Ξέρετε τι είναι αυτό που κάνετε; Σκοτώνετε τον ρεαλισμό» έγραφε με θαυμασμό ο Μαξίμ Γκόρκι στον Αντόν Τσέχοφ τον Ιανουάριο του 1900, όταν διάβασε το έξοχο διήγημά του Η κυρία με το σκυλάκι (1899). Τι μπορεί να εννοούσε; Την ίδια εποχή ο Στανισλάφσκι στο Θέατρο Τέχνης της Μόσχας προσπαθούσε να κατανοήσει την αμηχανία που του προκαλούσαν τα έργα του («Η πρώτη γνωριμία με το έργο είναι συχνά απογοητευτική. Φαίνεται, μάλιστα, σαν να μην υπάρχει τίποτα για να πει κανείς, όταν τα διαβάσει. Με δυο-τρία λόγια μπορείς να συνοψίσεις και το θέμα και την πλοκή. Και οι ρόλοι; Βρίσκονται σε αυτά πολλοί ρόλοι καλοί, ούτε ένας απ' αυτούς όμως δεν θα τραβούσε έναν ηθοποιό που παίζει μόνο καλούς ρόλους...», Η ζωή μου στην τέχνη). Kατέληξε ότι απαιτείται «διαίσθηση και αίσθημα» για να αποδώσει αυτό που είναι μοναδικό στο τσεχοφικό θέατρο: την εσωτερική δράση των έργων, την πολύπλοκη εσωτερική ζωή των ηρώων του.

 

Μόνο που η συνάντηση με τον κόσμο του Τσέχοφ εξακολουθεί να είναι για μένα μια εμπειρία που προκαλεί φορτίσεις και συγκινήσεις που ξεπερνούν τις συμβατικές δυνατότητες μιας κριτικής αποτίμησης.


Κι ο Τολστόι, που ενοχλήθηκε από την «έλλειψη ηθικής» στον Θείο Βάνια; Κι όλοι αυτοί που είδαν στα έργα του μόνο το οικονομικό και κοινωνικό αδιέξοδο, τη θλιβερή και σκοτεινή ζωή στη Ρωσία στα τέλη του 19ου αι.; Η ζωή του Τσέχοφ, το σύνολο της ύπαρξής του, όπως διασώζεται μέσα από τις ιστορίες του, τα θεατρικά έργα του, τα κείμενά του, τις επιστολές του, διαλύουν μια-μια τις παρανοήσεις, ακόμη και αν δεν προσφέρουν συγκεκριμένες, οριστικές απαντήσεις.


«Ήταν τόσο ψυχρή και τόσο βαρετή, που δεν θα έγραφα γι' αυτήν ακόμα κι αν με πλήρωνε ο εκδότης μου 50 καπίκια την αράδα. Της έλειπε τελείως η ψυχή, το μόνο πράγμα που μπορεί να σε κάνει να κλάψεις γοερά ή να λιποθυμήσεις. Κάθε στεναγμός της Σάρα Μπερνάρ, τα δάκρυά της, οι επιθανάτιοι σπασμοί της, όλο της το παίξιμο δεν ήταν τίποτε άλλο παρά ένα καλά διαβασμένο μάθημα» έγραφε το 1881 σε μια κριτική του για την ερμηνεία της στην Κυρία με τις καμέλιες, αποκαθηλώνοντας με λίγες λέξεις όλο τον «μύθο» του ανυπέρβλητου ταλέντου της. Να πώς, νομίζω, πρέπει να πλησιάζεις το θέατρο του Τσέχοφ: ψάχνοντας και συσχετίζοντας. Ίσως εμπνεύστηκε την Αρκάντινα στον Γλάρο, τη μεγάλη ηθοποιό, αυτό το τέρας εγωισμού, από τη Σάρα Μπερνάρ και τις άλλες ντίβες του ευρωπαϊκού αστικού θεάτρου στο τέλος του 19ου αι.


