Το να πεις ότι η βραδιά ήταν επεισοδιακή θα ήταν λίγο. Από τις πιο ζεστές του φετινού καλοκαιριού. Και σαν να μην έφτανε αυτό, προέκυψε και μια -ευτυχώς- σύντομη διακοπή ρεύματος, που θα έκανε άλλους επαγγελματίες να σηκώσουν ψηλά τα χέρια ή να προσπαθήσουν να κρυφτούν πίσω από το δάχτυλό τους, α λα μανιέρ «ελληνικό δημόσιο». Στη Νοστιμιά, απλώς ζήτησαν ευγενικά συγνώμη και, σε περίπτωση που  θέλαμε να μείνουμε, πρότειναν επιλογές από τον κατάλογο, οι οποίες θα ήταν υλοποιήσιμες, π.χ. σαλάτες και εδέσματα που θα μπορούσαν να ετοιμάσουν χωρίς τη συμβολή του ηλεκτρικού. Ας μην ξεχνάμε ότι υπάρχουν ακόμα κουζίνες όπου κυριαρχούν οι εστίες γκαζιού και όχι οι φούρνοι μικροκυμάτων. Αλλά φαίνεται ότι ο θεός της εστίασης αγαπά τους καλούς ανθρώπους: ήρθε πάλι το ρεύμα.

Το εστιατόριο βρίσκεται σε σημείο γωνιακό. Παρά την ευκολία πρόσβασης και την εγγύτητα στη λεγόμενη πιάτσα του Θησείου, το μέρος είναι σχετικά ήσυχο. Έξω, στο μικρό πεζοδρόμιο, δυο-τρία τραπεζάκια. Μπορείς να κάτσεις (με την έννοια ότι δεν θα υποφέρεις) και στο ορθάνοιχτο εσωτερικό με τα φωτιστικά Kartell, τις μεταξοτυπίες με έργα του Καραβάτζιο, τα ξύλινα έπιπλα και τους καλόγουστους συνδυασμούς ζωντανών χρωμάτων. Ο κατάλογος μικρός αλλά φιλοσοφημένος. Αναφορές ελληνικές και μεσογειακές. Διαισθάνεσαι την ποιότητα. Και οι τιμές πολύ λογικές. Όσο για το σέρβις, είναι άμεμπτο. Από τις λίγες περιπτώσεις όπου όχι μόνο κάνουν καλά τη δουλειά τους, αλλά είναι και υπερήφανοι για αυτό. Προς το παρόν, το μόνο παράπονο αφορούσε τις μουσικές επιλογές και τη συνάφειά τους με το χώρο.    

Το πιάτο κατατεθέν, το φιλέτο καπνιστής πέστροφας, καλυμμένο με τριμμένο καρότο πάνω σε κρεμώδες μείγμα λευκών τυριών, σερβίρεται σε γυάλινη κούπα. Καταλαβαίνεις την επιτυχία του, με την ελαφρώς αλμυρή και τη δροσερή συνάμα αίσθηση που σου αφήνει. Αλλά έχει ανταγωνιστές εντός του καταστήματος! Τα λαχανικά σχάρας (μελιτζάνα, πιπεριά, κολοκύθι), κομμένα σε χοντρές φέτες, έρχονται σε μορφή πύργου. Είναι το καλύτερο πιάτο του είδους του στην Αθήνα. Έξοχες πρώτες ύλες, τέλεια μαγειρεμένες, ώστε να συνδυάζεται το μάξιμουμ της γεύσης με την ιδανικότερη υφή. Το φαινόμενο επαναλαμβάνεται στη σαλάτα «Καλοκαίρι», με ντομάτα, αγγούρι, κομματάκια ντάκου, ροδέλες ελιάς (δικές τους, όχι από κονσέρβα), λευκό κρεμμύδι και μια κουταλιά λευκού τυριού (ανθότυρο και ρικότα μαζί με φέτα και γιαούρτι). Στα κυρίως, τα μαριναρισμένα χοιρινά μπριζολάκια, με πάπρικα και φρέσκια ρίγανη, ήταν βαθιά νόστιμα και αφάνταστα τρυφερά. Τα φρέσκα ραβιόλι με γέμιση ρικότας και σάλτσα από πάστα αγκινάρας, μαζί με φρέσκα σπαράγγια, ήταν ικανοποιητικά, αλλά η σάλτσα κάπου πλάτιαζε. Στο γλυκό, η πανακότα ήταν σωστή, αλλά μέχρι εκεί. Τα φρέσκα φρούτα εποχής κλέψανε εύκολα την παράσταση. Τώρα καταλαβαίνω γιατί επέμενες τόσο να έρθουμε εδώ. Πάρε και το τηλέφωνο του μανάβη τους!