«Τα σκοτάδια μου»: Η ζωή που δεν θα ήθελες να ζήσεις

«Τα σκοτάδια μου»: Η ζωή που δεν θα ήθελες να ζήσεις Facebook Twitter
Φοβόμουν όλα τα κορίτσια, τα περισσότερα αγόρια και κάποιους άντρες και γυναίκες. Ο φόβος μου πήγαζε από τον μηχανισμό της αποκαλυπτικής φαντασίας μου. Ήξερα πως όλα ήταν χαοτικά και άσχημα. Η εμπειρική μου εκπαίδευση στο χάος ήταν αναμφίβολα πολύτιμη... Επεξεργασία: Ατελιέ/ LIFO
0

Είναι σχεδόν αδύνατον να γράψει κανείς για τον Τζέιμς Ελρόι: προτιμά να αφήνει σε εκείνο τον πρώτο, ανεξέλεγκτο λόγο, να ακούει από τον ίδιο τις φράσεις που κόβονται απότομα σαν αφηγηματικά καρφιά που προσκρούουν στο τείχος της οδύνης. Δεν υπάρχει έλεος εδώ, μήτε παρηγοριά, παρά μόνο η κυνική ομορφιά μιας αριστουργηματικής αφήγησης: το κρεσέντο πάνω από το ρέκβιεμ, οι αγαπημένες του Βαλκυρίες που καθεύδουν για να του υπαγορεύσουν εικόνες γεμάτες αίμα, σάρκα και οδυρμό. Υπάρχει, επίσης, η αλήθεια για μια ζωή που στοιχειώθηκε από τις εικόνες της αποτρόπαιας δολοφονίας της ίδιας του της μητέρας στις 22 Ιουνίου του 1958. Αντί, όμως, να θρηνεί, προτιμά να τη μετατρέπει σε μια ανοιχτή ιστορία για το αναγνωστικό κοινό, ξεδιπλώνοντας τις λεπτομέρειες της αυτοβιογραφίας του σαν μάρτυρας της Αποκάλυψης, άγγελος του φωτός και σατανάς του σκότους, σαν ποιητής που βλέπει «τα πελέκια στον αέρα, σκίζοντας προτομές Αυτοκρατόρων και Στρατηγών». Σάμπως τα προηγούμενα μυθιστορήματα του Ελρόι να ήταν απλές προεργασίες για να αφήσει ελεύθερο τον συγκλονιστικό αφηγηματικό χείμαρρο που συναντάμε στα Σκοτάδια μου, τα οποία έχει αποδώσει για μια ακόμη φορά εξαιρετικά ο Ανδρέας Αποστολίδης στη γνωστή σειρά της Άγρας, μια αυτοβιογραφία κι ένα χρονικό για το πιο οδυνηρό νουάρ που έχει θέμα την ίδια τη ζωή του. Ο αρχικός τόπος της αφήγησης, εκεί όπου έμενε μέχρι την ημέρα που θα δει για τελευταία φορά, στα δέκα του χρόνια, τη μητέρα του ζωντανή, είναι ο «Παράδεισος της λευκής ξεφτίλας», δηλαδή η κοιλάδα του Σαν Γκάμπριελ, και, συγκεκριμένα, το μισητό προάστιο του Ελ Μόντι στο Λος Άντζελες. Τίποτα δεν ήταν εύκολο γι' αυτόν από τότε που θα βρεθεί, παιδί διαζευγμένων γονιών, να συμβιώνει σε αυτό το υποβαθμισμένο προάστιο μαζί με μια καταπιεστική και αλκοολική μητέρα. Τουλάχιστον αυτή την αποτρόπαια εικόνα έτρεφε για εκείνην για χρόνια σαν μοναδική ασπίδα ενός μίσους που τον βοήθησε να απαλύνει τον πόνο. Δεν είναι τυχαίο ότι ο ίδιος δεν μεγάλωσε ουσιαστικά ποτέ ή μάλλον μεγάλωσε απότομα, αφού, μικρός, αντί για παιχνίδια, προτιμούσε να σβήνει το φως και να βυθίζεται σε ιστορίες γεμάτες απόγνωση και αίμα. Άκουγε Μπαχ και διάβαζε αστυνομικά, αδυνατώντας να ταυτιστεί με έναν πατέρα αδύναμο και νωθρό, με τον οποίο βρέθηκε να συγκατοικεί μετά τον θάνατο της μητέρας του: ο δαυλός της ζωής μάλλον άναβε από τις σελίδες της Άιν Ραντ, τον υπεράνθρωπο του Νίτσε και τον Μεγαλοδύναμο που του χάριζε δύναμη – και αργότερα γυναίκες. Ως έφηβος, όμως, το κρεσέντο το έζησε μόνο στη φαντασία του και σε ξεσπάσματα παραβατικής συμπεριφοράς: «Φοβόμουν όλα τα κορίτσια, τα περισσότερα αγόρια και κάποιους άντρες και γυναίκες. Ο φόβος μου πήγαζε από τον μηχανισμό της αποκαλυπτικής φαντασίας μου. Ήξερα πως όλα ήταν χαοτικά και άσχημα. Η εμπειρική μου εκπαίδευση στο χάος ήταν αναμφίβολα πολύτιμη».