Κριτής, όμως, και την ίδια στιγμή κρινόμενος: «Το ξάπλωμα πάνω στο σανό και η πιασμένη στο αγκίστρι πέρκα ικανοποιούν την αίσθησή μου πολύ πιο χειροπιαστά από τις κριτικές και τα χειροκροτήματα της γαλαρίας» σημειώνει σε μια επιστολή του στον Ι.Λ. Στσεγκλόφ-Λεοντίεφ τον Φεβρουάριο το 1889 (από το πρόγραμμα του Γλάρου, Θέατρο του Νέου Κόσμου, 2002). Δεν μπορείς να μη διακρίνεις σ' αυτό το απόσπασμα τη σχέση με τον καταξιωμένο συγγραφέα Τριγκόριν, πάλι από τον Γλάρο, που περνά ώρες ολόκληρες ψαρεύοντας στη λίμνη και αποκαλύπτει το δράμα του μόνο όταν βρίσκει αθώα αυτιά: «[...] Γράφω την άποψή μου για τα πάντα, με μεγάλο πάθος – οι αναγνώστες με στριμώχνουν, άλλοτε με επικροτούν, άλλοτε μου επιτίθενται, θυμώνουν μαζί μου. Κι εγώ, παραζαλισμένος, τρέχω από τη μια μεριά στην άλλη, σαν αλεπού που την πήραν στο κυνήγι τα άγρια σκυλιά. Βλέπω τη ζωή και την επιστήμη να εξελίσσονται, να προχωρούν μπροστά, κι εγώ να μένω πίσω, πάντα αργοπορημένος, σαν τον αδαή επαρχιώτη που θέλει να γυρίσει στο χωριό του, μα χάνει το τρένο [...]».


Ξεκίνησα να γράφω έχοντας στο μυαλό μου δύο παραστάσεις έργων του Τσέχοφ που παίζονται αυτή την περίοδο, μία στον Τεχνοχώρο Cartel (Πλατόνοφ) και μία στο Θησείον (Ο Γλάρος). Μόνο που η συνάντηση με τον κόσμο του Τσέχοφ εξακολουθεί να είναι για μένα μια εμπειρία που προκαλεί φορτίσεις και συγκινήσεις που ξεπερνούν τις συμβατικές δυνατότητες μιας κριτικής αποτίμησης. Αν πας ανοιχτός, και η παράσταση έχει στηθεί με την αγάπη, τον θαυμασμό και τον ερμηνευτικό κόπο που αξίζει το έργο αυτού του μοναδικού συγγραφέα, δεν υπάρχει περίπτωση να απογοητευτείς. Ο Τσέχοφ σκότωσε τον ρεαλισμό, καλά το είπε ο Γκόρκι, φωτίζοντας τα ψυχικά τοπία των ανθρώπων. Γι' αυτό και εμπνέει τους σύγχρονους δημιουργούς, απελευθερώνοντάς τους από κάθε συμβατική απαίτηση.

 

Ο Κώστας Φιλίππογλου, στον δύσκολο, στενόμακρο σκηνικό χώρο του «Θησείον», κράτησε τους έξι βασικούς χαρακτήρες του Γλάρου (στη μετάφραση της Χαράς Σύρου) και εστίασε στη σκέψη και το συναίσθημά τους, όπως προκύπτουν από τις μεταξύ τους σχέσεις (και αντιπαραθέσεις). Καρέκλες κι ένα χαμηλό, στρογγυλό τραπέζι με ρόδες αποτελούν τα μοναδικά σκηνικά αντικείμενα, διαρκώς εν κινήσει, όπως και τα πρόσωπα της παράστασης. Η κινησιολογική παρτιτούρα των ηθοποιών, που φρόντισε η Φρόσω Κορρού, μεταφέρει πληροφορίες άλλοτε για την εξωτερική δράση (όπως στο ξεκίνημα της Β' Πράξης, στο γήπεδο του κροκέ) κι άλλοτε για την εσωτερική κατάσταση των ηρώων. Η παράσταση στηρίζεται εξ ολοκλήρου στις ερμηνείες των ηθοποιών (Ναταλία Τσαλίκη, Αλέξανδρος Λογοθέτης, Γιάννης Στεφόπουλος, Σοφία Γεωργοβασίλη, Ίριδα Μάρα, Γιάννης Καραούλης) και στη συνεργασία του συνόλου. Οπωσδήποτε, η υλικοτεχνική δυνατότητα του χώρου επιβάλλει περιορισμούς που ο σκηνοθέτης δεν μπόρεσε να ξεπεράσει (οι δύο σκάλες, π.χ., στις οποίες ανεβαίνουν κάποιες στιγμές η Αρκάντινα και ο Σόριν είναι αμήχανες λύσεις) και η χρήση του βίντεο δεν εντάσσεται οργανικά στην εξέλιξη της πράξης – όπως, ας πούμε, εντάσσεται θαυμάσια η χρήση του μικροφώνου στην έναρξη των πράξεων. Η μουσική που έγραψαν για την παράσταση οι Lost Bodies τοποθετεί τη σκηνική πράξη απολύτως στο σήμερα. Αλλά τι κοστούμια είναι αυτά (κυρίως της Νίνας, με το άθλιο κολάν και τις ξεχειλωμένες κάλτσες), αγαπητέ Κέννυ Μακλέλαν;


