος ήταν ο περσινός μου. Διότι καθόμουνα δυο μήνες κάτω από τον πλάτανο του κήπου, χωρίς καμία αγωνία. Το καλοκαίρι, άμα δεν προσέξεις, γεμίζεις αγωνίες. Κυρίως ερωτικές. Πέρσι όμως πέρασα μια χαρά. Με ουίσκι, κουβανέζικα και λουκάνικα ψητά. Ελπίζω και φέτος στην ίδια ευτυχία…

Ο Θεόφιλος Δουμάνης για ένα καλοκαίρι στην Πάτμο

Δεκαετία ’80, λίγο μετά τα μισά της. Με τους U2 στο φόρτε τους,τον Βoy George στη δύση του και το Life is Life των Opus να μας βαράει τ’ αυτιά όπως τώρα ο James Blunt, πιτσιρικάδες πήραμε το πλοίο για την Πάτμο. Μπορεί να ήταν και το Δημητρούλα, καμάρι του Αιγαίου τότε υποθέτω. Δεν θυμάμαι τι μας οδήγησε εκεί, ενώ στη μόδα –τίγκα στην αδρεναλίνη και στις ιστορίες για εύκολο σεξ– ήταν η Πάρος και η Ίος (ίσως η υπέροχη εικόνα της Χώρας σε κάποιο περιοδικό). Σίγουρα πάντως όχι κάποια υπερανεπτυγμένη αίσθηση θρησκευτικότητας. Η Πάτμος φτιαχνόταν ακόμη από τη μυρωδιά του λιβανιού και ακολουθούσε πιστά τους θρησκευτικούς κανόνες των μοναστηριών της. Στο λιμάνι του νησιού υπήρχαν δύο μπαρ που συναγωνίζονταν στα ντεσιμπέλ για να καλύψει το ένα το άλλο· και στην άκρη του λιμανιού η μοναδική disco του νησιού, η Βalloοn. Απόλυτοι άρχοντες ο παπάς και ο χωροφύλακας – πρώτα βέβαια ο παπάς.

Οι θρησκευτικές αρχές του νησιού της Αποκαλύψεως επέβαλλαν την απόλυτη ησυχία με το που το ρολόι χτυπούσε μεσάνυχτα. Οι μουσικές σταματούσαν, τα φώτα χαμήλωναν και το μόνο που επιτρεπόταν ήταν να συνεχίσεις τη βραδιά σου συζητώντας χαμηλοφώνως. Θυμάμαι την Βalloon ως εστία αντίστασης στον «σκοταδισμό». Βρισκόταν στην άκρη του λιμανιού και είχε το πλεονέκτημα να ελέγχει από ασφαλή απόσταση τις κινήσεις στον παραλιακό δρόμο.Ο dj εκτός από την επιμέλεια της μουσικής είχε και το καθήκον να προσέχει (ρίχνοντας ματιές από το –κατασκευασμέ- νο ειδικά για την περίσταση– παραθυράκι) αν έρχεται ο αστυνόμος με τη βέσπα. Όταν ο αστυνόμος φαινόταν από μακριά η μουσική σταματούσε,τα φώτα χαμήλωναν και οι θαμώνες έμεναν να πίνουν το ποτό τους σιωπηλά. Σκηνικό ιταλικής κωμωδίας. Σαν θρύλος δε κυκλοφορούσε η φήμη ότι οι ιταλοί τουρίστες είχαν το δικό τους μετερίζι της αντίστασης, ένα after μπαράκι χαμένο κάπου στα στενά πίσω από τη Χώρα. Στο κάμπινγκ γνωριμίες του καλοκαιριού και νυχτερινή ακρόαση ήχων και διαλόγων.Κάπως έτσι «γνωρίσαμε» και τον Προκόπη, τον ένοικο της διπλανής σκηνής που κάθε βράδυ παρακαλούσε την κοπέλα του να κάνουν έρωτα και κάθε βράδυ ροχάλιζε πριν συμπληρωθούν τρία λεπτά παρακλήσεων.

Στην παραλία κοντά στο κάμπινγκ είχα και την ιδέα να βάλω κάτω από την πλάτη μου την Ελευθεροτυπία για να μη με καίει η άμμος. Το αποτέλεσμα ήταν να σταμπαριστεί ο τίτλος στην πλάτη και να κυκλοφορώ, χωρίς να το ξέρω, έχοντας πίσω μου το πρωτοσέλιδο με τίτλο Έρχεται καύσωνας. Δεν είναι κακό να προσφέρεις το γέλιο και τη χαρά.