Το χρονικό της αναζήτησης της χαμένης αυτής υπόθεσης περιγράφεται με κάθε λεπτομέρεια στο τελευταίο κεφάλαιο του βιβλίου, εκεί όπου το αστυνομικό μυθιστόρημα αυτήν τη φορά εξαντλείται σε μια αδυσώπητη πραγματικότητα με πρωταγωνιστή τον ίδιο τον Ελρόι.


Διάβαζε από μικρός πολύ – κυρίως ιστορίες, όπως το Σήμα του Τζακ Ουέμπ, αλλά και βιβλία που έκλεβε μετά μανίας: «Κάθε βιβλίο που διάβαζα ήταν ένας παραμορφωτικός φακός σ' εκείνη». Πολύ σύντομα βρέθηκε να ταυτίζεται με την ιστορία της Μαύρης Ντάλιας και τη δολοφονία της Μπέτυ Σορτ που τόσα κοινά είχε με την αδικοχαμένη κοκκινομάλλα μητέρα του: «Οι εφιάλτες μου είχαν μια αυθεντική ωμότητα. Ζωηρές λεπτομέρειες ξεπηδούσαν από το ασυνείδητό μου. Έβλεπα την Μπέτυ σε μεσαιωνικό τροχό βασανιστηρίων. Έβλεπα έναν άντρα να στραγγίζει το αίμα της σε μια μπανιέρα. Έβλεπα το πτώμα της με ανοιχτά τα πόδια σε ιατρικό φορείο. Οι σκηνές μ' έκαναν να φοβάμαι να κοιμηθώ. Οι εφιάλτες μου έρχονταν σταθερά ή με απρόσμενα διαλείμματα. Τους συνόδευαν αναλαμπές κατά τη διάρκεια της ημέρας. Στο σχολείο βαριόμουν και το έριχνα στις παράξενες ονειροπολήσεις μου: έβλεπα σπλάχνα χυμένα στη λεκάνη της τουαλέτας και σύνεργα βασανισμού έτοιμα για χρήση». Τίποτα δεν έκανε την καθημερινότητα και τη συμβίωση με τον πατέρα του περισσότερο εύκολη: «Ήμασταν φτωχοί, το διαμέρισμά μας βρομούσε από τα σκατά του σκύλου. Έτρωγα κάθε μέρα για πρωινό μπισκότα και γάλα και κάθε βράδυ χάμπουργκερ ή κατεψυγμένη πίτσα. Φορούσα άθλια ρούχα. Ο πατέρας μου μονολογούσε στην τηλεόραση κι έλεγε στους εκφωνητές "άντε γαμήσου" και "πάρε μου μια πίπα". Κυκλοφορούσαμε με τα εσώρουχά μας. Ήμασταν συνδρομητές σε περιοδικά με γυμνές. Το σκυλί μας δάγκωνε καμιά φορά. Ήμουν μόνος, δεν είχα φίλους. Είχα μια αίσθηση πως η ζωή μου δεν ήταν και πολύ σωστή. Ήξερα όμως πράγματα».

