ΕΓΚΑΤΑΛΕΛΕΙΜΕΝΟΣ γιος ενός περιπλανώμενου αστρολόγου, ο Λόντον αναδείχθηκε σε παραδειγματική και θρυλική μορφή ανθρώπου της περιπέτειας, της αυτοδιδαχής και της αέναης συγγραφής βιβλίων για το πλατύ κοινό. Παρότι έζησε μόλις σαράντα χρόνια, πρόλαβε να γράψει πενήντα βιβλία μέσα σε μια δεκαεξαετία και να γίνει ο διασημότερος -και πιο καλοπληρωμένος- συγγραφέας της εποχής του στις ΗΠΑ. Το Κάλεσμα της άγριας φύσης (1903), το Άσπρο Δόντι (1906), το Καυτερό φως της ημέρας (1910), ο Θαλασσόλυκος (1904), Ο γιος του λύκου (1900), Μάρτιν Ήντεν (1909) κ.λπ., είναι βιβλία που άσκησαν μεγάλη έλξη και διαβάστηκαν «αχόρταγα», όπως λέμε, παρά τις τεχνικές τους ατέλειες και το ομολογημένο «βιαστικό γράψιμο». Ειδικά στη Σοβιετική Ένωση, η αναμνηστική εκδοση των απάντων του εξαντλήθηκε μέσα σε πέντε μόλις ώρες! Άρα, τα θέματά του υπερείχαν συχνά έναντι του ύφους (καθώς ο Λόντον «όφειλε» να γράφει χίλιες λέξεις κάθε μέρα). Το Σιδερένιο Τακούνι (1907), όπου έχουμε μια προφητική σύλληψη του φασισμού, αντανακλά με πληρότητα την άποψή του για τον σοσιαλισμό, τη διαμαρτυρία του για την κοινωνική αδικία και την υποστήριξη ενός ανθρωπισμού που συνδυαζόταν με την περιπέτεια, τη θυσία και την αφοσίωση. Ο Λόντον φυλακίστηκε για αλητεία και το 1894 έγινε αφοσιωμένο μέλος του σοσιαλιστικού κινήματος. Άλλωστε, στον Αλκοολικό ομολογεί με χιούμορ ότι βοήθησε το αμερικανικό σοσιαλιστικό κίνημα να επιταχυνθεί «τουλάχιστον κατά πέντε λεπτά την ώρα...».

 Αν λάβουμε υπόψη μας ότι το Σιδερένιο Τακούνι κυκλοφόρησε πριν από έναν αιώνα, δηλαδή πριν απ’ τις επαναστάσεις του 20ού αιώνα, θα υποψιαστούμε και το πνεύμα του Ανατόλ Φρανς όταν έγραφε τις ακόλουθες σκέψεις: «Το βιβλίο του Λόντον κυκλοφόρησε το 1907 και μας περιγράφει τον πόλεμο που θα ξεσπάσει μια μέρα (αν οι κακές μοίρες το επιτρέψουν) ανάμεσα στην Πλουτοκρατία και τον Λαό. Αλίμονο! Ο Λόντον είχε εκείνη την ιδιαίτερη μεγαλοφυΐα που προβλέπει όσα ο όχλος δεν μπορεί να διακρίνει και κατείχε μια ειδική γνώση που του επέτρεπε να προαισθάνεται το μέλλον. Προέβλεψε τα γεγονότα εκείνα που εκτυλίσσονται τώρα μπροστά στα μάτια μας. Το τρομερό δράμα που μας παρουσιάζει τόσο ζωντανά στο Σιδερένιο Τακούνι δεν ξέσπασε ακόμα και δεν ξέρουμε πότε θα εκπληρωθεί η φοβερή προφητεία του Αμερικανού μαρξιστή». Πράγματι, αν παραδοθούμε σε μιαν αναδρομική προφητεία, οι σκέψεις του Λόντον προλαμβάνουν εκ του αοράτου κάτι απ’ τη ρωσική επανάσταση, απ’ τη γερμανική επανάσταση, απ’ την κινέζικη, και πάει λέγοντας.