Περάσαμε αρκετές μέρες στην Πάτμο με γυναικεία συντροφιά, που χάθηκε μόλις πήραμε το πλοίο της επιστροφής. Τι να κάνει τώρα η Σία που σπούδαζε στην Καλών Τεχνών, πού να βρίσκεται η Μαργαρίτα που διάβαζε για τον μεταμοντερνισμό και κάτι άλλο σε -ισμός που δεν συγκράτησα. Υποθέτω θα έχουν οικογένεια και παιδιά και θα ζουν την ήσυχη ζωή τους. Όπως και ο Προκόπης, που τελικά έμεινε μόνος στην Πάτμο να καλογερεύει, αφού η καλή του δεν άντεξε και πήρε μόνη το πλοίο.

Η Άννα Σκαρλάτου για τα καλοκαίρια στην Αστυπάλαια

Στην Αστυπάλαια πρωτοπήγα το 1993. Ήταν η χρονιά που δεν είχα ανάγκη από περιπέτειες. Ήμουν πολύ καλά στην προσωπική μου ζωή. Ωστόσο η εμμονή μιας φίλης με έκανε να ενδώσω και να ταξιδέψω στην Αστροπαλιά.

Αύγουστος και ταξιδεύω με το βραδινό καράβι για Δωδεκάνησα. Μνήμες με κινηματογραφική ταχύτητα επιστρέφουν μετά από δεκατέσσερα χρόνια για να μου θυμίσουν ακόμα και την υγρασία της θάλασσας. Η διαδρομή συνηθισμένη από Πειραιά μέχρι Νάξο. Ακολουθεί το λιμάνι της Αμοργού και ήδη από κει αρχίζει να διαφαίνεται μια άλλη πραγματικότητα. Το ξημέρωμα με βρίσκει μετά από δεκαεπτά ώρες, στο κατάστρωμα του πλοίου που πλησιάζει το λιμάνι, να κοιτάω με έκσταση το κάστρο της. Στην κορφή του νησιού και των άσπρων σκορπισμένων στην πλαγιά του σπιτιών. Η πρώτη εντύπωση; Ότι βρίσκομαι σε ένα ακόμη κυκλαδονήσι, παρ’ όλο που γεωγραφικά είμαστε στα Δωδεκάνησα. Μετά, τα γεγονότα ακολούθησαν τον δικό τους δρόμο. Γνωριμίες όπως με τον ψυχίατρο Γιάννη Τριανταφύλλου –που έφυγε φέτος ανήμερα του Βαλεντίνου από την ζωή–, συναντήσεις με ενδιαφέρουσες προσωπικότητες στο κεντρικό καφενείο της χώρας, όπως με τον εκδότη Σταύρο Πετσόπουλο των εκδόσεων Άγρα, ξενύχτια στο τότε «Λάου Λάου», κραιπάλες εν γένει, εξαντλητικός ποδαρόδρομος για μπάνια στο Τζανάκι. Μεζέδες και ούζα απογευματινά στην πλατεία του χωριού.

Ήμουν τριάντα πέντε χρονών και ζούσα σε ένα νησί που θύμιζε τη Σαντορίνη στα πρώτα ταξίδια της δεκαετίας του ’80. Τα επόμενα ταξίδια μου εκεί ήταν το 2003 και το 2005. Τι έζησα έντονα εκείνες τις χρονιές; Τα τριήμερα πανηγύρια της Παναγίας της Πορταΐτισσας και τις αστακομακαρονάδες στη Μαλτεζάνα. Σήμερα, μέσα από το κείμενό μου αφιερώνω στη μνήμη του γιατρού μου Γιάννη Τριανταφύλλου τις λιγοστές μου σκέψεις.

Θέλω να ξαναφέρω / το καράβι / αυτό το νυχτερινό / μπροστά στα μάτια μου / Τη μεγάλη / χειρονομιακή κίνηση Του αποχαιρετισμού / στην Αστυπάλαια.


