«Η νεύρωση είναι ο δεισιδαιμονικός φόβος για έναν ανέφικτο βυθό» είχε γράψει σε ανύποπτο χρόνο και τόπο, ανεξάρτητο από τα ελληνικά τεκταινόμενα, ο Ζορζ Μπατάιγ. Σε λίγες μέρες, βέβαια, είναι 25η Μαρτίου και δεν μπορώ να μη σκέφτομαι (με μια περίεργη ευχαρίστηση, ομολογώ) τη νευρωτική πάλη του πολιτικού προσωπικού μπροστά στο ενδεχόμενο να αντιμετωπίσει τη δυσαρέσκεια του πλήθους.

 

Οι πολιτικά ορθώς σκεπτόμενοι ήδη ανασηκώνουν το φρύδι. Ο πολιτικός γι’ αυτούς είναι ο γραφέας-μεταφορέας μιας ύψιστης μοίρας, θεσμικός καθρέφτης της δημοκρατίας και ύψιστο τοτέμ, που δεν επιτρέπεται η απόπειρα κατακρήμνισής του. Η καλλιέπεια, το στυλ και η επιμονή στη μορφή σε βάρος του περιεχομένου πρέπει να καθορίζουν την αναμέτρηση. Δεν έχει σημασία αν η οδύνη από τη βία των θεσμών έχει κυριεύσει τα πάντα. Σημασία έχει να διατηρηθεί πάση θυσία το περίγραμμα.


Απ’ την άλλη, βέβαια, αυτή η επιμονή ταξινόμησης της αντίδρασης μέσα από συγκεκριμένες ημερομηνίες, λες και για να διαμαρτυρηθούμε χρειάζεται να στοιχηθούμε πίσω από τα μικροαστικά ιδεολογήματα των εθνικών εορτών και επετείων και τις στρατόκαυλες συμπαραδηλώσεις τους, εμένα κάπως με χαλάει. Παρουσιάζουμε το ψεύδος στον εαυτό μας ως φίλο της αλήθειας για να καλύψει το κενό. Αυτό κάνουμε.


Σε ποιον ανήκει η παρέλαση; Κατά τη γνώμη μου, δεν θα έπρεπε καν να μιλάμε για διοργάνωση παρελάσεων. Όχι μόνο με αφορμή την παρούσα συγκυρία, αλλά και πιο πριν. Το γεγονός πως μια υπολογίσιμη μερίδα του πληθυσμού έχει ακόμα την ανάγκη να αντικρίσει τον εαυτό της μέσα σε αυτά τα ξεπερασμένα καλούπια καθήλωσης, ακόμα κι όταν επιλέγει να διαμαρτυρηθεί, λέει πολλά. Και όχι θετικά.


Στην ουσία συνεχίζεται η κατάχρηση ξεπερασμένων και άχρηστων συμβολισμών επειδή είμαστε απεγνωσμένοι, χωρίς πίστη, με έντονο το αίσθημα του θυμού και της ήττας, με έλλειψη αυτοπεποίθησης και χωρίς κάτι που θα μπορούσε να προσφέρει ελπίδα. Οι πολιτικοί, απ’ την άλλη, προσπαθούν να γείρουν τη ζυγαριά εκεί που την έγερναν πάντα. Απλώς, τώρα η παλιά προνομιακή σχέση έχει μετατραπεί σε τραυματική.

 

Υποψιάζομαι, τελικά, πως τη μέρα που αναπόφευκτα θα συναντηθούν οι δύο νευρώσεις, εκείνη του πλήθους κι εκείνη του πολιτικού προσωπικού, θα επικρατήσει όποια καταφέρει να δημιουργήσει τις κατάλληλες συνθήκες πρώτη. Αυτό, βέβαια, δεν θα λύσει το πρόβλημα των ασύμπτωτων πορειών των δύο πόλων, το οποίο θα υπάρχει για πολύ καιρό ακόμα.

 

Για όσο, δηλαδή, θ’ αρνούνται και οι δύο να θάψουν τον άρρωστο εαυτό τους.