Ένα καλοκαιριάτικο βράδυ, Αύγουστος του '14, καθόμουν στις LiFO confessions. Γενικά είναι μια πλατφόρμα που συνήθως μπαίνεις ή για να βγάλεις αυτό που έχεις μέσα σου, κρυφά σαν εξομολόγηση, ή - σε εκείνη την περίπτωση ήμουν εγώ - για να δεις αυτά που έχουν να πουν οι άλλοι, να νιώσεις λίγο καλύτερα, να πάρεις ιδέες... Και εκεί ήταν που έπεσε στα μάτια μου η εξομολόγηση μιας κοπέλας προς έναν άντρα που έφυγε μακριά και την ξέχασε.

 

Το άνοιξα επιφυλακτικά. Όντας ευσυγκίνητη μέχρι το κόκκαλο - ούτε συγκινητικές ταινίες δεν βλέπω, η κατάθλιψη για δυο μέρες μετά είναι σίγουρη - το διάβαζα με δακρυσμένα μάτια μέχρι που τελειώνοντας έλεγε: "Οι σκέψεις μου διασχίζουν τα πελάγη και έρχονται ως εσένα σαν μικρές χάρτινες βαρκούλες", ήταν το κύριο νόημα τέλος πάντων. Έκανα σκέψη τον άντρα να βρίσκεται σε μία παραλία, να πιάνει τις βαρκούλες, να τις κρατάει φυλαχτό μέχρι να την ξαναδεί. Έχοντας αυτήν την σκέψη στο μυαλό μου, με το χέρι να στηρίζει το κεφάλι μου και τα μάτια μου θολωμένα από την εικόνα, πέφτει το μάτι μου πιο κάτω στις ερωτήσεις. Και εκεί όλη η απογοήτευση μου μαζεμένη σε μία απάντηση της ομολογούμενης, έστω και μέσα από μία εξομολόγηση, μεγάλης συγγραφέως: "Του το έστειλα. Μου απάντησε πως δεν είναι σωστό να του γράφω τέτοια πράγματα τώρα που έφυγε μακριά και ότι είναι καλύτερα να μην ξαναμιλήσουμε".

 

Ήταν απάντηση στην ερώτηση μιας αναγνώστριας: "Γιατί δεν του τα στέλνεις όλα αυτά που γράφεις εδώ;". Προφανώς και άλλοι, ίσως όχι και τόσο ευσυγκίνητοι, ίσως πολύ περισσότερο από εμένα, συγκινήθηκαν με τα λόγια της κοπέλας. Παίρνοντας την κλασσική στάση σκέψης μου, τον σκέφτηκα να παίρνει τις χάρτινες βαρκούλες που τόσα πέρασαν μέχρι να φτάσουν μέχρι την πόρτα του σπιτιού του και να τις σκίζει μανιωδώς, να τις κάνει κομματάκια και να χοροπηδάει πάνω τους. Τώρα θα μου πείτε, και τι; Να της δώσει ελπίδες, να την καλοπιάσει με γλυκόλογα στο όνομα μιας σχέσης που δεν βγαίνει πουθενά;

 

Εμείς θα συνεχίζουμε να απαγγέλουμε τις ατάκες μας. Για να τις βγάλουμε από μέσα μας, για να μην μετανιώσουμε ποτέ που δεν τις είπαμε, για να τις ξορκίσουμε, για να πάμε παρακάτω.

 