Εξάλλου, το κεντρικό του πρόσωπο, ο Ερνέστος Έβερχαντ, ενσαρκώνει μια μορφή επαναστάτη εξαιρετικά αναγνωρίσιμη που διαπέρασε καθέτως και οριζοντίως τις ψυχές των κοινωνικών επαναστάσεων του 20ού αιώνα. Η επιστολή που Τρότσκι στο οπισθόφυλλο είναι εύλογη: «Ο Λόντον είναι τελείως απελευθερωμένος από ρεφορμιστικές και πασιφιστικές αυταπάτες. Απο τον καμβά του για το μέλλον απουσιάζουν εντελώς η δημοκρατία και η ειρηνική πρόοδος. Πάνω από τη μάζα των απόκληρων υψώνονται οι κάστες της εργατικής αριστοκρατίας, του πραιτωριανού στρατού, της πανίσχυρης αστυνομοκρατίας και, ως επιστέγμασμα όλων αυτών, η ολιγαρχία του πλούτου. Όταν κάποιος διαβάζει αυτές τις γραμμές, δεν πιστεύει στα μάτια του. Είναι ένας πίνακας του φασισμού, της οικονομίας του, της κυβερνητικής πρακτικής του και της πολιτικής ψυχολογίας του».

Όντως, ο αφηγητής, ήτοι η Άβις Εβερχαρντ, που ερωτεύεται τον επαναστάτη και ζει μαζί του το δράμα της κοινωνικής θύελλας, είναι μορφή συγκινητική, ενίοτε στημένη με επιτυχή τρόπο, με ανθεκτικά υλικά και στέρεη γνώση της ψυχολογίας των εξεγερμένων. Αλλά από αυτό το σημείο έως την άποψη του εκδότη που υποστηρίζει ότι η σημερινή κατάσταση της «Κρίσεως», η οποία σαρώνει Ευρώπη και Αμερική, προφητεύεται από το μυθιστόρημα του Λόντον, το χάσμα είναι μεγάλο και η πειθώ μάλλον πλέει σε άγνωστα νερά. Γενικά, ενώ τα δυο κεντρικά πρόσωπα (Ερνέστος και Άβις) είναι δουλεμένα, οι αντίπαλοι (ήτοι τα τραστ κι οι μεγαλοεπιχειρηματίες) παραμένουν σχηματικά, κομμάτι άψυχα, πόσο μάλλον που η ίδια η αμερικανική κοινωνία παραμένει αινιγματική, καθώς το πρόβλημα τού γιατί δεν έγινε στην Αμερική η μεγάλη ταξική επανάσταση δεν απαντάται. Επίσης, αν το πρόβλημα των μαύρων δεν πολυαναφέρεται στο βιβλίο του Λόντον, η αιτία αφορά τις ειδικές απόψεις του συγγραφέα για την ανωτερότητα της λευκής φυλής.


ΣΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ ΖΙΝ που γράφτηκε απο την πλευρά των εργατών, των μαύρων, των Ινδιάνων και των γυναικών αναλύονται καταλεπτώς οι συνέπειες της Αμερικανικής Επανάστασης. Οι μεγάλες ακίνητες περιουσίες των φιλοβρετανών αποτελούσαν ένα απ’ τα μεγαλύτερα κίνητρα που οδήγησαν στην Επανάσταση. Στη Βιρτζίνια ο λόρδος Φέρφαξ κατείχε περισσότερα από 2.000.000 εκτάρια, τα οποία εκτείνονταν σε 21 επαρχίες και, βέβαια, μετά την Επανάσταση, έτυχε ευνοϊκής μεταχειρίσεως, δεδομένου ότι ήταν φίλος του Τζορτζ Ουάσινγκτον. Πάντως, η ταξική δομή δεν άλλαξε ριζικά. Οι έμποροι της Βοστώνης και της Νέας Υόρκης κατέλαβαν αθόρυβα την κοινωνική θέση των οικογενειών που ατύχησαν στο εμπόριο και απώλεσαν τις περιουσίες τους επειδή παρέμειναν πιστές στο Στέμμα. Δικαιολογημένα γράφει ο Καρλ Ντέγκλερ ότι ουδεμία κοινωνική τάξη κατέλαβε την εξουσία της Αμερικανικής Επανάστασης. Οι πρωτεργάτες της Επαναστάσεως ήταν σε μεγάλο βαθμό μέλη της αποικιακής άρχουσας τάξης. Τυχαία μήπως ο Γεώργιος Ουάσινγκτον ήταν ο πλουσιότερος άνθρωπος στην Αμερική; Τυχαία μήπως οι Ινδιάνοι πολέμησαν στο πλευρό της Αγγλίας κατά τη διάρκεια της Επανάστασης;

