Παρουσιάζεται σε όλες τις χώρες που βρίσκονται σε «θεραπεία σοκ» του ΔΝΤ και έχουν επικεφαλής μια ανίκανη κυβέρνηση: το χάος, που εξαπλώνεται όπως μια μαύρη κηλίδα πετρελαίου στη θάλασσα. Τα νοσοκομεία δεν έχουν ούτε θερμόμετρα, από τα σχολεία μέχρι τα πανεπιστήμια όλα τα εκπαιδευτικά ιδρύματα κλείνουν, η δημόσια διοίκηση καταρρέει, παρασύροντας ακόμα και εκσυγχρονιστικούς νεωτερισμούς όπως τα ΚΕΠ. Αναβάλλοντας για μια ακόμα φορά υποθέσεις που λιμνάζουν χρόνια, απεργεί έως και η Δικαιοσύνη, σε τέτοιο βαθμό τυφλή, που τόσο καιρό ούτε είχε δει ούτε είχε ακούσει για τις δολοφονικές επιθέσεις και τα πογκρόμ των νεοναζί.

 

Φυσικά, από την αξιολόγηση των εκπαιδευτικών μέχρι την αντιμετώπιση της σπατάλης στα νοσοκομεία, πολλά έπρεπε να διορθωθούν, αλλά μεταρρυθμίσεις δεν γίνονται σε συνθήκες γενικευμένης διάλυσης. Αλλαγές ήθελαν, παραδείγματος χάριν, η ΕΡΤ ή οι δημοτικές αστυνομίες, αλλά η κατάργησή τους έχει στοιχίσει εκατομμύρια στο Δημόσιο στην πρώτη περίπτωση, ενώ στη δεύτερη έχει γυρίσει τη χώρα στη δεκαετία του '90, τότε που όλοι πάρκαραν παντού και ο καθένας έκανε του κεφαλιού του. Για να μετακομίσεις στο κέντρο της Αθήνας χρειάζεσαι άδεια από την Τροχαία και τη Δημοτική Αστυνομία, την οποία τώρα κατάργησαν χωρίς κανείς να φροντίσει να μεταβιβάσει τις αρμοδιότητές της – σε ποιον, άραγε;  Έτσι, είτε δεν μετακομίζεις είτε κλείνεις τον δρόμο παράνομα. Κι ύστερα, οι «σοβαροί» σχολιαστές του ΣΚΑΪ αναρωτιούνται γιατί φουντώνει η ανομία ή γιατί οι φοιτητές δεν σέβονται τους κανόνες στα πανεπιστήμια.

 

Το χειρότερο, όμως, είναι ότι, από τη στιγμή που βρισκόμαστε στο 2013, επιστροφή στη δεκαετία του '90 σημαίνει ταξίδι στον τρίτο κόσμο. Η Αθήνα έχει πλέον την εικόνα μιας τριτοκοσμικής πόλης: οι ράμπες για τους πολίτες της με ειδικές ανάγκες έχουν καταληφθεί από αυτοκίνητα ή είναι τρύπες με βρομόνερα που λιμνάζουν. Στη Διονυσίου Αρεοπαγίτου, στον πιο σικ δρόμο της πόλης, υποτίθεται, αυτοκίνητα και μηχανάκια κυκλοφορούν κατά βούληση, αφού κανείς δεν έχει αντικαταστήσει τα σπασμένα προστατευτικά κολονάκια. Ο αέρας παρασύρει τα σκουπίδια ανάμεσα στα πόδια των τουριστών που πάνε προς την Ακρόπολη, όσων δεν σκοντάφτουν στα σπασμένα πλακάκια και πεζοδρόμια. Λίγο πιο πέρα, ένας μισόγυμνος τρελαμένος μονολογεί – θα δούμε περισσότερα κρούσματα τώρα που οι αρμόδιες Αρχές κλείνουν τα ψυχιατρεία, καταστρέφοντας συγχρόνως και τις εναλλακτικές δομές φιλοξενίας: στην υπό το ΔΝΤ Ουγγαρία, όπου έγινε το ίδιο, γέμισαν τα παγκάκια με ψυχικά ασθενείς. Κι ύστερα, 50 μέτρα από την αρχή της Αρεοπαγίτου και λίγο πιο μέσα, στην Πλάκα, στην οδό Περιάνδρου, στην πόρτα του σπιτιού του Κωνσταντίνου Παλαμά, για να μη μιλήσει κανείς για το Μοναστηράκι, βρομάει κατουρλιά. Κάθε πόλη αποπνέει το δικό της άρωμα. Με επικεφαλής μια απογοητευτική και ανίκανη δημοτική Αρχή, η Αθήνα έχει λανσάρει ένα καινούργιο: τα ούρα.