Άλλου κλίματος, με πολλά ρωσικά τραγούδια, πολύχρωμα μακριά φορέματα για τις γυναίκες κι ένα σκηνικό πολλών επιπέδων, φτιαγμένο από παλέτες και καρέκλες με κομμένα πόδια που κρέμονται από αλυσίδες σαν κούνιες (εμπνευσμένη η σκηνογραφική ιδέα της Αλεξίας Θεοδωράκη) είναι η παράσταση του Ένκε Φεζολλάρι στο Cartel. Στον μοναχικό, ανάμεσα σε αποθήκες και βιοτεχνίες χώρο της οδού Αγίας Άννης στον Βοτανικό καταφέρνει όχι μόνο να ζωντανέψει με γοητευτικό τρόπο τον κόσμο του Πλατόνοφ (1881-82) αλλά και να δείξει πόσο καλά συνομιλεί με την εποχή μας αυτό το νεανικό, παραπεταμένο από τον ίδιο τον συγγραφέα του, έργο. Οι ήρωές του είναι άνθρωποι με ναυαγισμένα όνειρα, χωρίς δουλειά ούτε και όρεξη για κάποιου είδους δημιουργική απασχόληση, που κινούνται με δανεικά, αγαπάνε παροξυσμικά, συζητούν και συνευρίσκονται επειδή κάπως πρέπει να γεμίσουν το κενό της ζωής τους. Αν υπάρχουν κάποιες ερμηνευτικές ατέλειες (γιατί, π.χ., ο Γκλαγκόλιεφ Β' αποδίδεται σαν «κραγμένη»;), δεν αλλοιώνουν τη θετική εντύπωση. Η παράσταση του Φεζολλάρι έχει ζωή, χυμούς και συναισθηματική ενέργεια (παίζουν ο Νίκος Αναστασόπουλος, η Ελεονώρα Αντωνιάδου, η Μαρίνα Κανελλοπούλου, ο Γεράσιμος Μαύρος, ο Γιάννης Παπαϊωάννου, ο Ιάσων Παπαματθαίου, η Μαρία Σκαφτούρα –η απόδοση του έργου είναι δική της–, ο Νεκτάριος Σμυρνάκης, ο Παναγιώτης Σούλης, η Φαίη Τζήμα, ο Στέλιος Τυριακίδης). Και αναδεικνύει με πληρότητα τη σημασία του πρωτόλειου Πλατόνοφ. Ένα υπέροχο έργο.

 

Άντον Τσέχοφ
Ο Γλάρος
Σκηνοθεσία: Κώστας Φιλίππογλου
Πρωταγωνιστούν: Ναταλία Τσαλίκη, Αλέξανδρος Λογοθέτης, Γιάννης Στεφόπουλος, Σοφία Γεωργοβασίλη, Ίριδα Μάρα, Γιάννης Καραούλης
Θησείον, ένα Θέατρο Για Τις Τέχνες
Τουρναβίτου 7,Ψυρρή
210 3255444
Παραστάσεις: Βραδ.: Πέμ., Παρ., Κυρ. 9.15 μ.μ., Σάβ. 9.30 μ.μ.
Τιμή: € 16, 12.

 

Άντον Τσέχοφ
Πλατόνοφ
Σκηνοθεσία: Έν. Φεζολλάρι
Πρωταγωνιστούν: Ν. Αναστασόπουλος, Ελ. Αντωνιάδου, Μ. Κανελλοπούλου.
Cartel
Αγ. Άννης & Μικέλης 4, Βοτανικός
6939 898258
Παραστάσεις: Απόγ.: Κυρ. 7 μ.μ. Βραδ.: Παρ., Σάβ. 9 μ.μ.
Τιμή: € 12, 8, 5.