Σάββατο πρωί, άδειο ψυγείο, τρόμος νούμερο 1. Συνειδητοποίηση ότι αύριο ξημερώνει Κυριακή, τρόμος νούμερο 2.


Καβάλησα το πεντακάθαρο από το ξέπλυμα της βροχής ποδήλατό μου και ξεκίνησα. Για τους ποδηλάτες και μη λένε πως το να κυκλοφορείς με τα ακουστικά στο αφτί σημαίνει θάνατος και μάλιστα ταχύς. Βέβαια, δεν είναι λίγες οι φορές που οδηγοί μου χουν προσάψει κάθε λογής γαλλικών εξαιτίας της αφηρημάδας μου. Δεν πτοούμαι όμως, βρήκα τρόπο να μετριάσω το ρεζιλίκι μου στους ελληνικούς δρόμους, χρησιμοποιώντας μόνο το ένα ακουστικό.

 

Προετοιμάζω λοιπόν τον εαυτό μου για τη φρίκη που πρόκειται να βιώσει φτάνοντας στο ταμείο, διότι ο χειρότερος καταναλωτής είναι ένας πεινασμένος καταναλωτής. Από τα κασέρια και τα σαλάμια πιάνω τον εαυτό μου να λιγουρεύεται παραδοσιακό ταχίνι από συνεταιρισμό της Λήμνου.

 

Φτάνω στην είσοδο και το κομμάτι ακόμη παίζει. Το κλείνω, βάζω στην τσέπη μου το εμ-πι-θρι και μπρος στη δόξα τραβώ. Εύλογα θα αναρωτηθεί κανείς, μα δε θα το κλειδώσει; Όχι. Κάποιοι από μας εξακολουθούμε να διαθέτουμε μια κάποια εμπιστοσύνη στην καλοσύνη και συνείδηση του ανθρωπίνου γένους. (Για καλό και για κακό όμως, το κρύβω πίσω από το άσπρο βαν). Οι πόρτες ανοίγουν, εγώ νιώθω βασιλιάς και ξεχύνομαι σαν υποψήφια νύφη σε κατάστημα προσφορών.

Για κακή μου τύχη έφτασα νηστικός. Μέγα λάθος.

 

Προετοιμάζω λοιπόν τον εαυτό μου για τη φρίκη που πρόκειται να βιώσει φτάνοντας στο ταμείο, διότι ο χειρότερος καταναλωτής είναι ένας πεινασμένος καταναλωτής. Από τα κασέρια και τα σαλάμια πιάνω τον εαυτό μου να λιγουρεύεται παραδοσιακό ταχίνι από συνεταιρισμό της Λήμνου.

 

Αισθάνομαι λύπηση και ταυτόχρονα αηδία και μεταφέρομαι ευθύς αμέσως στο διάδρομο με τα καθαριστικά. Εδώ μάλιστα, κανένας πειρασμός. Μη μπορώντας όμως, καθότι και άχρηστος σε θέματα νοικοκυροσύνης να βρω το κατάλληλο απορρυπαντικό απευθύνομαι σε μια από τις κοπέλες του καταστήματος. Στο ύφος της φαινόταν πως οποιαδήποτε προσπάθεια κι αν έκανα για δημιουργία κουβέντας θα τη μετάνιωνα πικρά. Αποφάσισα όμως να αγνοήσω το προφανές και ψέλλισα ένα:

— Συγγνώμη, ψάχνω τα απορρυπαντικά πιάτων...μια βοήθεια; Είπα προσπαθώντας να είμαι όσο πιο ευγενικός και ευχάριστος μπορώ μπας και φανεί έστω και λίγο το σχήμα των δοντιών της.

— Στο βάθος, μου απάντησε χωρίς να με κοιτάξει, και κατευθύνθηκα προς τα εκεί που με έστειλε σιχτιρίζοντας για την αγένειά της, επαινώντας παράλληλα τον εαυτό μου για την διαγωγή μου υπόδειγμα.

 

Ο εφιάλτης των ψώνιων έφτανε στο τέλος του και το μόνο που έμενε να αντιμετωπίσω ήταν το ταμείο, συνήθως το χειρότερο κομμάτι αυτής της διαδικασίας. Φθάνοντας στο ταμείο με τον αριθμό 2, στεκόμουν πίσω από μια κοπέλα. Στα αριστερά μου ένας ηλικιωμένος. Σκέφτηκα να του παραχωρήσω τη θέση μου και γι' αυτό βάλθηκα να τον κοιτάζω επίμονα προκειμένου να συναντηθεί το βλέμμα μου με το δικό του, να του πω όσο πιο γλυκά μπορώ «περάστε» και να αισθανθώ για λίγα δεύτερα πως την θέση στον Παράδεισο την έχω στο τσεπάκι μου.

 

Μάταια όμως, ο ηλικιωμένος όσο διάστημα τον πολιορκούσα με το βλέμμα μου τακτοποιούσε κάτι χαρτάκια-κάρτες στο πορτοφόλι του. Η κοπέλα μπροστά μου πλήρωσε, η πωλήτρια άρχισε να χτυπά τα ψώνια μου και μετά λύπης μου αποδέχτηκα ότι για σήμερα Παράδεισος γιοκ. Έξω έβρεχε. Ανέβηκα στο ποδήλατό μου και χάθηκα στους δρόμους.