Στη ζωή έρχονται κάποιες στιγμές, που όλοι μας – τεμπέληδες ή μη – είμαστε υποχρεωμένοι να κάνουμε «φασίνα». Να απλώσουμε τον εαυτό μας σε χίλια κομμάτια, μπροστά μας, και να πετάξουμε όσα δεν χωρούν πια μέσα μας.


Ήταν μια Κυριακή απόγευμα όταν τακτοποίησα τον εαυτό μου.


Πρώτα, ξεδιάλεξα όλες τις φωτογραφίες που έχουν τραβήξει τα μάτια μου τις φορές που ανοιγόκλεισαν ευτυχισμένα. Τις τοποθέτησα έξω – έξω, για να τις βλέπω όταν μελαγχολώ. Ύστερα μάζεψα με το φαράσι, προσεκτικά, τα θρύψαλα όλων αυτών που δεν άντεξαν στο χρόνο ή, καλύτερα, που δεν άντεξαν σε μένα, για να μην τα πατώ, πάλι και πάλι, όποτε περπατώ ξυπόλητη. Τύλιξα σε ρολά τα χιλιόμετρα που επέμενες ότι μας χωρίζουν και γέμισα χάρτινα κουτιά με όσα ράγισαν και κανένα χάδι δεν τα ξανακόλλησε, όσες προσπάθειες κι αν έγιναν.


Στο τέλος, στρίμωξα, στο πιο βαθύ ντουλάπι, όλα εκείνα που έπρεπε να ξεχάσω για να συνεχίσω, τα κλείδωσα και έκρυψα το κλειδί. Δεν χρειάστηκε να τα ξαναθυμηθώ, ούτε να τα αναζητήσω, για αρκετό καιρό....


...μέχρι που χόρεψα τάνγκο. Και ξεκλειδώθηκαν μόνα τους.


Στο τάνγκο χορεύει η καρδιά. Μόνο αυτή μπορεί να αποδώσει με ακρίβεια τις απαλές παύσεις, τις αναπνοές πριν το ξέσπασμα της μουσικής. Χρειάζονται οι χτύποι της, που αθόρυβα μπλέκονται με τους χτύπους της καρδιάς του άλλου, για να βρουν οι νότες το χώρο να εκφραστούν, σε έναν χορό εσωτερικό, μεταξύ των δύο, που μόνο η αντανάκλασή τους στον καθρέπτη και όχι όσα αλήθεια μοιράζονται εκείνη τη στιγμή φτάνει σε όσους τους παρακολουθούν.


Για να χορέψεις τάνγκο, η καρδιά πρέπει να είναι ζωντανή και ελεύθερη. Όχι κλειδωμένη. Γιατί μόνο αυτή ξέρει για εμάς όσα κανείς και, όσα εμείς θεωρούμε αδυναμίες της, όταν χορεύουμε με τα μάτια κλειστά, γίνονται η δύναμή μας, ο δρόμος για να πατήσουν πάνω τα βήματά μας. Όταν χορεύεις τάνγκο, όπως και όταν αγαπάς με όλη σου την καρδιά, αφουγκράζεσαι και ακολουθείς χωρίς να νιώθεις ανασφάλεια για το επόμενο βήμα, γιατί με έναν μαγικό τρόπο ξέρεις πού πηγαίνεις, το βήμα του άλλου σου δίνεται ως δικό σου, και το βήμα το δικό σου γίνεται δικό σας, όσοι οι χοροί, τόσα τα βήματα, όσοι οι άνθρωποι τόσοι οι χοροί και όσες οι καρδιές τόσες και οι συγχορδίες των παλμών τους.


Για να χορέψεις τάνγκο, αρκεί οι καρδιές να μπορούν να μιλήσουν, κι ας μη μιλούν την ίδια γλώσσα. Δεν χρειάζεται να είναι ερωτευμένες, αρκεί να έχουν την ικανότητα να αγαπούν. Δεν χρειάζεται να ειπωθούν πολλά αλλά πρέπει να υπάρχει διάθεση να ειπωθούν τα πάντα. Και πρέπει να ακούν και οι δύο την ίδια μουσική και να μιλούν γι' αυτήν, ζωγραφίζοντάς τη όπου πατούν.


Εκείνη την Κυριακή, ήμουν υποχρεωμένη να κλειδώσω στο ντουλάπι τα πιο βαθιά «θέλω» της καρδιάς μου, γιατί, αλήθεια, δεν είχε νόημα να τα αφήσω άλλο να μου μιλούν. Δεν έχει νόημα η καρδιά να μιλά όταν δεν την ακούει κανένας. Ξαναμίλησε, όμως, σε έναν χορό που δεν έμοιαζε με τους άλλους, σε έναν χορό που όσο διήρκησε έμοιαζε να μην υπήρχε τίποτα άλλο πάνω στη γη εκτός από αυτό.


Τότε κατάλαβα, ότι, όσο και αν προσπαθεί κανείς να το αποφύγει, θα βρεθεί πάντοτε ένας τρόπος, ακόμη και ο πιο απροσδόκητος, για να αποκαλυφθεί η μεγαλύτερη αλήθεια της ζωής: είμαστε αληθινά εκεί όπου βρίσκεται και η καρδιά μας.


Και έτσι, αποφάσισα να αφήσω τα πάντα ξεκλείδωτα, χωρίς να φοβάμαι τόσο. Ίσως, γιατί μια φαινομενικά ασήμαντη αφορμή, με έκανε να σκεφτώ και να καταλάβω κάτι παραπάνω για μένα: ότι στη ζωή αξίζει να παλεύει κανείς για εκείνους τους ανθρώπους, που μπορούν να χαρίσουν στους γύρω τους την ομορφιά ενός μοναδικού χορού τάνγκο.


Χωρίς να χρειάζεται καν να ξέρουν να χορεύουν.