Και όντως, ήξερε πολλά, όπως ήξερε να επιβιώνει – παρά την εξάρτηση από το αλκοόλ και τα ναρκωτικά σε πολύ μικρή ηλικία, την περιπλάνησή του στους δρόμους και τη συχνή του επίσκεψη σε μέρη πίσω από τα σίδερα. Σε καμία περίπτωση όμως δεν επεδίωκε τον οίκτο. Ήταν ένας επίμονος μαχητής που μεταμόρφωνε τις απανωτές ήττες σε μια δημιουργική δύναμη που σάρωνε τα πάντα: άλλοτε γινόταν ένας ευφάνταστος ηθοποιός για να γλιτώσει τον στρατό, άλλοτε ένας ικανότατος κλέφτης για να επιβιώσει (κλέβοντας βιβλία, μπριζόλες ακόμη και στολές), ένας ακαταπόνητος ποδηλάτης, ένας ποδηγέτης σε αλλόκοτες παρέες, ένας έφηβος γεμάτος σπυριά που κατακτούσε το εσωτερικό αφηγηματικό του σύμπαν. Το μαύρο γάλα της αυγής το έπινε καθημερινά, αλλά δεν υπέκυψε σε καμία ξένη αλήθεια, παρά μόνο στη δική του – ίσως γι' αυτό μισούσε μέχρι θανάτου τα παιδιά των λουλουδιών, τους δήθεν Αριστερούς, τον Κένεντι, την κοινή λογική, τη μετριότητα και την καλοσυνάτη φαρισαϊκή, στημένη όψη της πραγματικότητας. «Το Χόλιγουντ είναι ένας θύλακας γεμάτος πύον» γράφει επίσης, εξηγώντας την απέχθειά του για το λαμπερό σύμπαν και την προτίμησή του για τις αστυνομικές ιστορίες δίχως έλεος. Ωστόσο, είναι παράδοξο που τα Σκοτάδια μου, αυτό το de profundis κείμενο για έναν αδιανόητα σκληρό βίο, απελευθερώνουν γενναίες, αν και ανομολόγητες δόσεις ανθρωπισμού: το βλέπει κανείς στον φόρο τιμής που αποτίνει στον αγαπημένο του αστυνόμο με τον οποίο έφερε στην επιφάνεια τον ξεχασμένο φάκελο από τον φόνο της μητέρας του (του αφιερώνει ένα ολόκληρο κεφάλαιο) αλλά και στην υπέρμετρη αγάπη και τον σεβασμό που καταθέτει για τη δεύτερη γυναίκα του, την Έλεν. Αυτή είναι που τον βοήθησε να αντιμετωπίσει το φάντασμα της μητέρας του, τον δικό του θηλυκό Άμλετ, τη γυναίκα με τα πυρόξανθα μαλλιά που στοίχειωνε σαν άλλη Οφηλία τη ζωή του. «Έχεις την πονηριά του δρομέα και το καμουφλάζ του» εξομολογείται στη μητέρα του πάντα σε δεύτερο ενικό. «Το πάθος σου της φυγής σε σκότωσε. Δεν μπορείς να ξεφύγεις από μένα. Τρέχω να σε φτάσω εδώ και πολύ καιρό. Και τώρα θα επιβάλω την αντιπαράθεση των δρομέων. Είναι η ώρα μας». Το χρονικό της αναζήτησης της χαμένης αυτής υπόθεσης περιγράφεται με κάθε λεπτομέρεια στο τελευταίο κεφάλαιο του βιβλίου, εκεί όπου το αστυνομικό μυθιστόρημα αυτήν τη φορά εξαντλείται σε μια αδυσώπητη πραγματικότητα με πρωταγωνιστή τον ίδιο τον Ελρόι. Εδώ επιστρατεύονται οι γνώσεις και ορίζονται τα στεγανά, όχι τόσο για να ανιχνευτεί ο φονιάς που σκότωσε την όμορφη Τζινίβα αλλά για να αποκατασταθεί στον νου η μακάβρια εικόνα, να μετατραπεί από εμμονικό εφιάλτη σε μυθιστορηματική αλήθεια, να γίνει αφηγηματική παρηγοριά και ειλικρινής πραγματεία για μια εποχή γεμάτη τρόμο αλλά και γοητευτική αθωότητα. Αυτή είναι που περιγράφει και ορίζει ο Ελρόι τόσα χρόνια αριστουργηματικά και υποδειγματικά με τα βιβλία του: είναι, άλλωστε, σαρξ εκ της σαρκός του ή, μάλλον, η ίδια του η ζωή.

