Λείπω ένα χρόνο περίπου εξωτερικό. Βόρεια Ευρώπη. Ήρθα με έτοιμη δουλειά και σπίτι μόνη μου. Ήμουν από εκείνους που πίστευαν ότι τίποτα δε λειτουργεί στην Ελλάδα. Δε θα ξεχάσω την πρώτη μέρα που προσγειώθηκα. Δε θα ξεχάσω εκείνη τη μαυρίλα στον ουρανό και τη θάλασσα, όπως έγινε και η ζωή μου. Εκείνο το γαλάζιο μου λείπει τόσο, μου λείπει το 'σπίτι' μου ο πιο όμορφος τόπος του κόσμου. Εδώ οι άνθρωποι είναι απρόσωποι κρύοι, τους χαμογελάς και κοιτάνε το πάτωμα. Οι Έλληνες εδώ είναι μετανάστες στις χειρότερες εκδοχές της λέξης. Συχνά με ρωτάνε γιατί άφησα εκείνη την όμορφη ζεστή χώρα, πλέον δε θυμάμαι. Θέλω να γυρίσω πίσω, μου λείπει ο τόπος μου οι μυρωδιές το καλοκαίρι, μια μπύρα στο μπαλκόνι μετά τη δουλειά... εκεί δεν έχουνε μπαλκόνια, έχουν παράθυρα που μισοανοίγουν. Μου λείπουν τα χαμόγελα της γειτόνισσας, οι απλήρωτες υπερωρίες παρέα με ανθρώπους που μετά θα πας να πιείς μια μπύρα γιατί και εδώ κάνεις υπερωρίες αλλά ο μάνατζερ δε θυμάται το όνομά σου. Εδώ δε θυμούνται το όνομά σου, είσαι εκείνη η Ελληνίδα..