Η Σταύρος Διοσκουρίδης για ένα καλοκαίρι στη Νίσυρο

Καλοκαίρι χωρίς Δημητρούλα, Ροδάνθη και Ρομίλντα δεν υφίσταται. Αν δεν έχεις σαλπάρει με τα παινεμένα πλοία δεν έχεις καταλάβει διακοπές, δεν έχεις «ακουμπήσει» αλμύρα, δεν σε «άγγιξε» ο ήλιος. 2001. Λίγο μετά την οδύσσεια των πανελλαδικών μπάρκαρα με τη Ρομίλντα για Κω, κι από κει για Νίσυρο. Μετά από τριακόσιες ώρες ταξιδιού έφτασα στο ακριτικό νησί. Η παρέα ήταν καινούρια και είχε αυτό το εκνευριστικό ενδιαφέρον που σου προκαλεί η προσπάθεια να γνωρίσεις τον άλλον καλύτερα. Στη Νίσυρο μπορείς να διασκεδάσεις όπως και όποιος κι αν είσαι. Post χίπις, ηλικιωμένος, γιάπις, σκυλάς, ο Νίκος Παπάζογλου (μόνιμος θαμώνας του νησιού). Ζώντας λοιπόν την εποχή της αθωότητας, βρέθηκα στα ηφαιστειογενή χώματα και πήρα την κάτω βόλτα. Η ζεστή μαύρη άμμος στην Παχιά Άμμο, που πια έχει γίνει το best place to be αν θες να παίξεις ρακέτες χρησιμοποιώντας ό,τι μπαλάκι διαθέτεις και να συζητήσεις για τα ζητήματα του νέου γερμανικού υπαρξισμού αντικρίζοντας γυμνά κορμιά τσουρουφλισμένα μέχρι αφυδάτωσης. Μελαγχολώ σα θυμάμαι τα γαλακτομπούρεκα στην Πλατεία Ηλικιωμένων, τις κρύες μπίρες κάτω από τον πλάτανο, την προσπάθεια να πείσεις τον Αντρίκο να σου φτιάξει έναν αναθεματισμένο καφέ, τις ώρες παραφροσύνης στο night club Μιραμάρε. Σκουτεράκι χωρίς δίπλωμα, κεφάλι χωρίς μυαλά, ζωή χωρίς έγνοιες. Μόνο έρωτες και μπιχλιμπίδια στην άκρη της Ελλάδας. Η Ιζαμπέλ Ιπέρ έλεγε με λύπη στο Κουαρτέτο του Ουίλσον «η μεγαλύτερη πτώση της ζωής είναι η πτώση από την αθωότητα». Μετά τη Νίσυρο μπήκε ο διάβολος στα σωθικά μου και από τότε μόνο «δαγκώνω», σκέφτομαι, και σβήνω τα «ηφαίστεια» που καίνε με τη λάβα τους τα καλύτερα καλοκαίρια μας.

Ο Σπύρος Σιμωτάς για ένα ερωτικό καλοκαίρι

Εκείνο το καλοκαίρι ξυπνούσες χαράματα για διάβασμα. Ξυπνούσα κι εγώ, γιατί ερχόσουν και σήκωνες το νυχτικό σου μπροστά στη μούρη μου. Η μόνη φορά που κοιμηθήκαμε αγκαλιά ήταν στο παιδικό σου δωμάτιο, στο πατρικό σου σπίτι στο χωριό. Τις υπόλοιπες μέρες που ζήσαμε μαζί δεν κοιμόμασταν ακριβώς. Χάναμε τις αισθήσεις μας μέχρι το άλλο πρωί, όπου τύχαινε να βρισκόμαστε: στον καναπέ εγώ, σε κάτι μεγάλες μαξιλάρες στο πάτωμα εσύ. Ποτέ δεν είχαμε προλάβει να το προγραμματίσουμε σωστά: τα παντζούρια έμεναν ανοιχτά και το πρώτο φως της μέρας έκαιγε πάντα τις τελευταίες εικόνες στα όνειρά μου. Μετά ερχόσουν και σήκωνες το νυχτικό σου… Και μετά, αν είχαμε δυνάμεις και σανγκουίνια, στύβαμε χυμό… Έφευγα για να σε αφήσω να κάνεις τις επαναλήψεις σου με την ησυχία σου. Ήσουν κοντά στο στόχο σου, κι εγώ ήμουν μακριά απ’ το σπίτι μου. Σε λίγες μέρες θα ερχόταν ο φίλος σου κι εμείς θα βλεπόμασταν για μια τελευταία φορά στην άκρη της παραλίας, στα βραχάκια. Σε λίγους μήνες θα έφευγες στο εξωτερικό, σε λίγα χρόνια δεν θα θυμόσουν πια τίποτα από όλα αυτά. Χρειάστηκαν δύο e-mail για να σου θυμίσω ποιος ήμουν. Στο δεύτερο σου έγραφα: «Οk, κάπως έτσι γνωριστήκαμε. Είχες μόλις βγει από τη θάλασσα και ήρθες και με ρώτησες “με συγχωρείς, μήπως έχω μουντζουρωθεί;”. Έτρεχε ποτάμι η μάσκαρα. Πώς σου ήρθε να βαφτείς πριν πας για μπάνιο;»