Ας το γενικεύσουμε λίγο το θέμα. Η σκέψη αυτού του ερωτικού γράμματος στοίχειωσε το μυαλό μου για μήνες και μήνες. Το σκεφτόμουν συχνά. Σκεφτόμουν να λαμβάνω ένα τέτοιο γράμμα, να το στέλνω, να μου το διαβάζουν. Και ενώ αναλογιζόμουν όλες αυτές τις υποθετικές μου ιστορίες, σκεφτόμουν και το εξής: Τελικά λέμε αυτά που νιώθουμε ή τα κρατάμε για τον εαυτό μας; Και τι συμβαίνει με την περίπτωση να πούμε κάτι και αυτό να μην είναι βολικό για τον ακροατή. "Σ αγαπώ", σε έναν που δεν αγαπάει πίσω, "Μου λείπεις", σε κάποιον που περνάει καλύτερα μακριά μας, και το κορυφαίο "Γύρνα πίσω ή έστω τηλεφώνα", σε έναν που προτιμά να τον πατήσει ασθενοφόρο ή να φάει το κινητό του με μια χαψιά, προκειμένου να μην γυρίσει, να μην τηλεφωνήσει. Είναι θέμα αλτρουισμού προς τον άνθρωπο που δεν θέλει να ακούσει αυτά που νιώθουμε, λόγω τύψεις που δεν νιώθει τα ίδια, λόγω του ότι θέλει να ξεχάσει ή στο κάτω - κάτω θέμα εγωισμού? Λέμε αυτά που νιώθουμε, στέλνουμε ερωτικά χάρτινα καραβάκια, γιατί; Περιμένουμε να αλλάξει ο άλλος γνώμη ή εμείς να ξορκίσουμε αυτά που νιώθουμε;

 

Μπαίνω ξανά στην LiFO και ψάχνω την εξομολόγηση της. Μεταξύ άλλων βρίσκω και κάποιες δικιές μου... Πουθενά αυτή που ψάχνω. Αναρωτιέμαι... Τα πράγματα θα έχουν μείνει ίδια; Ακόμα θα στέλνει τις σκέψεις της σε εκείνον ή θα γράφει εξομολογήσεις για κάποιον άλλον;

 

Ανακαλώ τα συναισθήματα που ένιωσα για τον άντρα της ιστορίας. Τον πετυχαίνω σε ένα από τα σάλτα του πάνω από τα σκισμένα καραβάκια. "Όχι - όχι... Καθόλου ευχάριστα..." ψιθυρίζω. Καθώς πίνω τον καφέ μου, σκέφτομαι: "Και εσύ; Εσύ δεν έχεις βρεθεί ποτέ στην θέση του;". Έχω βρεθεί. Έχω βρεθεί να ακούω το "σ' αγαπώ" με δύο μάτια δακρυσμένα να με κοιτάνε και να γυρίζω την πλάτη και να φεύγω. Νιώθω τύψεις που δεν γύρισα πίσω. Ούτε να απλώσω το καθησυχαστικό μου χέρι, να βρω μία δικαιολογία που δεν έχω απάντηση. Ήμουν στην μεριά του λάθος ακροατή.

 

Μπορεί η αδιαφορία τελικά να έχει καλύτερα αποτελέσματα από την παρηγοριά; Ίσως να εξαρτάται και από τον άνθρωπο. Ό,τι ταιριάζει στον καθένα. Μακάρι να ταίριαζε σε εκείνη την κοπέλα, εύχομαι. Μακάρι η επόμενη εξομολόγηση της να ήταν για τον επόμενο έρωτα. Τον λυτρωτικό. Ή μακάρι εκείνος να γύρισε, να είπε ότι έκανε λάθος. Να ζουν τώρα ευτυχισμένοι... Και πάλι η φράση "Ό,τι ταιριάζει στον καθένα" είναι η σωστή. Ό,τι μας κάνει να κοιμόμαστε καλά τα βράδια. Ό,τι εξυπηρετεί τα όνειρα μας.

 

Θυμάμαι μία φράση που έλεγε ένας σκηνοθέτης, όταν ήμουν στην θεατρική ομάδα. Τα όνειρα είναι γαλάζια πουλιά. Δεν ρώτησα ποτέ τι εννοούσε. Προτιμούσα να σκέφτομαι ότι είναι γαλάζια και εκεί που πας να τα πιάσεις, ρίχνουν μια με τις φτερούγες τους και πετούν στον ουρανό, γίνονται ένα με αυτόν, δεν μπορείς να τα διακρίνεις πια και σου ξεγλιστράνε. Όταν είδα την ειλικρίνεια και το θάρρος αυτής της κοπέλας, είχαμε ακόμα παραστάσεις. "Τι λέω;", είπα. "Τα όνειρα είναι γαλάζια, τροπικά, σπάνια πουλιά. Αλλά μιας και τα πετύχεις πάρε το δίκαννο και ριχτούς στο ψαχνό!".