Ιδιαίτερο ένδιαφέρον παρουσιάζει η περίπτωση του Βενιαμίν Μπάνκερ, ενός μαύρου που ειχε μελετήσει μαθηματικά και αστρονομία, προβλέποντας μάλιστα μιαν έκλειψη ηλίου, ο οποίος έγραψε κάποτε στον Τόμας Τζέφερσον: «Υποθέτω ότι αποτελεί αυταπόδεικτη αλήθεια το γεγονός ότι είμαστε μια φυλή ανθρώπων, οι οποίοι για πολλά χρόνια έχουμε υποστεί την κακομεταχείριση του κόσμου, ότι για χρόνια μας κοιτούσαν με περιφρόνηση, ότι για χρόνια μας θεωρούσαν περισσότερο ζώα παρά ανθρώπους...». Ο Τζέφερσον δεν αδιαφόρησε απέναντι στα επιχειρήματα του Μπάνκερ. Ωστόσο, η δομή της αμερικανικής κοινωνίας, η πολιτική της ενότητας Βορείων και Νοτίων και οι φυλετικές προκαταλήψεις στις αποικίες τον ώθησαν να παραμείνει ιδιοκτήτης σκλάβων σε όλη τη διάρκεια της ζωής του! Μ’ έναν λόγο, τέσσερις πληθυσμιακές ομάδες δεν είχαν εκπροσωπηθεί στο συνταγματικό συνέδριο: οι σκλάβοι, οι υπηρέτες με σύμβαση υποχρεωτικής εργασίας, οι γυναίκες και όσοι δεν είχαν ακίνητη περιουσία. Άρα, το Σύνταγμα δεν αντιπροσώπευε τα συμφέροντά τους. Γράφει ο Ζιν: «Αν διαβάσουμε τα συνήθη ιστορικά βιβλία, υπάρχει περίπτωση να λησμονήσουμε τον μισό πληθυσμό της Αμερικής.

Οι Ινδιάνοι και οι μαύροι ήταν οι πρώτες πληθυσμιακές ομάδες που παρέμεναν στο άγριο περιθώριο. Στην προεκλογική του εκστρατεία του 1858 ο Λίνκολν είχε δηλώσει: «Κι έτσι θα πω ότι δεν είμαι -και ποτέ δεν υπήρξα- υπέρμαχος της επιβολής με οιονδήποτε τρόπο της κοινωνικής και πολιτικής ισότητας μεταξύ της λευκής και της μαύρης φυλής (χειροκροτήματα). Θα πω ότι δεν είμαι -και ποτέ δεν υπήρξα- υπέρμαχος της παραχώρησης στους μαύρους του εκλογικού δικαιώματος να ορίζονται ως ένορκοι, ούτε του δικαιώματος να εκλέγονται σε δημόσια αξιώματα, ούτε του δικαιώματος να συνάπτουν γάμους με λευκούς... Οι δύο φυλές όμως δεν μπορούν να ζήσουν έτσι, αλλά θα πρέπει, ενόσω συνυπάρχουν, η μία να είναι σε ανώτερη θέση και η άλλη σε κατώτερη. Εγώ, όπως και οποιοσδήποτε ἄάλλος, προτιμώ να βρίσκεται η λευκή φυλή σε ανώτερη θέση!». Πράγματι, η ελίτ του Βορρά επεδίωκε την οικονομική επέκταση (ελεύθερη γη, ελεύθερη εργασία, υψηλούς προστατευτικούς δασμούς και μια Τράπεζα των Ηνωμένων Πολιτειών). Έτσι, όταν εξελέγη ο Λίνκολν, επτά νότιες πολιτείες αποχώρησαν από την Ένωση. Τάχιστα δημιουργήθηκε η Συνομοσπονδία και άρχισε ο αμερικανικός εμφύλιος. Γενικά, το αμερικάνικο Σύνταγμα έπασχε απο αχρωματοψία...

