• Τη γειτονιά μου δεν την επέλεξα, με επέλεξε. Εκεί γεννήθηκα, πήγα στο Νηπιαγωγείο του Δούκα. Όσες φορές έφυγα, άλλες τόσες ξαναγύρισα. Παλιά ονομαζόταν Παράδεισος Αμαρουσίου, σήμερα λες «Νέο Μαρούσι» για να καταλάβει ο ταξιτζής. Ένα γεφυράκι, στο ρέμα, μας συνδέει με τον Δήμο Βριλησσίων. Ως τη μέση χώμα, από κει και πέρα ασφαλτόστρωση. Σύνορα με τα όλα τους! Κάποτε από την Κυπρίων Αγωνιστών περνούσε ο παγωτατζής, περνούσαν κοπάδια πρόβατα. Σ’ ένα παράσπιτο ο αυγουλάς τύλιγε αυγά στις εφημερίδες. Σήμερα τα αυτοκίνητα σπινιάρουν στο ιδιωτικό μας Λος Άντζελες.
  • Μαθήτρια δημοτικού ερωτεύτηκα τον Δημήτρη, ένα αγόρι με άσπρες ελβιέλες. Σκαρφάλωνα στις αμυγδαλιές και τον κατασκόπευα: έπαιζε μπάσκετ στο σπίτι των θείων του. Έλεγα ότι κάποτε θα τον παντρευτώ. Έτσι κι έγινε. Μερικές φορές η ζωή είναι πιο μυθιστορηματική από μυθιστόρημα.
  • Περνάμε τη γέφυρα με την κόρη μου και της λέω ιστορίες για τον πατέρα της: πώς έπαιζαν πόλεμο ή Ολυμπιακούς Αγώνες στο ρέμα με τα «Τιγράκια». Στην άλλη μεριά του ρέματος ο πολιτισμός: ο φαρμακοποιός μας, ο Γιάννης, το Ωδείο Μπεχράκη, το μπαρ 33, και στη λεωφόρο Πεντέλης η Νανά Γιώτη με τα γλυκά της, η Μάρθα με τα ψάρια της, ο προαστιακός.
  • Μεγάλωσα με την άποψη πως η γειτονιά μού ανήκει, επειδή η γιαγιά μου πουλούσε κομμάτι-κομμάτι τα οικογενειακά κτήματα. Ο δρόμος που μένουμε έχει το όνομα του παππού μου και του θείου του άντρα μου - στον κεντρικό δρόμο μέναμε εμείς, στο ρέμα εκείνοι. Ο Νίκος Κεσσανλής και η Χρύσα Ρωμανού επέστρεψαν από το Παρίσι κι έφτιαξαν ατελιέ ζωγραφικής στα παλιά κοτέτσια. Ο πατέρας του Κεσσανλή και η γιαγιά μου είχαν ανοίξει πόρτα στον φράχτη μ’ ένα καμπανάκι για να ειδοποιούν ο ένας τον άλλο. Είχαν κι ένα σιντριβάνι με χρυσόψαρα: μια ανεξίτηλη ανάμνηση είναι οι ιριδισμοί των λεπιών τους στο νερό. Στον κήπο είχαν αθάνατους και μπούζια. Ο Δημήτρης ονόμασε τη νέα του έκθεση φωτογραφίας στην Ιλεάνα Τούντα «Τέξας». Δεν είναι τυχαίο.
  • Στον δήμαρχο θα έλεγα να μην ασφαλτοστρώνει τον δρόμο για τα μάτια του κόσμου πριν από τις εκλογές. Ήρθαν δυο εργάτες, έριξαν πίσσα, η ρύση ήταν θεόστραβη. Πλημμυρίσαμε, βγάζαμε νερά με την αντλία. Στο καινούργιο σπίτι, απέναντι από το δικό μας, ο ιδιοκτήτης είχε ανάψει τα φώτα και μας κοιτούσε με σταυρωμένα χέρια, μην τυχόν γυρίσουμε το λάστιχο της αντλίας προς τη μεριά τους. Παλιά οι άνθρωποι έβγαιναν να βοηθήσουν. Σε μια νύχτα έριχναν μπετά κι έχτιζαν όλοι μαζί τα σπίτια τους. Σήμερα παρακολουθούν με απάθεια μέσα από το φωταγωγημένο κάστρο τους.
  • Από την μπαλκονόπορτα βλέπω τον κήπο μας. Τη ροδακινιά που ξεπετάχτηκε από ένα κουκούτσι, τον ευκάλυπτο που φύτεψε ο πατέρας μου, το πεύκο όπου ήταν δεμένη μια παιδική κούνια. Η γιαγιά μου μένει ακόμη εκεί δίπλα. Οι συγγενείς της όμως έφτιαξαν μεζονέτες στο κτήμα με τις αμυγδαλιές. Στα όνειρά μου βλέπω συχνά το μονοπάτι που ένωνε το αυθαίρετο με τα ελενίτ και τη μικρή κουζίνα που είχα φτιάξει από κάτι σπασμένα τούβλα για να παίζω σπίτι.