Η Ματίνα Καλτάκη για ένα καλοκαίρι στις Σεϋχέλλες

Ήμουν πολύ νέα και ανώριμη. Αποφάσισα να πάω ένα κάπως μακρινό ταξίδι μ’ ένα φίλο μου, που θα ήθελε να είχε πιο στενή σχέση μαζί μου. Ο προορισμός ήταν τόσο δελεαστικός που δεν λογάριασα καλά τις παραμέτρους – κυρίως ότι με ανθρώπους με τους οποίους δεν ταιριάζεις, δεν πρέπει να πηγαίνεις ούτε μέχρι την Αίγινα. Εν πάση περιπτώσει, ξεκινήσαμε για Ναϊρόμπι - Μομπάσα - Σεϋχέλλες. Στο Χίλτον του Ναϊρόμπι, ένα πολύ προσεγμένο πολυώροφο ξενοδοχείο σε κεντρικό σημείο της πρωτεύουσας της Κένυας, αισθανόμουν σαν αποικιοκράτης (κάτι που ιδεολογικώς απεχθάνομαι) – δηλαδή γύρω τριγύρω φτώχεια και μαύροι κι εμείς οι «πλούσιοι λευκοί». Μια βόλτα είπα να κάνω κι αγριεύτηκα: έπεσα σε μια αυθεντική σκηνή της πόλης όπου ένα όργανο της τάξης κυνηγούσε έναν άμοιρο με το κλομπ. Στη Μομπάσα ήταν διαφορετικά τα πράγματα: η τουριστική ανάπτυξη είχε αμβλύνει τις αντιθέσεις και οι μαύροι που πουλούσαν ξυλόγλυπτα στην παραλία, ή που σε πήγαιναν με κάτι προχειροφτιαγμένες βάρκες βόλτα στους κοραλλι- ογενείς υφάλους, ήταν φιλικοί και χαμογελαστοί. Jambo! Τέσσερις ώρες μέσα στον Ινδικό μάς περίμεναν οι Σεϋχέλλες, το σύμπλεγμα νησιών όπου παρεμπιπτόντως εξορίστηκε ο εθνάρχης Μακάριος το 1956, όταν διαφώνησε με τον άγγλο κυβερνήτη της Κύπρου. Μία ώρα μετά την άφιξη του αεροπλάνου ήμασταν ακόμη μέσα (και αναστενάζαμε σκασμένοι), γιατί έπρεπε να γίνει κάποιου είδους απολύμανση του σκάφους. Όταν βγήκαμε εντέλει, ο παράδεισος ήταν εκεί. Φευ! Οι επτά ημέρες της διαμονής εκεί μου φάνηκαν αιώνας και δεν έβλεπα τη στιγμή να γυρίσω στην Αθήνα. Επιμύθιο; Οι χαμογελαστές πόζες των φωτογραφιών εξαπατούν. Δεν υπάρχει παράδεισος στη γη μακριά από τους ανθρώπους που αγαπάς.

Η Σίσσυ Καραβία για ένα καλοκαίρι στη Νέα Υόρκη

Το Ιούλιο του 1988 το μόνο που ήθελα ήταν να ξεφύγω. Η Νέα Υόρκη φάνταζε τότε τόσο μακριά ώστε έμοιαζε ιδανική, και η πρόσκληση από τα ξαδέλφια πραγματική ευκαιρία. Δεν είναι ότι δεν είχα ταξιδέψει καθόλου. Η άλλη όμως πλευρά του Ατλαντικού δεν έμοιαζε με τίποτε απ’ ό,τι είχα γνωρίσει ώς τότε. Δύο μήνες πάνω κάτω στους δρόμους του Μανχάταν. Το ’88 η ΝΥ δεν ήταν αυτή που είναι σήμερα. Οι δρόμοι ήταν γεμάτοι άστεγους (τώρα τους έχουν πάει αλλού) και έπρεπε, λέει, να αλλάξεις πεζοδρόμιο αν έβλεπες κάποιον να περπατάει πολλή ώρα πίσω σου. Ούτε η Αθήνα ήταν όπως είναι σήμερα. Καμία σχέση. Όλα για μένα ήταν εντυπωσιακά: τα μεγέθη, η ποικιλία, τα καταστήματα, τα θέατρα, τα σινεμά. Δεν άφησα τίποτε. Με τα πόδια, με λεωφορεία (στο μετρό οι φοβισμένοι συγγενείς μού απαγόρευσαν να μπω), πήγα ή πέρασα απ’ όπου μπορούσα να σκεφτώ. ΜΟΜΑ, Broadway, Chinatown, Twin Towers (!), South Street Sea Port. Περπατώντας στην 5th Αvenue είδα τη Σίντι Κρόφορντ να περνάει από μπροστά μου. Έφαγα πίτσα εκεί που συχνάζει ο Woody Allen, ελπίζοντας να τον δω (πού τέτοια τύχη). Ψώνισα απίστευτα για τα ελληνικά μου δεδομένα, είδα MTV (αμέσως μετά το είχαμε κι εδώ, στο δορυφορικό). Πήγα σε πάρτι (ας είναι καλά τα ξαδέλφια), σε graduation, και πήρα και μια γεύση από γνήσιο βλαχοαμερικανικό μελό. Φυσικά, δεν ήθελα με τίποτε να γυρίσω. Η Νομική Αθηνών είχε ανοίξει όμως διάπλατα τις πόρτες της και το μέλλον έμοιαζε ανθηρό. Τι το ’θελα;