Το 1844, ήτοι τέσσερα χρόνια προτού εμφανιστεί το κομμουνιστικό μανιφέστο του Μαρξ και του  Ένγκελς, μια εφημερίδα έγραφε: «Διαχωρισμός της κοινωνίας σε παραγωγικές και μη παραγωγικές τάξεις και η άνιση κατανομή του πλούτου μεταξύ τους εισάγει αυτομάτως έναν νέο διαχωρισμό μεταξύ κεφαλαίου και εργασίας. Η εργασία μετατρέπεται σε αγαθό. Ο ανταγωνισμός και τα αντικρουόμενα συμφέροντα εμφανίζονται στην κοινωνία. Κατά συνέπεια, η εργασία συγκρούεται με το κεφάλαιο». Κατά συνέπεια ο Λόντον -που διάβαζε μανιακά στις βιβλιοθήκες- μπορούσε να βρει άφθονο υλικό για το βιβλίο του. Ακόμη και το ζεύγος Ερνέστου και Άβις Έβερχαρντ θα μπορούσε να το εμπνευσθεί απ’ το ζεύγος Αλεξάντερ Μπέρκμαν και Έμας Γκόλντμαν, που ήταν αναρχική και φεμινίστρια και ο εραστής της είχε εγκλειστεί πολλά χρόνια στις φυλακές. Έγραφε η Γκόλντμαν μετά τον πόλεμο με τους Ισπανούς: «Όταν συνήλθαμε από το πατριωτικό αμόκ κατά των βάρβαρων Ισπανών, συνειδητοποιήσαμε ότι αιτία για τον πόλεμο ήταν η τιμή της ζάχαρης, ότι οι ζωές, το αίμα και τα χρήματα του αμερικανικού λαού χρησιμοποιήθηκαν για να προστατευτούν τα συμφέροντα των Αμερικανών καπιταλιστών».

 

Στο κεφάλαιό του για τη «Σοσιαλιστική πρόκληση» ο Ζιν αναφέρει στη σειρά τους συγγραφείς που αντλούσαν ιδέες απ’ την ταξική πάλη και την κοινωνική αδικία. Ο Μαρκ Τουέιν, για παράδειγμα, ήταν αναρχικός και ριζοσπάστης. Το 1900, στα εξήντα πέντε του, ήταν παγκοσμίως διάσημος και είχε το θάρρος να γράφει: «Σας παρουσιάζω την επιβλητική οικοδέσποινα χριστιανοσύνη, η οποία επιστρέφει λασπωμένη, βρόμικη και καταρρακωμένη απ’ τις πειρατικές επιδρομές που έκανε στο Κιαστσόου, στη Μαντζουρία, στη Νότια Αφρική και στις Φιλιππίνες, με την ψυχή γεμάτη κακία, τις τσέπες γεμάτες λεφτά και το στόμα της γεμάτο υποκριτική ευσέβεια».

Πολλοί συγγραφείς υποστήριζαν τον σοσιαλισμό κι επέκριναν το καπιταλιστικό σύστημα: Άπτον Σινκλέρ, Τζακ Λόντον, Θίοντορ Ντράιζερ, Φρανκ Νόρις κ.λπ. Οι άνθρωποι της «Αβύσσου» (κεφάλαιο του Σιδερένιου Τακουνιού) λέγεται ότι επηρέασαν τον Σινκλέρ, που το βιβλίο του Η Ζούγκλα διαβάστηκε από εκατομμύρια αναγνωστών. Ακόμη και ο μέγας Χένρι Τζέιμς που ζούσε στην Ευρώπη, περιοδεύοντας στις ΗΠΑ το 1904, χαρακτήρισε την Αμερική «τεράστιο κήπο του Ρεπατσίνι (κήπο με δηλητηριώδη φυτά), ο οποίος περιελάμβανε όλες τις ποικιλίες του δηλητηριώδους φυτού που αποκαλείται ΠΑΘΟΣ ΓΙΑ ΧΡΗΜΑ».