 

Μπορεί το μεταναστευτικό ή η παροιμοιώδης διαφθορά του πολιτικού συστήματος να έπαιξαν τον ρόλο τους, αλλά οι αιτίες για την άνοδο της Χρυσής Αυγής βρίσκονται εδώ, στα ούρα έξω από το σπίτι του Παλαμά. Είναι, φυσικά, σύμπτωση ότι «Περίανδρος» ήταν το παρατσούκλι του διαβόητου Ανδρουτσόπουλου, υπαρχηγού του Μιχαλολιάκου και καταζητούμενου επί τέσσερα χρόνια για την απόπειρα εν ψυχρώ δολοφονίας του φοιτητή Δ. Κουσουρή. Όμως, η μόδα του δημόσιου κατουρήματος στην πιο τουριστική περιοχή μιας πρωτεύουσας που παραπαίει αποτυπώνει όλη αυτήν τη νοοτροπία των Χρυσαυγιτών: το τιποτένιο θράσος και την αίσθηση της ανομίας, τον τσαμπουκά της κακιάς ώρας, την αδιαφορία για τους κοινωνικούς κανόνες, την έλλειψη πολιτισμού. Δεν είναι τυχαίο ότι όταν θέλησαν να διαμαρτυρηθούν, την περασμένη άνοιξη, ο βουλευτής των νεοναζί Παππάς και κάμποσοι «συναγωνιστές» του, πήγαν και κατούρησαν την είσοδο του Mega. Είναι ό,τι πιο φυσικό τούς πέρασε από το μυαλό.

 

Η δολοφονία του Παύλου Φύσσα είναι, βέβαια, ένα πολύ πιο βαρύ αδίκημα, ήταν όμως η είδηση μιας προαναγγελθείσας δολοφονίας. Για χρόνια η Χρυσή Αυγή δρα ανεξέλεγκτη. Οργανώνει τα μέλη της σαν να είναι στρατός, τα εκπαιδεύει στα στιλέτα και τα όπλα με πραγματικά πυρά και σχεδόν κάθε βράδυ κάνει γυμνάσια στις χαραγμένες πλάτες και στα πρόσωπα των ανθρώπων με σκούρο δέρμα που κυκλοφορούν στην Αθήνα. Όταν ετοιμαστεί ένας τέτοιος ναζιστικός στρατός που έχει κινητήρια δύναμη το μίσος, κάπου πρέπει να χρησιμοποιηθεί. Την πλήρωσε ένας θαυμάσιος νέος άνθρωπος με ανησυχίες και αγάπη για την ελευθερία, το χέρι όμως του δολοφόνου δεν είχε οπλίσει μόνο η ηγεσία των νεοναζί αλλά και όλοι αυτοί που ανέχονταν τη δράση τους για λόγους ιδεολογικής συγγένειας ή για να αναμασήσουν την κατάπτυστη θεωρία των δύο άκρων, που έστηναν ρεπορτάζ εξωραϊσμού, όπως έκανε το «Πρώτο Θέμα», πριν περάσει στο... αντιφασιστικό μέτωπο για μια χούφτα πωλήσεις παραπάνω, που αναζητούσαν το «σοβαρό» κομμάτι της Χρυσής Αυγής για να συμμαχήσουν: μόλις το καλοκαίρι ο Τάκης Μπαλτάκος, στενός σύμβουλος του Σαμαρά, γραμματέας του υπουργικού συμβουλίου, δήλωσε ότι είναι «απευκταίο, αλλά όχι απίθανο το ενδεχόμενο η ΝΔ να υποχρεωθεί να κυβερνήσει με τη συνεργασία της Χρυσής Αυγής».

 

Με το αίμα και το κορμί του ο Παύλος Φύσσας μπλόκαρε ακριβώς αυτό το ενδεχόμενο. Απομένει να διευθετήσουμε το πρόβλημα με το χάος, τα ούρα και τους νεοναζί. Που αν δεν αντιμετωπιστούν αποφασιστικά αλλά δημαγωγικά, θα δολοφονήσουν ξανά.