0

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ

Γιατί διαβάζουμε (και αγαπάμε) ακόμα τα «Ανεμοδαρμένα Ύψη»

Βιβλίο / Γιατί διαβάζουμε (και αγαπάμε) ακόμα τα «Ανεμοδαρμένα Ύψη»

Η ταινία της Έμεραλντ Φένελ μας θύμισε την αξεπέραστη αξία του κλασικού έργου της Έμιλι Μπροντέ και τους άπειρους λόγους για τους οποίους παραμένει ανάμεσα στα αγαπημένα αναγνωστών και κριτικών.
ΤΙΝΑ ΜΑΝΔΗΛΑΡΑ
Ευάρεστος Πιμπλής: «Το να σε λέει “τέρας” ένας Πρόεδρος είναι τρομακτικό»

Lifo Videos / Ευάρεστος Πιμπλής: «Το να σε λέει “τέρας” ένας Πρόεδρος είναι τρομακτικό»

Ο νεαρός συγγραφέας που έκανε αίσθηση με το πρώτο του μυθιστόρημα «Πέρα από τη συναίνεση» (εκδ. Πόλις) μιλά για την queer κουλτούρα στα χρόνια του Tραμπ και για το πώς συμφιλιώνεται κανείς με τον ομοερωτικό σεξουαλικό του προσανατολισμό σε μια ανδροκρατούμενη κοινωνία.
ΣΤΑΥΡΟΥΛΑ ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ
«Εξομολόγηση και μαθητεία»

Long Stories / «Εξομολόγηση και μαθητεία»

Ο Βαγγέλης Ραπτόπουλος υπήρξε στενός φίλος του Μένη Κουμανταρέα από το 1978 μέχρι το 2014, που ο σημαντικός Έλληνας συγγραφέας δολοφονήθηκε. Σε αυτό το διάστημα αντάλλαξαν επιστολές, «ένα δούναι και λαβείν ανάμεσα σε δυο ψυχές, ένα γραμμένο από την ίδια τη ζωή επιστολογραφικό μυθιστόρημα», που ετοιμάστηκαν για να κυκλοφορήσουν, η έκδοσή τους όμως έχει «παγώσει». Δημοσιεύουμε τον πρόλογο που ο Β. Ραπτόπουλος ετοίμασε για αυτόν τον τόμο, υπό μορφή μιας τελευταίας άτυπης επιστολής, όπως λέει ο ίδιος.
ΒΑΓΓΕΛΗΣ ΡΑΠΤΟΠΟΥΛΟΣ
Τι κοινό έχουν ο Μπάρακ Ομπάμα και η Ντούα Λίπα;

The Review / Ας μιλήσουμε για το βιβλίο που ενθουσίασε τη Ντούα Λίπα και τον Μπάρακ Ομπάμα

Διάβασαν και προώθησαν και οι δυο το μυθιστόρημα «Σάρκα» του Ουγγροβρετανού Ντέιβιντ Σόλοϊ, που κέρδισε το βραβείο Booker του 2025 και θα κυκλοφορήσει στα ελληνικά από τις εκδόσεις Ψυχογιός. H Βένα Γεωργακοπούλου συζητά γι’ αυτό με τον σκηνοθέτη Λευτέρη Χαρίτο, πρόεδρο της Ελληνικής Ακαδημίας Κινηματογράφου.
ΒΕΝΑ ΓΕΩΡΓΑΚΟΠΟΥΛΟΥ
Γιάννης Παλαβός

