Γράφω αυτές τις θεωρητικούρες για τον Μπότσογλου, αμήχανος που δεν μπορώ ν’ αντιδράσω αλλιώς στη συντριβή του τόπου μου από τους πολιτικούς πρωτίστως αλλά και από όλους εμάς που γράφουμε επί παντός επιστητού δημόσια.

Ένοχος διπλά, διότι φαίνεται πως συνέβαλα κι εγώ με τα κείμενά μου στη θολούρα. Αλλά τι μπορεί να είναι στις ημέρες μας η διανόηση;

Ο Χρόνης γνωρίζει ότι συμπάσχω παθαίνοντας μαζί του την πολιτική και τη ζωγραφική. Θα με συγχωρήσει, όμως, που φορτώνω τις ζωγραφιές του με λόγια; Διότι, το έργο τέχνης υπάρχει καθαυτό και δεν χρειάζεται προπομπό – παρά, καμιά φορά, το πολύ, έναν εμπαθή συλλέκτη.

Ο Μπότσογλου απολαμβάνει μέσω της ζωγραφικής το σώμα του, με όλα τα συνεπακόλουθα αυτής της ιδιαιτερότητας στα όρια της μονομανίας. Πίσω από τον μειλίχιο, μουστακαλή Χρόνη κρύβεται ο μονομανής-διαστροφικός ζωγράφος, εφόσον η ζωγραφική ήταν ανέκαθεν συνδεδεμένη με την perversion (version du père). Το αντικείμενο λοιπόν της επιθυμίας του είναι η μη παριστώμενη σχέση μεταξύ αντικειμένου α μικρού και φαλλού. Αλλά εδώ δεν θα προχωρήσω περαιτέρω. Απλώς θα πω ότι τα «Ερωτικά» του θα τα χαρακτήριζα ως «η απόλαυση σαν το απόλυτο της ζωγραφικής», ως το απόλυτο - το αδύνατο της ζωγραφικής. Θα πρόσθετα επιπλέον: «Η απόλαυση αφού η ζωγραφική έχει ξεπεραστεί». Και τούτο όχι γιατί ο ζωγράφος δεν γαμάει, παρά μόνο ζωγραφίζοντας (διαστροφή), αλλά και διότι ζωγραφίζει υπό το καθεστώς της αγαμίας σ’ ένα «ζωγραφίζω μείον γαμώ». Αυτό το «μείον γαμώ» (Χρόνη, Σωτήρη) λέει την αλήθεια για τη ζωγραφική, είτε το θέλουμε είτε όχι. Οπότε, «ζωγραφίζω τη σεξουαλική σχέση» σημαίνει: «την απολαμβάνω περισσότερο από το να σχετίζομαι ευθέως μαζί της». Σημαίνει επίσης: «υπεραπολαμβάνω, γίνομαι κάτι περισσότερο από εραστής, γίνομαι ζωγράφος, άνθρωπος απών αλλά ολόκληρος μέσα στο τοπίο. Επιπλέον, στο έργο μου προστίθεμαι κι εγώ κυρίως με το αίσθημά μου που είναι χρωματίζον αλλά όχι χρωματισμένο». Ιδού γιατί «αυτός που δεν είναι παρά ζωγράφος, είναι επίσης παραπάνω από ζωγράφος». Δεν τολμώ να πω: «μη ζωγράφος», όπως ο Πόλοκ που «ραντίζει» (χύνει;) στο τελάρο.

Νιώθω με τον Χρόνη να μας συνδέει η αδερφοσύνη δύο λύκων. Και οι δυο εξομολογούμαστε εμπιστευτικά στην ερωμένη μας, την τέχνη, εκείνα τα επίμονα αισθήματα που μας ενθουσιάζουν. Και οι δυο μας ξέρουμε ότι η ύλη της σάρκας είναι ένα σύνθεμα κι ένα σύμπτωμα όπως εκείνο το «γίγνεσθαι μη άνθρωπος του ανθρώπου». Έχει δίκιο ο Κάφκα: «Η τέχνη ξεκινά με το ζώο που ξεχωρίζει μιαν εδαφική επικράτεια». Μια τέτοια επικράτεια διοικούμε, εκεί όπου το ένα σώμα ανακοινώνει στο άλλο ένα «τούτο μου εστί το σώμα». Θα έλεγα, τα σώματα προς μετάληψη, τα γαμήσια, τα πλήθη, οι στρατοί των εραστών που συνδέονται, εξοντώνονται, αναγνωρίζονται.

Πάντα πίστευα πως η τέχνη είναι ανώτερη από τη ζωή. Τώρα, στη δόλια Ελλάδα, το πιστεύω ακόμη περισσότερο. Γράφοντας ποίηση κατάλαβα πως οι λόγοι που το κάνω δεν είναι αισθητικοί αλλά ρυθμολογικοί. Το έσχατο κριτήριό μου πλέον είναι η σχέση ρυθμού με το σώμα μου που ρημάζει. Ο Κλέε χορεύει. Ο Νίτσε χορεύει. Ο Μπότσογλου χορεύει γιατί ανακοινώνεται εντός του ο ρυθμός του κόσμου. Ο ρυθμός του υποδηλώνει κίνηση αλλά και τρόπο έκφρασής της: μουσική! Αυτή είναι η λεγόμενη κατάρα του τραγουδιστή. Γράφει ο Νίτσε στη Χαρούμενη Γνώση: «Όσο πιο καθαρά μπορέσετε ν’ ακούσετε τη μουσική του και τον τρόπο του, τόσο πιο καλά θα μπορέσετε να χορέψετε υπό τους ήχους των αυλών του. Το θέλετε;».

Ποιος είναι λοιπόν αυτός ο ανοσιουργός ζωγράφος που «αυτοκτονεί», όπως έλεγε ο Εμίλ Μπερνάρ για τον Σεζάν; Ποιος είναι αυτός που ενώνει σώματα και πνοές ζωντανών και πεθαμένων άλλοτε στη «Νέκυια» και άλλοτε στα «Ερωτικά»; Που επιθυμεί την ενσάρκωση, αφού προηγουμένως είχε, επί ματαίω, ζητήσει την εξιδανίκευση και τη λύτρωση; Αυτός που εκτίθεται και μας εκθέτει; Θέλω να πω, μας διεγείρει με μια παράξενη διεγερτική περιστολή του συνεσταλμένου χαρακτήρα του;

Εγώ ακινητοποιούμαι ενώπιον αυτού του μετέωρου που έπεσε πριν από πολλά χρόνια στη ζωή μου στο Παρίσι το 1969, όπως η Αυτοκρατορία του πάθους του Όσιμα έπεσε στον κινηματογράφο του μυαλού μου.