Την αντίδρασή του στις δύο ανοιχτές ακροάσεις που διοργανώνει το Εθνικό Θέατρο εξέφρασε το ΣΕΗ καταγγέλλοντας «αυθαίρετους περιορισμούς που de facto αποκλείουν κατά τα άλλα ικανότατους ηθοποιούς». 

 

Παράλληλα, το Σωματείο Ελλήνων Ηθοποιών, κάνει λόγο για πρακτικές που τείνουν να παγιωθούν στις ακροάσεις του οργανισμού, αναφερόμενο τόσο στα ηλικιακά κριτήρια που έχει θέσει το Εθνικό Θέατρο όσο και στην απαίτηση γνώσης μεταφερόμενου μουσικού οργάνου. 

 

«Κατανοούμε, φυσικά, την καλλιτεχνική ελευθερία που θέλει να έχει ένας σκηνοθέτης για το ενδεχόμενο όραμά του, αλλά τέτοιου είδους διατυπώσεις και απαιτήσεις ενός εποπτευόμενου φορέα πολιτισμού προκαλούν, ειδικά σε μια τέτοια πρωτοφανή περίοδο απόγνωσης για τον κλάδο των ηθοποιών», αναφέρει το ΣΕΗ συμπληρώνοντας πως ο «εντελώς αβάσιμος "τεμαχισμός" του δείγματος των ενδιαφερόμενων» με βάση την ημερομηνία γέννησης, και όχι την ερμηνευτική ηλικία, αφήνει αυτομάτως «απ' έξω» πολλούς άτυχους, που μπορεί να πληρούν όλες τις ερμηνευτικές προδιαγραφές για το απαιτούμενο αποτέλεσμα. 

 

«Εγείρει μάλιστα θέματα διακρίσεων με βάση ένα προσωπικό δεδομένο, όπως είναι η ημερομηνία γέννησης, κάτι που, φυσικά, προσκρούει ακόμα και σε κοινοτικές οδηγίες που αποκλείουν την αναγραφή της στα βιογραφικά υποψηφίων»,  αναφέρει το ΣΕΗ. 

 

«Αντίστοιχα, η απαίτηση γνώσης μεταφερόμενου μουσικού οργάνου, το οποίο μάλιστα οι συμμετέχοντες πρέπει να φέρουν μαζί τους στην ακρόαση (άρα όχι μόνο να γνωρίζουν, αλλά απαραιτήτως και να έχουν στη διάθεσή τους) είναι μια απαίτηση τουλάχιστον ανακόλουθη με την ελληνική καλλιτεχνική εκπαίδευση», αναφέρει το ΣΕΗ συμπληρώνοντας πως η γνώση και δη η κατοχή μουσικού οργάνου, δεν περιλαμβάνεται στο πρόγραμμα σπουδών μιας εγκεκριμένης από το ΥΠΠΟΑ δραματικής σχολής.

 

«Το να συνεκτιμάται η γνώση ενός μουσικού οργάνου σε μια ακρόαση είναι εντελώς διαφορετικό, από το να είναι απαραίτητη η γνώση και η κατοχή του», υποστηρίζει το ΣΕΗ. 

 

«Ειδικά στις μέρες που ζούμε, αυτές οι λιγοστές ακροάσεις του Εθνικού Θεάτρου» αναφέρει μεταξύ άλλων το ΣΕΗ «θα έπρεπε τουλάχιστον να έχουν ένα πιο συμπεριληπτικό χαρακτήρα».

 

«Όχι περιορίζοντας το καλλιτεχνικό αποτέλεσμα και το σκηνοθετικό «όρμα», φυσικά, αλλά κατοχυρώνοντας και διασφαλίζοντας την αποστολή και τον δημόσιο χαρακτήρα του Εθνικού Θεάτρου, που λειτουργεί με χρήματα των φορολογούμενων πολιτών.».

 

«Για να μην γελιόμαστε, είναι μάλλον προφανές πως ο ηλικιακός περιορισμός υποκρύπτει αγωνιώδη προσπάθεια της Διοίκησης του Εθνικού να περιοριστούν τα κόστη της εργασίας των ηθοποιών μέσω πρόσληψης εκείνων που δεν συμπληρώνουν τις "πανάκριβες" τριετίες. Υποθέτουμε πως και αυτός θα είναι λόγος "δημοσίου συμφέροντος"», αναφέρει το ΣΕΗ. 

 

Το ΣΕΗ εκφράζοντας την αντίθεσή του στο σκεπτικό του Εθνικού Θεάτρου δηλώνει πως αυθαίρετοι περιορισμοί που de facto αποκλείουν κατά τα άλλα ικανότατους ηθοποιούς δεν χωρούν, «τη στιγμή, μάλιστα, που το Εθνικό Θέατρο δεν "ανοίγει" συχνά την πόρτα του στους ηθοποιούς, με περισσότερες ακροάσεις και διοργανώνει μόλις δύο».

 

«Μέσα στο γενικότερο κλίμα ευρείας αλλαγής του θεατρικού τοπίου, που κλονίζεται συθέμελα, είναι επιτέλους η ώρα να μιλήσουμε για ανοιχτές και δίκαιες ακροάσεις για όλες τις παραγωγές του κρατικού φορέα. Οι συνθήκες είναι ώριμες. Ο κλάδος το απαιτεί, αλλά και η μεγάλη ταλαιπωρία του θεσμού από τις πελατειακές και διαπροσωπικές σχέσεις που το δομούν, το επιβάλλει», καταλήγει η ανακοίνωση του ΣΕΗ.