Θέατρο Λυκαβηττού, συναυλία της Μόνικα

Έχουμε κάτσει σε κάτι κερκίδες στα αριστερά της σκηνής και παρακολουθούμε με προσήλωση τη συναυλία ανάμεσα από κορίτσια σκαρφαλωμένα σε σκαλωσιές, ζευγάρια, γκριζομάλληδες παιδάκια με γονείς. Έχω γείρει το κεφάλι μου κάπως και σιγομουρμουράω το «Babe». «Έχουμε καιρό να παίξουμε στην Αθήνα », λέει η Μόνικα. «Ναι, ενώ στο Βερολίνο;», ακούγεται μια χαιρέκακη φωνή από τα αριστερά μου, ενώ προσθέτει «Καλύτερα να μασάς παρά να μιλάς, κοριτσάκι μου». Γυρνάω να δω από που έρχεται η φωνή. Είναι μια ξανθιά κοπέλα με πέρλες και διακριτικό μαύρισμα. Συνεχίζει στο ίδιο μοτίβο όλο το βράδυ. Ξέρει όλους τους στίχους απ' έξω, τραγουδάει με πάθος και ανάμεσα στα τραγούδια κράζει ασταμάτητα την τραγουδίστρια. Αναρωτιέμαι γιατί έχουμε τόσο συχνά την ανάγκη να κοροϊδεύουμε και να βρίζουμε αυτό που θαυμάζουμε. Μας ανακουφίζει να φέρνουμε στο επίπεδό μας αυτό που δεν μπορούμε να φτάσουμε; Είμαστε απλώς φθονεροί και ποταποί; Συχνά, όσο πιο πολύ βρίζουμε κάτι, τόσο πιο πολύ το θέλουμε τελικά.

Παρασκευή 10:30, σε λοφτ στο Γκάζι

Το σπίτι του Κ. βρίσκεται σε ένα από αυτά τα γκρίζα τσιμεντένια κτίρια με τα υπερσύγχρονα ασανσέρ: οι ένοικοι είναι στελέχη που οδηγούν ποδήλατο και έχουν ως χόμπι τη λομογραφία ή τις ταινίες μικρού μήκους. Ψιχαλίζει ελάχιστα καθώς κοιτάμε τις ράγες του τρένου στην Κωνσταντινουπόλεως, τα φρενιασμένα πλήθη που κατεβαίνουν για την καθιερωμένη σαββατιάτικη έξοδό τους και τον φωτισμένο σταθμό του μετρό, ενώ ακούγονται ιαχές - ένα πλήθος τουριστών είναι μαζεμένο σε κάποιο γειτονικό μπαρ. Χαζεύουμε αφηρημένοι έναν τύπο που απλώνει τα ρούχα του στην ταράτσα μιας μονοκατοικίας «Α, ρε συ, τον θυμάσαι αυτόν; Τα 'χε με την Κ. πριν τρία χρόνια » λέει η Β. και σταυρώνει τα χέρια της. Σκύβουμε και οι τρεις πάνω από το κιγκλίδωμα του μπαλκονιού. «Αααα, αυτός δεν είναι που δούλευε παλιά με την Ελένη;» προσθέτει η Κ., ενώ και οι τρεις συνεχίζουμε να τον κοιτάμε σαν μυρμήγκι στο μικροσκόπιο. «Α ναι. Ξέρεις με ποια κοιμόταν αυτός; Με τη Ρ. που δουλεύει στο περιοδικό "Μαντζούνια και Φιντάνια"»Σκέφτομαι πως όσο πιο πολύ μένω στην Αθήνα τόσο πιο κλειστοφοβικά αισθάνομαι. Όλα μπερδεύονται γλυκά σαν εκείνο το τραγούδι του Κελαηδόνη («Πού βαδίζουμε κύριοι» λεγόταν, το άκουγα μικρή με το ζόρι στο αυτοκίνητο και δεν καταλάβαινα γιατί αυτός κοιμόταν με τη Μάρη πριν τα φτιάξει με τον Άρη): η Χ. είναι η πρώην του Ψ. που κοιμάται όμως με τον Κώστα  που πιο παλιά φιλιότανε με τον Α. που πριν κάνει εγχείρηση αλλαγής φύλου λεγόταν Γωγώ. Αργά ή γρήγορα τίποτα δεν μένει κρυφό - μαθαίνεις τα πάντα για τους πάντες. Ειλικρινά ώρες ώρες σκέφτομαι ότι δεν χρειάζομαι τόσο πολλές πληροφορίες - προτιμάω να μην ξέρω τίποτα για κανέναν. Παραγνωριστήκαμε με την Αθήνα. Ξανακοιτάω το γείτονα - έχει πάρει μια σκούπα και σκουπίζει την αυλή ανύποπτος μέσα στα σκοτάδια. «Ρε μ' αρέσει αυτός. Λες να κοιμάται ακόμα με τη Ρ.;»λέει η Β.«Μην ανησυχείς» της απαντάω «με δύο- τρία τηλεφωνήματα θα 'χουμε μάθει από το ΑΦΜ του μέχρι τι βρακί φοράει».