 

Εκεί, λοιπόν, κατέληξα. Τα συναισθήματα μας πρέπει να τα εκφράζουμε σαν το "καλημέρα" και το "καληνύχτα" της ζωής μας. Βιολογία σπουδάζω. Ξέρω από κύτταρα και κυρίως από λογική. Αλλά τελικά, θέλω να πιστεύω ότι, εκτός από ένα μάτσο κύτταρα, είμαστε και τα συναισθήματα μας. Παίζουμε σε μία θεατρική παράσταση, γραμμένη από εμάς. Αν το ακροατήριο τελικά δεν είναι καλό, πρέπει να αλλάξει παράσταση. Σκέφτομαι τα λόγια της καθηγήτριας της Έκθεσής μου στην τρίτη λυκείου. Δεν είμαστε ποτέ απόλυτοι στις δηλώσεις μας όταν γράφουμε. "Καλό θα ήταν", "Είναι αναγκαίο", αντί του πρέπει. Και όμως τώρα, καθώς διαβάζω την πρόταση μου, το "πρέπει" είναι η κατάλληλη λέξη. Πρέπει, ναι, πρέπει να αλλάξει παράσταση. Όσο και αν δεν το θέλουμε, θα ξεχάσει να βάλει το κινητό στην δόνηση, παρά την προειδοποιητική αναγγελία, θα μασουλάει μέσα στην αίθουσα την ώρα της ατάκας μας, θα φύγει αφήνοντας σκουπίδια στο υπέροχο χαλί του θεάτρου μας. Εμείς τι θα κάνουμε στην επόμενη παράσταση των οκτώ;

 

Εμείς θα συνεχίζουμε να απαγγέλουμε τις ατάκες μας. Για να τις βγάλουμε από μέσα μας, για να μην μετανιώσουμε ποτέ που δεν τις είπαμε, για να τις ξορκίσουμε, για να πάμε παρακάτω. Άλλοι επιλέγουν να κατασκευάζουν χάρτινα καραβάκια, άλλοι τραγούδια, άλλοι ένα sms. Καθημερινές εξομολογήσεις ο ένας στον άλλον, και που και που στις LiFO confessions. Κάποια στιγμή θέλω να ελπίζω ότι ο καθένας θα βρει τον δικό του σωστό θεατή και ακροατή. Και αν τον βρείτε; Κρατήστε τον εκεί. Μην κάνετε διάλειμμα για καφέ και συζήτηση. Ζήστε τον ως το τέρμα. Πείτε όσα θέλατε να πείτε, νιώστε όσα θέλετε να νιώσετε. Μπορεί να κάτσει για πολύ. Μπορεί για λίγο. Αλλά τον έρωτα πρέπει να τον ρουφάμε από το μεδούλι.

 

"Όχι δεν άλλαξε γνώμη. Δεν γύρισε. Δεν βρήκα κάποιον να με κάνει να νιώσω κάτι δυνατότερο. Αλλά δεν μετανιώνω που μίλησα, που λύγισα μπροστά του, που έστειλα ως και ολόκληρο στόλο από καράβια να τον βρουν. Κι ας τα έσκισε. Κι ας τα βούλιαξε. Κι ας θρήνησα. Στο τέλος αυτό που μένει είναι κάποιος που ξέρει να φτιάχνει καράβια, μπορεί να τα στείλει εκεί που πρέπει, μπορεί να αντέξει να τα βλέπει να χάνονται. Και κάποιος άλλος που ξέρει μόνο να καταστρέφει. Εγώ μίλησα για μένα. Εκείνος σιώπησε για εκείνον. Όλα έγιναν όπως έπρεπε."

 

Η απάντηση της στο παρών κείμενο που ανέβασα στις LiFO confessions μπας και την βρω. Βάζω να ακούσω το "I'm addicted to you" του Avicii. Τελικά η μαντεψιά μου ήταν σωστή στην αρχή. Είναι μεγάλη συγγραφέας. Νιώθω όμορφα καθώς διαβάζω την απάντηση της. Ξέρω και εγώ να κατασκευάζω καράβια, να τα στέλνω, να τα βλέπω να χάνονται. Εσείς;