Μια αριστερών πεποιθήσεων παραστρατιωτική ομάδα στην Ιταλία καταστρώνει ένα τεράστιο σχέδιο απαγωγής του εγγονού ενός από τους πλουσιότερους άνδρες της υφηλίου, ο τελευταίος όμως αρνείται πεισματικά να τους πληρώσει.

 

Στις περισσότερες από τις ταινίες του ο παλαίμαχος, αλλά πάντα ακμαίος Ρίντλεϊ Σκοτ επιθυμεί να ξετυλίξει δυναμικά την πλοκή και παράλληλα να αφήσει το βαθύτερο νόημα της ιστορίας να φανερωθεί μέσα από αξιομνημόνευτες ατάκες που βγαίνουν από στακάτο, ακονισμένο διάλογο.

 

Στο Όλα τα λεφτά του κόσμου η υπόθεση της απαγωγής του συνονόματου εγγονού του Τζον Πολ Γκέτι και η πεισματική άρνηση του παππού, του πλουσιότερου ανθρώπου στον κόσμο εκείνη την περίοδο, να πληρώσει τα 17 εκατομμύρια δολάρια που ζητούσαν ως λύτρα οι κακοποιοί, είχε γίνει σίριαλ για τα media τη δεκαετία του '70.

 

Ο Σκοτ το αφηγείται άλλοτε καλπάζοντας με χάρη ανάμεσα στις λεπτομέρειες και κάποιες στιγμές με μια μονταζιακή βιασύνη που ενδεχομένως να οφείλεται στον όγκο του υλικού που έχει να διαχειριστεί ή μπορεί να αποδίδεται στην αλλαγή της τελευταίας στιγμής στον ρόλο του πατριάρχη εξαιτίας του σκανδάλου σεξουαλικής παρενόχλησης με τον Κέβιν Σπέισι ‒ ο πεπειραμένος Κρίστοφερ Πλάμερ κάνει εξαιρετική δουλειά, δείχνοντας δεινότητα στην κατανόηση του χαρακτήρα, προφανώς έχοντας κάνει ελάχιστη προετοιμασία, από τις 8 Νοεμβρίου, όταν αναγγέλθηκε επίσημα η απόλυση, μέχρι τις 10 Δεκεμβρίου περίπου, όταν και την πρωτοείδαν οι Αμερικανοί δημοσιογράφοι.

 

 

 

Αυτό ωστόσο που προέχει στην ταινία, το πνεύμα του έργου, όπως δηλώνει και ο τίτλος, είναι η καταγωγή της αδιαφορίας για την ανθρώπινη ζωή από τη μεριά ενός μοναχικού ζάπλουτου, που ωστόσο διατείνεται πως έχει αδυναμία στον μικρό. Και ο Σκοτ το λέει και το δείχνει πλήρως.

 

Σε μια σκηνή όπου ο νεαρός Πολ γνωρίζει τον παππού (που μέχρι πρότινος αγνοούσε την ύπαρξή του) του χαρίζει μια μινιατούρα μινώταυρου, διακρίνοντας την πολυτιμότητα του αντικειμένου από την τιμή του, τη διαφορά ανάμεσα στο invaluable από το priceless.

 

Όλα έχουν τιμή, τα πάντα διέπονται από τους νόμους της συναλλαγής, δεν υπάρχει κανένας υπεράνω των χρημάτων, χωρίς τακτική, δόλια ή νόμιμη, έλεγε ξανά και ξανά ο Γκέτι, φτάνοντας στο συμπέρασμα πως τα αντικείμενα δεν ζητούν τίποτε για αντάλλαγμα και διατηρούν ατόφια την ομορφιά ‒ και την αξία τους βεβαίως, σε αντίθεση με τους ανθρώπους, που νομοτελειακά θα απογοητεύσουν τον «επενδυτή».

 

Το λαϊκό επιμύθιο «έτσι βγαίνουν τα χρήματα» υφαίνεται εμπνευσμένα μέσα στο Όλα τα λεφτά του κόσμου μέσα από τον χαρακτήρα ενός εμπειρικού αυτοκράτορα που ποτέ δεν κατάφερε, γιατί δεν θέλησε πραγματικά, να διαιωνίσει ορθά τη δυναστεία που θα κατοχύρωνε την υστεροφημία του.

 

Ο Πλάμερ αποπνέει τον μοχθηρό υπολογισμό του ανθρώπου που κρύβει το απόλυτο τέρας πίσω από την καλλιεργημένη αβρότητα του υπερόπτη.