Οι Αθηναίοι / Γιάννης Παλαβός: «Τα βιβλιοπωλεία είναι γεμάτα μέτρια ή κακά βιβλία»

Μεγάλωσε σ’ ένα γυναικείο περιβάλλον και βρήκε καταφύγιο στην παιδική βιβλιοθήκη του χωριού του. Δεν ένιωσε ποτέ πραγματικά Αθηναίος και τον ενοχλεί ο διάχυτος εγωισμός των social media. Aκόμη και σήμερα αρκετοί πιστεύουν πως το «Παλαβός» είναι ψευδώνυμο. Ο βραβευμένος συγγραφέας αφηγείται τη ζωή του στη LiFO.
M. HULOT
Έχουν, αλήθεια, νόημα οι επανεκδόσεις βιβλίων;

Βιβλίο / Έχουν νόημα οι επανεκδόσεις;

Η εκ νέου κυκλοφορία ξένων τίτλων φέρνει στο προσκήνιο κλασικά έργα, αλλά θέτει και το εξής ερώτημα: χρειαζόμαστε επετειακές εκδόσεις βιβλίων όπως η «Λίγη Ζωή» της Γιαναγκιχάρα, που μοιάζει να αφορά την εποχή που γράφτηκε;
ΤΙΝΑ ΜΑΝΔΗΛΑΡΑ
Το πίσω ράφι/ Άρια Σαϊονμάα: «Μια νέα γυναίκα αποκαλύπτεται»

Το πίσω ράφι / «Μίκη, ήσουν και είσαι ο πιο σημαντικός μέντορας»

Το αυτοβιογραφικό αφήγημα της Άρια Σαγιονμάα «Μια νέα γυναίκα αποκαλύπτεται» σφραγίζει η πληθωρική προσωπικότητα του Θεοδωράκη, καθώς ανασυστήνεται η πολιτικοποιημένη ατμόσφαιρα των ’70s.
ΣΤΑΥΡΟΥΛΑ ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ
Άλαν Χόλινγκχερστ: «Στην queer λογοτεχνία, κάτι από εκείνη την παλιά οργή θα επιστρέψει»

Βιβλίο / Άλαν Χόλινγκχερστ: «Η παλιά οργή θα επιστρέψει στην queer λογοτεχνία»

Με αφορμή την ελληνική έκδοση της «Υπόθεσης Σπάρσολτ» ένας από τους σημαντικότερους σύγχρονους Βρετανούς συγγραφείς μιλάει στη LiFO για την εξέλιξη της queer λογοτεχνίας, τη μετατόπιση του δημόσιου λόγου γύρω από την ταυτότητα και τα δικαιώματα, αλλά και για τον τρόπο γραφής του σήμερα.
ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΝΤΑΖΟΠΟΥΛΟΣ
Πουλάει ο κομμουνισμός σήμερα;

The Review / Πουλάει ο κομμουνισμός σήμερα;

Ο Βασίλης Γκουρογιάννης γράφει το μυθιστόρημα «Τα κιάλια του Βασίλι Τσουικόφ» που δίνει τον λόγο σε έναν δογματικό και βαθιά τραυματισμένο κομμουνιστή δικηγόρο, ο οποίος πολιορκεί τα γραφεία του ΚΚΕ απαιτώντας δικαίωση. Η Βένα Γεωργακοπούλου μιλά με τη μεταφράστρια και συγγραφέα Κατερίνα Σχινά για το βιβλίο.
ΒΕΝΑ ΓΕΩΡΓΑΚΟΠΟΥΛΟΥ
Βασίλης Χατζηιακώβου: «Ευθύνονται και οι εκδότες για τη σαβούρα»

Βιβλίο / Βασίλης Χατζηιακώβου: «Ευθύνονται και οι εκδότες για τη σαβούρα»

Μια εκ βαθέων κουβέντα με τον συγγραφέα του αφηγήματος «Η δική μου Σόλωνος… και τρία σύννεφα στον ουρανό», ο οποίος υπήρξε και παραμένει σημείο αναφοράς στον χώρο του βιβλίου στην Ελλάδα.
ΘΟΔΩΡΗΣ ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