Πάλι πήγα από τη μαμά μου σήμερα. Πάλι έκατσα 10 λεπτά. Με ρώτησε 3 φορές τι νέα έχω, τίποτα της είπα. Εκείνη καίγεται να έχει σχέση μαμάς-κόρης φυσιολογική, να λέμε τα νέα μας, να της λέω τα προβλήματά μου και να συζητάμε λύσεις. Φυσικά δεν έθεσε ποτέ τη βάση για μια τέτοια σχέση, και δε γίνεται από τη μια στιγμή στην άλλη να γίνουμε κολλητές.Κι εγώ καίγομαι από στεναχώρια όταν με ρωτάει και της λέω τίποτα, όταν σχολιάζει κάτι και της απαντάω μονολεκτικά ή απότομα. Σχεδόν ότι και να μου πει με ενοχλεί, ή το βρίσκω ανόητο. Και πως να μη το βρίσκω όταν κάθε φορά που βρισκόμαστε σχολιάζει ένα σωρό βλακείες, δήθεν σαν συμβουλή; Από το πως ντύθηκα, γιατί δε ντύθηκα αλλιώς, γιατί δε βάφομαι λίγο, ή πχ να ξέρει για τη δουλειά μου ότι δεν παίρνουμε όποτε θέλουμε άδειες, και να λέει ε γιατί δεν παίρνεις καμιά άδεια, να μου λέει πχ για τη δουλειά κάνε αυτό, να της εξηγώ πως λειτουργούν τα πράγματα και ότι αυτό που λέει δε γίνεται, και να επιμένει ότι γίνεται και έλα μωρέ σιγά, θα σε αφήσουν να το κάνεις. Να μη διαβάζει κανένα βιβλίο και να σχολιάζει τι βιβλία διαβάζω, και ότι πρέπει να διαβάζω Ντοστογιέφσκι. Που να διάβαζα και βιβλία κατηγορίας Δημουλίδου, απλά θέλει να σχολιάσει κάτι αρνητικό.Μετά από όλα αυτά τα σχόλια, πως να μου βγει να κάνουμε μια συζήτηση απλή; Πως να της πω ότι βγήκα με κάποιον ραντεβού χθες και πως πήγε; Δε με νοιάζει να της πω. Δε σκέφτομαι ποτέ α αυτό να την πάρω ένα τηλέφωνο να το συζητήσουμε. Δεν ανυπομονώ ποτέ να την ακούσω στο τηλέφωνο, ή να χαρώ όταν θα με πάρει, και πολύ σπάνια θα σκεφτώ μόνη μου να την πάρω να δω τι κάνει. Κι όμως, τη λυπάμαι πολύ. Λυπάμαι που μόνο από εμένα έχει να περιμένει τρυφερότητα και επικοινωνία κι εγώ δεν έχω να της τα δώσω. Θα ήθελα να ήταν αλλιώς τα πράγματα, αλλά είναι πολλά που πρέπει να αλλάξουν, κι εγώ δε θέλω να μπω σε αυτή τη διαδικασία, ειδικά όσο ακούω αυτά που ακούω. Θα συνεχίσουμε αυτή την τυπικά καλή σχέση υποθέτω, μέχρι τέλους.